Μικρά Ασία, ένα παζλ που τινάχτηκε στον αέρα!
Tην προηγούμενη φορά σας παράθεσα την άποψη μου σχετικά με το πως οι άνθρωποι ανακατεύονται μεταξύ τους και έτσι δημιουργείται κάτι νέο και μεγαλύτερο μέσα από τη συνύπαρξη και τη διάδραση, ακόμα και όταν γίνεται κατά τρόπο τραυματικό. Σε αυτό μου το post, για να συνεχίσω για λίγο αυτό με τα εδέσματα, θα μπω στο ψητό!
Σας πάω λοιπόν κατευθείαν σε μια άλλη εκδοχή της συζήτησης περί Μικράς Ασίας. Έχει να
κάνει με αυτή την αβασάνιστη ανακρίβεια που κρύβει η ατάκα που έχω ακούσει
πολλές φορές ότι «τουρκέψαμε» ή ότι «400 χρόνια σκλαβιάς μας επηρέασαν
αρνητικά», οι οποίες είναι δύο φράσεις που μπορώ να πω ότι ενοχλούμαι όταν τις
ακούω, κυρίως επειδή δεν αποτελούν παρά μια εντελώς επιδερμική θεώρηση της
ιστορίας.
Ας τα πάρω όμως με τη σειρά: Ναι, η επιρροή των Οθωμανών στη Μικρά Ασία αλλά και στη χερσόνησο του Αίμου πράγματι οδήγησε σε πολιτισμική υποβάθμιση αφού από νωρίς οι νεοφερμένοι κατακτητές, όντες υποδεέστεροι πολιτισμικά καταρχάς, μιμούνταν, παπαγάλιζαν και πιθήκιζαν νοοτροπίες, πρωτόκολλα, ονομασίες και πάει λέγοντας, επιφέροντας έτσι μια πολιτισμική διαστρέβλωση. Χαρακτηριστικά γλωσσικά παραδείγματα, κατά την αντίληψη μου τουλάχιστον, που δίνουν εύκολα και απλά το βαθμό της υποβάθμισης είναι η ονομασία ‘Istanbul’ για την Κωνσταντινούπολη, μια λέξη που δεν αιτιολογείται παρά μόνον ως παραφθορά της ελληνικής φράσης «Εις την Πόλιν» και η μετονομασία της Κιλικίας [προσέξτε, τετρασύλλαβο : Κί – λι – κι – α, που ετυμολογείται προερχόμενη από ένα είδος πλέξης ρούχων από ζωϊκά υλικά] σε Çeruk˙ δισύλλαβο που δεν ετυμολογείται. Ο αντίκτυπος είναι γενικότερος στη μορφή της νέας ελληνικής γλώσσας αφού οι κατακτητές πήραν πολλές λέξεις από εμάς, τις παρέφθειραν και ακολούθως τις ξαναπήραμε εμείς παραφθαρμένες και με άλλες έννοιες από τις αρχικές τους ή από εκείνες που τους δίνουν οι Τούρκοι. Άλλα αντί άλλων δηλαδή και τρέχα γύρευε!
Ως προς το αν «τουρκέψαμε» έχω να παραθέσω σοβαρά αντεπιχειρήματα και, πιστέψτε με ή όχι, είμαι από τους ανθρώπους που απεχθάνονται πεποιθήσεις περί ‘καθαρότητας του αίματος’ ή ‘ευγένειας της ράτσας’, θα ήθελα όμως να τα παραθέσω προς αποκατάσταση μιας στρεβλής εικόνας που βλέπω να διαιωνίζεται.
Ως προς την ξεχωριστή εθνοτική μας ύπαρξη και τη διαμόρφωσή της στα πλαίσια μιας αυτοκρατορίας – της Οθωμανικής εν προκειμένω – έχω να σχολιάσω ότι στα κεντρικά της Ευρώπης από βορρά ως νότο, Γερμανοί, Ούγγροι, Τσέχοι, Δανοί, Ολλανδοί, Ιταλοί και άλλες μικρότερες εθνότητες συνυπήρξαν και αυτές στα πλαίσια μιας άλλης πολυεθνικής αυτοκρατορίας˙ της Ιεράς Ρωμαϊκής. Μάλιστα, κάποιοι από αυτούς και ακόμα μεταγενέστερα, στα πλαίσια της Αυστροουγγαρίας και για διάστημα εννιά και όχι τεσσάρων αιώνων. Παρόλα αυτά, τους βλέπω σήμερα να είναι μια χαρά και να παραμένουν σαφώς ξεχωριστές και διακριτές εθνοτικές ομάδες, όπως και εμείς άλλωστε.
Επιστρέφοντας και πάλι στα καθ’ ημάς μετά από τη μικρή παρένθεση για τα περί Ιεράς Ρωμαϊκής, αν και αρχικά, μέχρι ίσως τα τέλη του 16ου αιώνα, οι Οθωμανοί πρέπει να ήταν πράγματι φιλοπόλεμοι και απολίτιστοι δίχως ανεκτικότητα προς καθετί διαφορετικό – μη ξεχνάμε πως μετέτρεψαν την Αγία Σοφία σε στάβλο πριν την κάνουν τζαμί, για να φέρω ένα παράδειγμα – φαίνεται πως αντιλήφθηκαν σχετικά γρήγορα πόσο είχαν ανάγκη τους παλαιότερους αυτόχθονες πληθυσμούς για τη διατήρηση της αυτοκρατορίας τους, ενώ παράλληλα εκπολιτίστηκαν και εκείνοι συνθέτοντας μέσα από τα κεντρίσματα και τα ερεθίσματα διαφορετικών παλαιότερων πολιτισμών τη δική τους κουλτούρα, την οποία έως και γοητευτική μπορεί να την πει κανείς αν τη δει αποστασιοποιημένα.
Θα μου πει κάποιος, δεν θα έπρεπε να έχουμε τη δική μας χώρα? Αφού πρώτα παραθέσω την τοποθέτηση του Ρήγα Φεραίου για μια Βαλκανική ομοσπονδία, προφανώς πολυεθνική, μαζί με τα παραδείγματα χωρών όπως η Ελβετία ή το Βέλγιο, ακόμα και η Μεγάλη Βρετανία, θα απαντήσω πως ναι, κατά τη γνώμη μου καλά κάναμε και επιδιώξαμε να έχουμε δική μας χώρα και καλά κάναμε που παλέψαμε ακολούθως για να την επεκτείνουμε ώστε να συμπεριλάβουμε στα όριά της όσο περισσότερους ανθρώπους θέλησαν να προσδιορίζονται ως Έλληνες. Βέβαια, από εκεί και πέρα, στο ίδιο ακριβώς πλαίσιο, και οι Τούρκοι μπορούν επίσης να ισχυριστούν ότι καλά έκαναν και αυτοί προκειμένου να επιτύχουν την αντίστοιχη επιδίωξη τους, όταν το 1920 η δική τους χώρα διαλυόταν. Σε κάθε πόλεμο υπάρχει ένας νικητής και ένας ηττημένος. Εμείς κερδίσαμε σε έναν και χάσαμε σε κάποιον άλλο. Η διαφορά μας έγκειται στο ότι οι Τούρκοι, στην προσπάθεια τους αυτή προέβησαν σε δύο γενοκτονίες, αμφότερες με ημέρα Μνήμης στο παγκόσμιο ημερολόγιο: των Ελλήνων του Πόντου και των Αρμενίων.
