Όλα τα χρώματα αλλάζουν το ηλιοβασίλεμα!
Γιάλοβα Πυλίας Μεσσηνίας, κατά τα μέσα κάποιου Σεπτεμβρίου. Καθισμένος σε ένα καφέ δίπλα στη θάλασσα παρέα με μια παγωμένη μπύρα, χάζευα τον ήλιο του δειλινού εκεί που έδυε νωχελικά. Με μια μακρόσυρτη μεγαλοπρέπεια, όλο και πλησίαζε το τέλος του ορίζοντα προς τα υψώματα της Σφακτηρίας βάζοντας τους φωτιά καθώς τα τύλιγε μέσα σε ένα φανταχτερό πορτοκαλί χιτώνιο, ενώ ολάκερος ο δυτικός ουρανός λαμποκοπούσε γιορτινά από τη χαρά του που θα υποδέχονταν το άρμα του Φοίβου. Μια πύρινη σφαίρα που έκαιγε λαμπυρίζοντας βίαια, όμως λίγο-λίγο έφθινε˙ η σφαίρα μίκραινε ολοένα ενώ έπαυε να λάμπει τόσο έντονα. Μπορούσε πια κανείς να τον κοιτάζει άφοβα στο ταξίδι του προς τα λημέρια του Έσπερου μέχρι να πέσει πίσω από τα υψώματα της Σφακτηρίας και να χαθεί εντελώς.
Αντιθέτως, σε σημεία υπήρχαν πολλά και πυκνά σύννεφα που ίσως να έκρυβαν και μια υγρή υπόσχεση βροχής.
Όπως είχε πέσει ο ήλιος, τυχαίες αποχρώσεις από πράσινο και γκρίζο χαλκό, σαν ένα αρχαίο άγαλμα, διέγραφαν στον συννεφιασμένο ουρανό ένα έργο αφηρημένης τέχνης. Στο βάθος του ορίζοντα, όπου δεν υπήρχαν σύννεφα παρέμενε μια λευκή φλόγα που φαίνονταν σαν να έχει τυλίξει το όριο της νέφωσης ενώ ο ουρανός χρύσιζε απολαυστικά σε εκείνα τα σημεία παιχνιδίζοντας ανάμεσα στο πορτοκαλί και το κίτρινο. Καθώς περνούσε η ώρα, ο ήλιος μόνο ως υπαινιγμός διακρίνονταν πλέον πίσω από τα υψώματα της Σφακτηρίας που πια μόνο διαγράφονταν σαν σκούρα αρνητικά παλιάς φωτογραφίας. Από πάνω τους ο ουρανός σε αποχρώσεις ενός σκοτωμένου βιολετί ή ίσως και ματζέντα. Η θάλασσα είχε μετατραπεί σε καμβά καθώς έστεκε γαλήνια και ακύμαντη, πεδίο έμπνευσης όπου επάνω του το εναπομείναν φως παιχνίδιζε δημιουργώντας χρωματικές αποτυπώσεις από φωτεινές και λαμπερές γραμμές μιας γλυκιάς λάμψης που χύνονταν σαν παλιό κονιάκ επάνω στα σκούρα νερά της.

Comments
Post a Comment