Κάποτε, πάνω σε μια κουβέντα, είχα διατυπώσει ένα ευφυολόγημα, χοντροκομμένο οπωσδήποτε, ίσως και κάπως χυδαίο, αλλά σίγουρα παραστατικό. Συγκεκριμένα, είχα παρομοιάσει τη γειτνίαση των κρατών με μια περίσταση όπου κάμποσοι νοματαίοι βρίσκονται κλεισμένοι σε ένα μικρό δωμάτιο δίχως παράθυρα. Μέσα εκεί όλοι κλάνουν και τον κάθε ένα από αυτούς τον ενοχλούν και του βρωμάνε οι κλανιές των υπολοίπων.
Στο κάτω της γραφής, οι πρόγονοί μας κατάφεραν να αποσπάσουν τα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου από την Οθωμανική αυτοκρατορία. Αυτό το γεγονός, εκτός από στρατιωτικό θαύμα αποτελεί και γεωπολιτικό παράδοξο αφού τα νησιά αυτά βρίσκονται δίπλα ακριβώς από την Τουρκική ενδοχώρα και σε απόσταση από την Ελληνική. Φθάνοντας στο σήμερα, θα ήταν καλό οι δύο χώρες – και κυρίως αναφέρομαι στη γείτονα – να σεβόμαστε τα θεσπισμένα με διεθνείς συνθήκες σύνορα. Εμείς από την πλευρά μας ας μην πετάξουμε στον κάλαθο των αχρήστων αυτό το δώρο των παππούδων μας και ας κάνουμε ότι μπορούμε ώστε να παραμείνει το Αιγαίο μια Ελληνική θάλασσα.
Με το ευχολόγιο αυτό, βουτάω εκ νέου στο
παρελθόν και ελπίζω να ευχαριστηθείς την αφήγησή μου αγαπητέ μου αναγνώστη, η
οποία τονίζω πως αντικατοπτρίζει τη δική μου υποκειμενική αντίληψη και μόνο.
Θεωρώ πάντως ότι μπορεί να εκληφθεί και ως μια αντικειμενική αποτύπωση, για
αυτό και την παραθέτω.
Όπως θα έχεις ήδη διαπιστώσει καλέ μου
αναγνώστη, μου αρέσει να πλάθω στο μυαλό μου εναλλακτικά σενάρια και να
ψηλαφίζω διάφορα ‘what ifs’. Αντιλαμβάνομαι ότι η εξέλιξη και η διαμόρφωση της
πραγματικότητας κατά τη ροή που παίρνει στην εκάστοτε συγκυρία είναι το
αποτέλεσμα πολλών και σύνθετων παραγόντων, από τους πιο ασήμαντους ως τους
σημαντικότερους, οι οποίοι κατά την αλληλεπίδραση τους δίνουν τα ανάλογα
αποτελέσματα. Κάτι σαν ένα ζάρι που να είναι ανεπαίσθητα πιο βαρύ σε κάποια του
πλευρά, ώστε, όταν θα φύγει από τα χέρια αυτού που το πετάει να τείνει να έχει
μεγαλύτερη πιθανότητα να κάτσει στην πλευρά που είναι πιο βαριά από όση έχει να
κάτσει στις υπόλοιπες πλευρές. Θεωρώ, επίσης, ότι οι ειδικότερες επιμέρους συνθήκες
και οι μικρότερες λεπτομέρειες είναι εκείνες που χτίζουν την έκβαση της πραγματικότητας,
όπως κάθε ένα λιθαράκι που ενώνεται με τα υπόλοιπα συντελεί στο να διαμορφωθεί
ένα συγκεκριμένο σύνολο, ευρύτερο και γενικότερο, σε μια διαδικασία που
επαναλαμβάνεται σε όλο και μεγαλύτερες και ευρύτερες κλίμακες οι οποίες
αποτελούν την αποτύπωση της «πραγματικότητας» όπως αυτή επέρχεται στη διάσταση
του συνειδητού μας. Μια «πραγματικότητα» την οποία έχουμε την αντίληψη πως
μοιραζόμαστε μαζί με άλλους ως μια κοινή, μοναδική, χωρική και χρονική «πραγματικότητα».
Έχοντας αναφέρει όλα αυτά θέλω να πω ότι όσον
αφορά στην εξέλιξη και στη διαμόρφωση της πραγματικότητας – και κατ’ επέκταση
της ιστορίας – προφανώς πάντοτε συμβαίνει ότι είναι ευκολότερο και πιθανότερο
να συμβεί. Αυτό που μόλις ισχυρίστηκα μπορεί σε πρώτο χρόνο να δείχνει ότι
αντιβαίνει των όσων έχω σχολιάσει νωρίτερα σχετικά με την αντίληψή μου περί της
πραγματικότητας, δεν είναι όμως έτσι καθώς πιστεύω ότι κάθε γεγονός, κάθε
πράξη, λαμβάνει χώρα εντός μιας ιδιαίτερα πολυσχιδούς χωροχρονικής πραγματικότητας
και πάντοτε σε αλληλεπίδραση με άλλες πράξεις και γεγονότα των οποίων η
πιθανοτική κατανομή είναι μεν όμοια αλλά όμως πάντα θα υπάρχει το περιθώριο της
επέλευσης του μικρότερου πιθανοτικού ενδεχόμενου μέσα στα πλαίσια ενός
απειρωτικού χωροχρονικού σχήματος όπου θα πρέπει να επέλθουν όλα τα πιθανοτικά
ενδεχόμενα έστω και αν κάποια από αυτά τείνουν να επέρχονται με μεγαλύτερη
συχνότητα και κάποια άλλα με μικρότερη.
Έτσι, με αυτές τις εναλλακτικές εξέλιξης και την αλληλεπίδραση μεταξύ τους δημιουργείται τελικά το περιθώριο για άπειρες, ενδεχομένως, εναλλακτικές πραγματικότητες. Διαφορετικές εναλλακτικές πραγματικότητες που αρχικά διαρκούν κατά τo ελάχιστο δυνατό χρονικό διάστημα και ολοένα αλληλοεπιδρούν χτίζοντας εναλλακτικές πραγματικότητες μεγαλύτερης χωροχρονικής κλίμακας. Με αυτό τον τρόπο χτίζεται ένα πλαίσιο ξεχωριστών, εναλλακτικών και μεμονωμένων περιστατικών «πραγματικότητας» κάθε ένα από τα οποία οπωσδήποτε, κατά την πεποίθησή μου τουλάχιστον, θα πρέπει να συμβεί, να έχει συμβεί, ή να συμβαίνει, ώστε η πλάση να έχει νόημα. Λέγοντας ‘πλάση’ δεν το ανάγω σε παραδοσιακά θεολογικά πλαίσια κοσμογονιών, αλλά εννοώ την ευρύτερη οικουμενική γνώση και αντίληψη. Για να είμαι ειλικρινής δεν ξέρω ακριβώς τι εννοώ, θα πρέπει ωστόσο όλος αυτός ο κατακερματισμός γνώσεων, εμπειριών, βιωμάτων, συναισθημάτων να μην είναι παρά εκφάνσεις ενός ευρύτερου οικοδομήματος, μιας συνολικής συνείδησης. Όλα αυτά ως ένας πρόλογος προτού σας παραθέσω τη μεγάλη μου απορία που είναι το πώς θα είχαν εξελιχθεί τα πράγματα στο χώρο της Μικράς Ασίας αν οι μάχες του Μυριοκέφαλου, και κυρίως του Μάντζικερτ, είχαν διαφορετική έκβαση. Αμφότερες οι τοποθεσίες βρίσκονται αρκετά ανατολικά στα τότε όρια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, βαθιά στην ενδοχώρα της Μικράς Ασίας κοντά ή και λίγο πέρα από την οροσειρά του Ταύρου που ήταν το φυσικό όριο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας προς ανατολάς επί αιώνες. Αντίπαλοι των δύο αυτών μαχών ήταν ο Βυζαντινός στρατός και οι ορδές των Σελτζούκων. Η νικηφόρα για τους Σελτζούκους έκβαση και στις δύο αυτές μάχες που, αν όχι ίσως σε ιστορικό πρίσμα αλλά μέσα στα χρονικά περιθώρια της ζωής ενός ανθρώπου απείχαν αρκετά η μια από την άλλη, καθόρισε το μέλλον της Μικράς Ασίας και επισφράγισε την εισροή των Σελτζούκων στα εδάφη της όχι απλά ως νεοφερμένων φύλων, όπως ενδεχομένως να είχε γίνει με άλλες εθνότητες κατά καιρούς στην επικράτεια της αυτοκρατορίας, αλλά ως κυρίαρχης δύναμης με τη βούληση και την προοπτική να δημιουργήσει δικό της ξεχωριστό κράτος, όπως άλλωστε όντως το έκαναν οι Σελτζούκοι με την ίδρυση του κράτους του Ρουμ.
Πολλοί θα πουν ότι ως τότε η Μικρά Ασία ήταν
Ελληνική, αφού κατοικούνταν από ανθρώπους που ομιλούσαν την Ελληνική γλώσσα και
ήταν Χριστιανοί Ορθόδοξοι όπως ακριβώς κάνουμε και είμαστε εμείς σήμερα. Αυτό,
ενώ ενέχει σημαντική δόση αλήθειας, ίσως τελικά να μην είναι απόλυτα ακριβές,
ιδιαιτέρως δε αν συνυπολογίσουμε παράλληλα τις αλλαγές που έχουν επέλθει ένθεν
του Αιγαίου, τόσο στη χερσόνησο της Μικράς Ασίας όσο και στη χερσόνησο του
Αίμου.
Aς τα πάρουμε όμως με τη σειρά και ένα - ένα.
Κατά την πρώιμη αρχαιότητα, οι Χετταίοι είχαν μακραίωνη παρουσία στην περιοχή της Μικράς Ασίας, ακολούθως όμως παρήκμασαν και κατά τα χρόνια της ακμής των ελληνικών φύλλων η περιοχή έβριθε μικρών τοπικών εθνοτήτων. Εθνοτήτων όπως οι Φρύγες, οι Λυκάονες, οι Λύδιοι, οι Κάρες, που είχαν έρθει σε επαφή με τα αρχαία ελληνικά φύλα και είχαν επηρεαστεί από αυτά κάπου σε ένα πιο διευρυμένο και αλλού σε ένα πιο περιορισμένο πλαίσιο αλληλεπίδρασης. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρουν οι γλωσσολόγοι, οι γλώσσες τους, οι οποίες έχουν πλέον εκλείψει, μοιράζονταν πολλά κοινά με την ελληνική γλώσσα. Επειδή δεν τις έχουμε ακούσει να ομιλούνται παρά μόνο τις έχουμε δει να γράφονται, είναι μια δική μου εικασία που την κάνω με μεγάλο βαθμό ελευθεριότητας, ότι οι ομιλούμενες γλώσσες τους κατά την αρχαιότητα ίσως να είχαν μικρότερη σχέση με την ελληνική από αυτή που είχε πάρει η γραπτή τους γλώσσα μέσα από το πέρασμα αιώνων γειτνίασης των λαών εκείνων με τους Έλληνες και της αναπόφευκτης επιρροής που δέχτηκαν.
Ακόμα, δεν πρέπει να παραβλέπουμε το γεγονός ότι η περιοχή της Μικράς Ασίας έχει δεχτεί κατά τα αρχαία χρόνια Περσικές επιρροές και όσο ανατολικότερα τόσο περισσότερο, καθώς και Αρμενικές, εκτός από τις Ελληνικές στις οποίες αναφέρθηκα.
Μεταγενέστερα, μεγάλο ρόλο στην ομογενοποίηση του πληθυσμού της περιοχής – γλωσσική και θρησκευτική – διατέλεσε η Βυζαντινή αυτοκρατορία και ιδίως θεωρώ από το σημείο εκείνο που ουσιαστικά έπαψε να είναι μια αυτοκρατορία με πολυεθνική σύνθεση αλλά επικράτησε εντός των ορίων της το ελληνορθόδοξο στοιχείο. Προσοχή θα πρέπει να δοθεί στο ότι όταν λέμε ‘ελληνορθόδοξο’ αφενός δεν εξυπακούεται ότι είναι αμιγώς ελληνικό κατά την έννοια που έχει πάρει σήμερα αυτή η λέξη και αφετέρου πρέπει να γίνεται σαφές και κατανοητό ότι διαχωρίζεται σημαντικά από τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, ακόμα και από τον ελληνιστικό των Αλεξανδρινών χρόνων, έστω και αν ο τελευταίος προλείανε τις συνθήκες ώστε το εθνοτικό μωσαϊκό της Μικράς Ασίας να ομογενοποιηθεί στα πλαίσια της συγκρότησης του βασιλείου των επιγόνων του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Σε κάθε περίπτωση όμως, επ’ουδενί δεν μπορεί κανείς να πει ότι ο πληθυσμός της Μικράς Ασίας έγινε «ελληνικός» κατά την έννοια που θα το εννοούσαμε έχοντας κατά νου τους σημερινούς Έλληνες.
Αυτό που ήταν καθολικό στην περιοχή και βέβαιο, ήταν η διευρυμένη διάδοση της ελληνικής γλώσσας πρωτίστως και δευτερευόντως διαφόρων άλλων εκφάνσεων της ελληνικής κουλτούρας, κάτι που επέφερε τον εξελληνισμό, αλλά όχι ακριβώς την ελληνοποίηση, των κατοίκων της Μικράς Ασίας της εποχής εκείνης. Παίζω με τις λέξεις, θα μου πείτε. Θα δείτε όμως ότι η κάθε λέξη και η ακρίβεια της έχει μεγάλη σημασία, καθώς μικρές νοηματικές διαφορές δίνουν σημαντικά λανθασμένες εντυπώσεις.
Επίσης, και η εδραίωση του Χριστιανισμού στη
Μικρά Ασία προσέδωσε ακόμα μεγαλύτερη ομοιογένεια στον πληθυσμό της, αφού πλέον
η συντριπτική πλειοψηφία των κατοίκων όχι μόνο μιλούσαν ελληνικά – στην αγορά
τουλάχιστον – αλλά ήταν και ορθόδοξοι, έστω και με κάποιες διενέξεις επί του
ορθού δόγματος που λάμβαναν χώρα κατά καιρούς.
Οι συνθήκες αυτές, συνθήκες που από την αρχή τους επί ελληνιστικών χρόνων και ρωμαϊκής εποχής μέχρι το τέλος τους, που ξεκίνησε από τον 12ο μ.Χ. αιώνα, διήρκεσαν περίπου χίλια πεντακόσια χρόνια και είχαν ως αποτέλεσμα τη συγκρότηση ενός πληθυσμού του οποίου συνοχικά στοιχεία υπήρξαν η ορθόδοξη χριστιανική θρησκεία πρωτίστως αλλά και η κοινή Αλεξανδρινή δωρική διάλεκτος της ελληνικής γλώσσας. Αν θα έπρεπε να δώσουμε σώνει και καλά όνομα σε αυτούς τους ανθρώπους, θα έλεγα πως θα τους ταίριαζε καλύτερα το όνομα «Ρωμανοί» παρά ‘Έλληνες’ και ο κύριος λόγος που θεωρώ πως δεν θα επιθυμούσαν την ταύτισή τους με το όνομα ‘Έλληνας’ είναι επειδή κατά το μεσαίωνα η έννοια του ‘ελληνικού’ εμπεριείχε μέσα της και την έννοια του μη χριστιανικού, του ειδωλολατρικού, του παγανιστικού, κατά την πεποίθηση και αντίληψη των Χριστιανών Ορθοδόξων που τότε απάρτιζαν την πλειοψηφία του πληθυσμού στην περιοχή της Μικράς Ασίας και όχι απαραίτητα επειδή θεωρούσαν ότι οι αρχαίοι Έλληνες ήταν σημαντικά διαφορετικής προελεύσεως από αυτούς.
Εδώ θα πρέπει να τονιστεί και ένα άλλο
γεγονός, το οποίο είναι ουσιώδες και δεν θα πρέπει να διαφεύγει της αντίληψης
μας. Αυτό είναι ότι η Μικρά Ασία αποτέλεσε τη σιγουρότερη και ασφαλέστερη
εδαφική σταθερά της Βυζαντινής αυτοκρατορίας κατά τη διάρκεια της μακραίωνης
ιστορίας της. Τα εδάφη της Αφρικής και Μέσης Ανατολής χάθηκαν οριστικά και
αμετάκλητα τέσσερις αιώνες μετά από την ίδρυση της Ανατολικής Ρωμαϊκής
Αυτοκρατορίας αφού η δυναμική των Αράβων, οι οποίοι έφτασαν μέχρι την Ιβηρική
χερσόνησο, δεν άφηνε άλλα περιθώρια. Η χερσόνησος του Αίμου και η ευρύτερη
Βαλκανική, από την άλλη, έπαιζε σαν ακορντεόν με τις εισβολές Σλάβων και
Βουλγάρων είτε στα πλαίσια, έστω και τυπικά, της αυτοκρατορίας, είτε
δημιουργώντας δικές τους χώρες, όπως οι Βούλγαροι. Έτσι, κατά τον 7ο μ.Χ.
αιώνα, έχουμε μια εκτεταμένη κάθοδο Σλάβων κατά μήκος της Πίνδου έως και την
Πελοπόννησο. Η κάθοδος αυτή ήταν βέβαια σύντομη, ενώ επακολούθησε η άμεση
επανάκτηση του νότιου τουλάχιστον τμήματος της χερσονήσου από τους Βυζαντινούς.
Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, όπως έχω ήδη παραθέσει την άποψή μου, η περιοχή από
τον Όλυμπο και νοτιότερα άργησε πολύ να ενσωματωθεί πολιτισμικά με την υπόλοιπη
αυτοκρατορία και όταν λέμε ‘πολιτισμικά’ εννοούμε το Ορθόδοξο Χριστιανικό δόγμα
όπως προσδιορίζονταν από το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης.
Εκείνες λοιπόν τις εποχές η περιοχή που ήταν ο σταθερός πυρήνας της Βυζαντινής αυτοκρατορίας ήταν η Μικρά Ασία. Στο σημείο αυτό, θα ήθελα να σχολιάσω ότι ακόμα και μετά την άφιξη των Σελτζούκων στα νότια και ανατολικά της Μικράς Ασίας, μεγάλα μέρη της χερσονήσου, τα πιο πλούσια μάλιστα στα δυτικά και στα βόρεια, παρέμειναν υπό τον έλεγχο του Βυζαντίου για ένα ακόμα διάστημα.
Είναι προφανές ότι ο πληθυσμός της Μικράς Ασίας, που όπως είπαμε εξελληνίστηκε και εκχριστιανίστηκε σε βάθος αιώνων, δεν εκμωαμεθανίστηκε εν ‘μία νυκτί’ ούτε άνοιξαν οι δρόμοι και ως δια μαγείας εμφανίστηκαν εκατομμύρια νομάδων Σελτζούκων. Θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι εκείνη την εποχή ο πληθυσμός της Μικράς Ασίας θα πρέπει να αριθμούσε περί τα δέκα εκατομμύρια ελληνόφωνων και ορθόδοξων. Όπως βλέπεις αγαπητέ μου αναγνώστη, εξακολουθώ να διστάζω να τους αποκαλέσω ευθαρσώς Έλληνες, επειδή, όπως είπαμε εκείνα τα χρόνια στο Βυζάντιο η εθνική συνοχή – και συνεπαγωγικά η εθνοτική ταυτότητα – ήταν συνυφασμένη με τη θρησκεία κυρίως και λιγότερο με τη γλώσσα.
Οι κάτοικοι της μικράς Ασίας εκείνης της
εποχής μιλούσαν ελληνικά, έστω και αν κάποιοι λίγοι από αυτούς μπορεί στα
σπίτια τους να μιλούσαν ακόμα και τότε τις γλώσσες των αρχαίων μικρών εθνοτήτων
της μικράς Ασίας που ήδη βέβαια έβαιναν φθίνουσες και οι περισσότεροι από αυτούς,
ειδικά στα δυτικά της χερσονήσου, ήταν απευθείας απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων –
υπό πολλές απόψεις θα μπορούσαν να ΗΤΑΝ Έλληνες, έλλειπε όμως η σύνδεση με την
αρχαία ελληνική κουλτούρα και τον αρχαίο ελληνικό κόσμο ̇ οι ίδιοι δεν
προσδιόριζαν τον εαυτό τους βάσει της πολιτισμικής συνέχειας και της εγγύτητας
τους με την αρχαία Ελλάδα αλλά με την ορθόδοξη θρησκεία.
Εδώ υπάρχει μια σαφής διαφοροποίηση με τους σύγχρονους Έλληνες του σύγχρονου ελληνικού κράτους, τους νεοέλληνες για να χρησιμοποιήσω τον όρο ομαδοποίησης που έχει επινοηθεί ώστε να προσδιοριζόμαστε οι πολίτες της σύγχρονης Ελληνικής χώρας εν σχέσει με τους προγόνους μας. Αυτή έγκειται στο ότι, μετά την ίδρυση του νέου Ελληνικού κράτους, οι (νέο)Έλληνες αν και συνέχισαν να προσδιορίζονται και να ταυτοποιούνται ως προς την Ορθόδοξη θρησκεία, θέλησαν να έχουν ταύτιση, σε κάποιο βαθμό έστω, καθότι πλέον η χρονική απόσταση δημιουργούσε ένα χάος πολιτισμικό και αμάθειας ή ελλιπούς γνώσης έστω, και με την αρχαία ελληνική γραμματεία. Έτσι, εμείς προσδιοριζόμαστε ως απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων, οι οποίοι εν τω μεταξύ έγιναν χριστιανοί ορθόδοξοι ενώ οι τότε κάτοικοι της Μικράς Ασίας και ενδεχομένως όλης της επικράτειας του Βυζαντίου έπειτα από την πάροδο αρκετών αιώνων ταυτίζονταν μόνο με την ορθοδοξία και όχι με την αρχαιοελληνική γραμματεία παρά το ότι βρίσκονταν χρονικά πιο κοντά σε αυτή εν συγκρίσει με εμάς.
Δεν πρόκειται να το πάω γενετικά, με το αίμα
που κυλάει στις φλέβες. Το πάω βάσει νοοτροπίας και βάσει του πώς σκέφτονταν οι
άνθρωποι τότε και τώρα και ποιες διαφορές νοοτροπίας και φιλοσοφίας – και άρα
και αυτοπροσδιορισμού – μπορεί να προκύπτουν. Όπως είπαμε άλλωστε, εκείνη την
εποχή ο πληθυσμός της Μικράς Ασίας μονάχα είναι πιθανόν να υπερέβαινε των 10
εκατομμυρίων. Οι Σελτζούκοι που ήρθαν δεν είναι δυνατόν να απάλειψαν όλον αυτό τον
πληθυσμό άμεσα και ολοκληρωτικά. Θα είχε καταγραφεί λιμός με τόσα πτώματα˙
χολέρα ή πανώλη. Λέω απλά το προφανέστερο.
Οι Σελτζούκοι δημιούργησαν αρχικά ένα κράτος
στις άγονες μάλλον περιοχές της Λυκαονίας πέριξ του Ικονίου. Το ονόμασαν,
μάλιστα, «Ρουμ» καθώς από την αρχή παπαγάλιζαν ονομασίες και πιθήκιζαν
συνήθειες των πιο προηγμένων Βυζαντινών γειτόνων τους. Το δε Βυζάντιο
διοικούνταν με ‘Θέματα’ τα οποία δεν ήταν παρά εδαφικές περιφέρειες τις οποίες
διοικούσε μια οικογένεια Θεματοφυλάκων λίγο πολύ στα πλαίσια της διοίκησης των
περισσότερων κρατικών μορφωμάτων της εποχής εκείνης ανά την Ευρώπη που μόνο ο
τίτλος του εκάστοτε ευγενούς άλλαζε και αλλού ήταν κόμης ενώ αλλού δούκας, ή
αλλού είχε και σερίφη για να επιβλέπει και να μαζεύει τους φόρους και αλλού
όχι.
Με το πέρασμα των δεκαετιών, το κράτος του Ρουμ των Σελτζούκων όλο και μεγάλωνε εδαφικά καθώς και σε ισχύ έναντι του Βυζαντίου ενώ και άλλοι ηγεμόνες των Σελτζούκων ερχόμενοι μεταγενέστερα έφτιαξαν δικά τους κρατίδια περιφερειακά του Ρουμ μέχρι που όλα αυτά ενώθηκαν έπειτα από κάπου δύο αιώνες. Επίσης, και οι Σταυροφορίες των Ευρωπαίων ομόθρησκών μας έπαιξαν και αυτές το ρόλο τους στην αποδυνάμωση του Βυζαντίου. Μέσα σε αυτά τα χρονικά οπωσδήποτε έγιναν και σφαγές και εκτοπισμοί. Είχαμε μετακινήσεις πληθυσμών που σίγουρα έγιναν με βίαιο τρόπο. Έγιναν όμως σε βάθος δεκαετιών αν όχι αιώνων. Άρα, σε καμία περίπτωση δεν έγινε κάτι απόλυτα ξαφνικό και ραγδαίο, όπως είναι η τάση της λαϊκής αφήγησης του μέσου σημερινού Έλληνα. Η περιοχή της Μικράς Ασίας δεν έγινε Τουρκική ξαφνικά από Ελληνική μέσα σε ένα βράδυ με το γύρισμα του διακόπτη. Όπως είπα άλλωστε, οι Βυζαντινοί τότε δεν ήταν ακριβώς Έλληνες με τη λογική που είναι οι Έλληνες στην Ελλάδα σήμερα αλλά ούτε και οι Σελτζούκοι φυσικά ήταν Τούρκοι όπως είναι σήμερα οι Τούρκοι.
Εν κατακλείδι, είχαμε δύο εθνοτικές ομάδες που η μια είχε πολλά κοινά με τους σημερινούς Έλληνες και η άλλη είχε πολλά κοινά με τους σημερινούς Τούρκους.
Τι έγινε, λοιπόν? Θα σας πω τι εγώ θεωρώ ότι έγινε: Βαθμιαία, εκεί που ήταν ελληνόφωνοι και ορθόδοξοι, οι κάτοικοι της Μικράς Ασίας εξισλαμίστηκαν προοδευτικά, αφού, όπως είπαμε, εκείνα τα χρόνια η θρησκεία, όχι η γλώσσα, προσδιόριζε το εθνικό φρόνημα, κάτι που συνεχίστηκε και επί Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ως εκ τούτου, ήταν πολύ βολικότερο στους αυτόχθονες να ομιλούν και τη γλώσσα των νέων επικυρίαρχων. Άρα, μέσα σε λίγες γενιές οι ελληνόφωνοι και ορθόδοξοι έγιναν ισλαμιστές και τουρκόφωνοι για λόγους επιβίωσης. Αν το δούμε υπό ένα λαϊκό πρίσμα, άλλωστε, ο λαός είτε επί Βυζαντίου είτε επί Σελτζούκων και Οθωμανών την ίδια περίπου αυθαιρεσία πρέπει να βίωνε. Έτσι, μιλάμε για την ίδια ανθρωπολογική βάση με λίγες αναπόφευκτες προσμείξεις με Σελτζούκους.
Άρα, αν αυτό που λέω ισχύει πράγματι, τότε υπό μια σαφώς αληθέστερη έννοια μάλλον τελικά οι Σελτζούκοι και οι Οθωμανοί ‘εκρωμανίστικαν’ παρά το ανάποδο. Άλλωστε, και το όνομα «Ρουμ» που θέλησαν να δώσουν στη χώρα τους, δηλώνει αυτό ακριβώς˙ ότι ήθελαν δηλαδή να εκρωμανιστούν, έστω και με τους δικούς τους όρους.
Μια de facto απόδειξη αυτού που μόλις ανέφερα
είναι η εμφάνιση των σύγχρονων Τούρκων, η οποία παραπέμπει περισσότερο σε
μεσογειακό ανθρωποτυπικό σουλούπι παρά σε τουρανικό / κεντροασιατικό, όπως
είναι οι Αζέροι, οι Τουρκομάνοι, οι
Ουζμπέκοι και τα λοιπά τοιαύτα φύλλα τα οποία γλωσσικά είναι απόλυτα
συγγενή με τους Τούρκους και επί της γλωσσικής τους συγγένειας βασίζουν τη
θεωρία του «Παν-Τουρανισμού», μια θεωρία που θέλει όλους τους παραπάνω
ενωμένους ιδανικά σε ένα διευρυμένο κρατικό μόρφωμα, οπότε ενέχει και
επεκτατικές νύξεις.
Κάτι άλλο που θα πρέπει να εξεταστεί είναι η
προέλευση των Σελτζούκων και ακολούθως των Οθωμανών. Οι Σελτζούκοι, λοιπόν,
στις αρχές του 11ου αιώνα περιήλθαν στην εδαφική επικράτεια της πάλαι ποτέ
Περσικής αυτοκρατορίας και σταδιακά την κατέλαβαν με τον ίδιο περίπου τρόπο που
αργότερα ένα παρακλάδι τους μπήκε στη Μικρά Ασία και ίδρυσε το Ρούμ. Επ’ουδενί
οι Πέρσες δεν έγιναν Σελτζούκοι φυλετικά και σε μεγάλο βαθμό το ίδιο ισχύει και
για τους τότε κατοίκους της Μικράς Ασίας, η πλειονότητα των οποίων διατήρησε τα
καυκάσια και μεσογειακά χαρακτηριστικά της μαζί με πολλές άλλες συνήθειες και
κοινωνικές συμπεριφορές, ήθη και έθιμα πανάρχαια που προηγούνταν και από το
χριστιανισμό, πολλώ δε μάλλον των Σελτζούκων, καθώς και με το αλάνθαστο
κριτήριο της κοινής γλώσσας του σώματος ̇ των εκφράσεων και χειρονομιών που
μοιραζόμαστε οι μεσογειακοί λαοί των τριών μεγάλων χερσονήσων της
ανατολικότερης πλευράς της Μεσογείου.
Ως επίλογο, να σχολιάσω ότι το ανθρωπολογικό
παμψηφιδωτό της Μικράς Ασίας απαρτίζεται από ένα πανάρχαιο στρώμα αυτόχθονων
εθνοτήτων οι οποίες ακολούθως έχουν επιμειχθεί με Έλληνες, αλλά και με Μήδες,
Αρμένιους και ακολούθως με τα Τουρανικά φύλλα, διατηρώντας όμως εν πολλοίς το
μεσογειακό τους ανθρωπομορφικό χαρακτηριστικό.
Η αναζήτηση εθνολογικής καθαρότητας, αν γίνεται υπό το πρίσμα της αναζήτησης συνοχικού ιστού ή της ιστορικής δικαιολόγησης της ύπαρξης ενός κράτους, συνήθως πατάει σε αυθαίρετες – και προφανώς στρεβλές – παραδοχές με αποτέλεσμα να οδηγεί σε στείρες αντιπαραθέσεις και σε προκαταλήψεις οι οποίες με τη σειρά τους φέρνουν αχρείαστη αντιπαλότητα και στο τέλος βία.
Εμείς, από την πλευρά μας, ας δούμε την ιστορία όπως κύλησε και την πραγματικότητα όπως είναι στα αλήθεια και όχι υπό το πρίσμα του άλλοτε ‘ραγιά’.
Ας τα πάρω όμως με τη σειρά: Ναι, η επιρροή των Οθωμανών στη Μικρά Ασία αλλά και στη χερσόνησο του Αίμου πράγματι οδήγησε σε πολιτισμική υποβάθμιση αφού από νωρίς οι νεοφερμένοι κατακτητές, όντες υποδεέστεροι πολιτισμικά καταρχάς, μιμούνταν, παπαγάλιζαν και πιθήκιζαν νοοτροπίες, πρωτόκολλα, ονομασίες και πάει λέγοντας, επιφέροντας έτσι μια πολιτισμική διαστρέβλωση. Χαρακτηριστικά γλωσσικά παραδείγματα, κατά την αντίληψη μου τουλάχιστον, που δίνουν εύκολα και απλά το βαθμό της υποβάθμισης είναι η ονομασία ‘Istanbul’ για την Κωνσταντινούπολη, μια λέξη που δεν αιτιολογείται παρά μόνον ως παραφθορά της ελληνικής φράσης «Εις την Πόλιν» και η μετονομασία της Κιλικίας [προσέξτε, τετρασύλλαβο : Κί – λι – κι – α, που ετυμολογείται προερχόμενη από ένα είδος πλέξης ρούχων από ζωϊκά υλικά] σε Çeruk˙ δισύλλαβο που δεν ετυμολογείται. Ο αντίκτυπος είναι γενικότερος στη μορφή της νέας ελληνικής γλώσσας αφού οι κατακτητές πήραν πολλές λέξεις από εμάς, τις παρέφθειραν και ακολούθως τις ξαναπήραμε εμείς παραφθαρμένες και με άλλες έννοιες από τις αρχικές τους ή από εκείνες που τους δίνουν οι Τούρκοι. Άλλα αντί άλλων δηλαδή και τρέχα γύρευε!
Ως προς το αν «τουρκέψαμε» έχω να παραθέσω σοβαρά αντεπιχειρήματα και, πιστέψτε με ή όχι, είμαι από τους ανθρώπους που απεχθάνονται πεποιθήσεις περί ‘καθαρότητας του αίματος’ ή ‘ευγένειας της ράτσας’, θα ήθελα όμως να τα παραθέσω προς αποκατάσταση μιας στρεβλής εικόνας που βλέπω να διαιωνίζεται.
Ως προς την ξεχωριστή εθνοτική μας ύπαρξη και τη διαμόρφωσή της στα πλαίσια μιας αυτοκρατορίας – της Οθωμανικής εν προκειμένω – έχω να σχολιάσω ότι στα κεντρικά της Ευρώπης από βορρά ως νότο, Γερμανοί, Ούγγροι, Τσέχοι, Δανοί, Ολλανδοί, Ιταλοί και άλλες μικρότερες εθνότητες συνυπήρξαν και αυτές στα πλαίσια μιας άλλης πολυεθνικής αυτοκρατορίας˙ της Ιεράς Ρωμαϊκής. Μάλιστα, κάποιοι από αυτούς και ακόμα μεταγενέστερα, στα πλαίσια της Αυστροουγγαρίας και για διάστημα εννιά και όχι τεσσάρων αιώνων. Παρόλα αυτά, τους βλέπω σήμερα να είναι μια χαρά και να παραμένουν σαφώς ξεχωριστές και διακριτές εθνοτικές ομάδες, όπως και εμείς άλλωστε.
Επιστρέφοντας και πάλι στα καθ’ ημάς μετά από τη μικρή παρένθεση για τα περί Ιεράς Ρωμαϊκής, αν και αρχικά, μέχρι ίσως τα τέλη του 16ου αιώνα, οι Οθωμανοί πρέπει να ήταν πράγματι φιλοπόλεμοι και απολίτιστοι δίχως ανεκτικότητα προς καθετί διαφορετικό – μη ξεχνάμε πως μετέτρεψαν την Αγία Σοφία σε στάβλο πριν την κάνουν τζαμί, για να φέρω ένα παράδειγμα – φαίνεται πως αντιλήφθηκαν σχετικά γρήγορα πόσο είχαν ανάγκη τους παλαιότερους αυτόχθονες πληθυσμούς για τη διατήρηση της αυτοκρατορίας τους, ενώ παράλληλα εκπολιτίστηκαν και εκείνοι συνθέτοντας μέσα από τα κεντρίσματα και τα ερεθίσματα διαφορετικών παλαιότερων πολιτισμών τη δική τους κουλτούρα, την οποία έως και γοητευτική μπορεί να την πει κανείς αν τη δει αποστασιοποιημένα.
Θα μου πει κάποιος, δεν θα έπρεπε να έχουμε τη δική μας χώρα? Αφού πρώτα παραθέσω την τοποθέτηση του Ρήγα Φεραίου για μια Βαλκανική ομοσπονδία, προφανώς πολυεθνική, μαζί με τα παραδείγματα χωρών όπως η Ελβετία ή το Βέλγιο, ακόμα και η Μεγάλη Βρετανία, θα απαντήσω πως ναι, κατά τη γνώμη μου καλά κάναμε και επιδιώξαμε να έχουμε δική μας χώρα και καλά κάναμε που παλέψαμε ακολούθως για να την επεκτείνουμε ώστε να συμπεριλάβουμε στα όριά της όσο περισσότερους ανθρώπους θέλησαν να προσδιορίζονται ως Έλληνες. Βέβαια, από εκεί και πέρα, στο ίδιο ακριβώς πλαίσιο, και οι Τούρκοι μπορούν επίσης να ισχυριστούν ότι καλά έκαναν και αυτοί προκειμένου να επιτύχουν την αντίστοιχη επιδίωξη τους, όταν το 1920 η δική τους χώρα διαλυόταν. Σε κάθε πόλεμο υπάρχει ένας νικητής και ένας ηττημένος. Εμείς κερδίσαμε σε έναν και χάσαμε σε κάποιον άλλο. Η διαφορά μας έγκειται στο ότι οι Τούρκοι, στην προσπάθεια τους αυτή προέβησαν σε δύο γενοκτονίες, αμφότερες με ημέρα Μνήμης στο παγκόσμιο ημερολόγιο: των Ελλήνων του Πόντου και των Αρμενίων.
Κάποτε, πάνω σε μια κουβέντα, είχα διατυπώσει ένα ευφυολόγημα, χοντροκομμένο οπωσδήποτε, ίσως και κάπως χυδαίο, αλλά σίγουρα παραστατικό. Συγκεκριμένα, είχα παρομοιάσει τη γειτνίαση των κρατών με μια περίσταση όπου κάμποσοι νοματαίοι βρίσκονται κλεισμένοι σε ένα μικρό δωμάτιο δίχως παράθυρα. Μέσα εκεί όλοι κλάνουν και τον κάθε ένα από αυτούς τον ενοχλούν και του βρωμάνε οι κλανιές των υπολοίπων.
Στο κάτω της γραφής, οι πρόγονοί μας κατάφεραν να αποσπάσουν τα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου από την Οθωμανική αυτοκρατορία. Αυτό το γεγονός, εκτός από στρατιωτικό θαύμα αποτελεί και γεωπολιτικό παράδοξο αφού τα νησιά αυτά βρίσκονται δίπλα ακριβώς από την Τουρκική ενδοχώρα και σε απόσταση από την Ελληνική. Φθάνοντας στο σήμερα, θα ήταν καλό οι δύο χώρες – και κυρίως αναφέρομαι στη γείτονα – να σεβόμαστε τα θεσπισμένα με διεθνείς συνθήκες σύνορα. Εμείς από την πλευρά μας ας μην πετάξουμε στον κάλαθο των αχρήστων αυτό το δώρο των παππούδων μας και ας κάνουμε ότι μπορούμε ώστε να παραμείνει το Αιγαίο μια Ελληνική θάλασσα.
Έτσι, με αυτές τις εναλλακτικές εξέλιξης και την αλληλεπίδραση μεταξύ τους δημιουργείται τελικά το περιθώριο για άπειρες, ενδεχομένως, εναλλακτικές πραγματικότητες. Διαφορετικές εναλλακτικές πραγματικότητες που αρχικά διαρκούν κατά τo ελάχιστο δυνατό χρονικό διάστημα και ολοένα αλληλοεπιδρούν χτίζοντας εναλλακτικές πραγματικότητες μεγαλύτερης χωροχρονικής κλίμακας. Με αυτό τον τρόπο χτίζεται ένα πλαίσιο ξεχωριστών, εναλλακτικών και μεμονωμένων περιστατικών «πραγματικότητας» κάθε ένα από τα οποία οπωσδήποτε, κατά την πεποίθησή μου τουλάχιστον, θα πρέπει να συμβεί, να έχει συμβεί, ή να συμβαίνει, ώστε η πλάση να έχει νόημα. Λέγοντας ‘πλάση’ δεν το ανάγω σε παραδοσιακά θεολογικά πλαίσια κοσμογονιών, αλλά εννοώ την ευρύτερη οικουμενική γνώση και αντίληψη. Για να είμαι ειλικρινής δεν ξέρω ακριβώς τι εννοώ, θα πρέπει ωστόσο όλος αυτός ο κατακερματισμός γνώσεων, εμπειριών, βιωμάτων, συναισθημάτων να μην είναι παρά εκφάνσεις ενός ευρύτερου οικοδομήματος, μιας συνολικής συνείδησης. Όλα αυτά ως ένας πρόλογος προτού σας παραθέσω τη μεγάλη μου απορία που είναι το πώς θα είχαν εξελιχθεί τα πράγματα στο χώρο της Μικράς Ασίας αν οι μάχες του Μυριοκέφαλου, και κυρίως του Μάντζικερτ, είχαν διαφορετική έκβαση. Αμφότερες οι τοποθεσίες βρίσκονται αρκετά ανατολικά στα τότε όρια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, βαθιά στην ενδοχώρα της Μικράς Ασίας κοντά ή και λίγο πέρα από την οροσειρά του Ταύρου που ήταν το φυσικό όριο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας προς ανατολάς επί αιώνες. Αντίπαλοι των δύο αυτών μαχών ήταν ο Βυζαντινός στρατός και οι ορδές των Σελτζούκων. Η νικηφόρα για τους Σελτζούκους έκβαση και στις δύο αυτές μάχες που, αν όχι ίσως σε ιστορικό πρίσμα αλλά μέσα στα χρονικά περιθώρια της ζωής ενός ανθρώπου απείχαν αρκετά η μια από την άλλη, καθόρισε το μέλλον της Μικράς Ασίας και επισφράγισε την εισροή των Σελτζούκων στα εδάφη της όχι απλά ως νεοφερμένων φύλων, όπως ενδεχομένως να είχε γίνει με άλλες εθνότητες κατά καιρούς στην επικράτεια της αυτοκρατορίας, αλλά ως κυρίαρχης δύναμης με τη βούληση και την προοπτική να δημιουργήσει δικό της ξεχωριστό κράτος, όπως άλλωστε όντως το έκαναν οι Σελτζούκοι με την ίδρυση του κράτους του Ρουμ.
Κατά την πρώιμη αρχαιότητα, οι Χετταίοι είχαν μακραίωνη παρουσία στην περιοχή της Μικράς Ασίας, ακολούθως όμως παρήκμασαν και κατά τα χρόνια της ακμής των ελληνικών φύλλων η περιοχή έβριθε μικρών τοπικών εθνοτήτων. Εθνοτήτων όπως οι Φρύγες, οι Λυκάονες, οι Λύδιοι, οι Κάρες, που είχαν έρθει σε επαφή με τα αρχαία ελληνικά φύλα και είχαν επηρεαστεί από αυτά κάπου σε ένα πιο διευρυμένο και αλλού σε ένα πιο περιορισμένο πλαίσιο αλληλεπίδρασης. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρουν οι γλωσσολόγοι, οι γλώσσες τους, οι οποίες έχουν πλέον εκλείψει, μοιράζονταν πολλά κοινά με την ελληνική γλώσσα. Επειδή δεν τις έχουμε ακούσει να ομιλούνται παρά μόνο τις έχουμε δει να γράφονται, είναι μια δική μου εικασία που την κάνω με μεγάλο βαθμό ελευθεριότητας, ότι οι ομιλούμενες γλώσσες τους κατά την αρχαιότητα ίσως να είχαν μικρότερη σχέση με την ελληνική από αυτή που είχε πάρει η γραπτή τους γλώσσα μέσα από το πέρασμα αιώνων γειτνίασης των λαών εκείνων με τους Έλληνες και της αναπόφευκτης επιρροής που δέχτηκαν.
Ακόμα, δεν πρέπει να παραβλέπουμε το γεγονός ότι η περιοχή της Μικράς Ασίας έχει δεχτεί κατά τα αρχαία χρόνια Περσικές επιρροές και όσο ανατολικότερα τόσο περισσότερο, καθώς και Αρμενικές, εκτός από τις Ελληνικές στις οποίες αναφέρθηκα.
Μεταγενέστερα, μεγάλο ρόλο στην ομογενοποίηση του πληθυσμού της περιοχής – γλωσσική και θρησκευτική – διατέλεσε η Βυζαντινή αυτοκρατορία και ιδίως θεωρώ από το σημείο εκείνο που ουσιαστικά έπαψε να είναι μια αυτοκρατορία με πολυεθνική σύνθεση αλλά επικράτησε εντός των ορίων της το ελληνορθόδοξο στοιχείο. Προσοχή θα πρέπει να δοθεί στο ότι όταν λέμε ‘ελληνορθόδοξο’ αφενός δεν εξυπακούεται ότι είναι αμιγώς ελληνικό κατά την έννοια που έχει πάρει σήμερα αυτή η λέξη και αφετέρου πρέπει να γίνεται σαφές και κατανοητό ότι διαχωρίζεται σημαντικά από τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, ακόμα και από τον ελληνιστικό των Αλεξανδρινών χρόνων, έστω και αν ο τελευταίος προλείανε τις συνθήκες ώστε το εθνοτικό μωσαϊκό της Μικράς Ασίας να ομογενοποιηθεί στα πλαίσια της συγκρότησης του βασιλείου των επιγόνων του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Σε κάθε περίπτωση όμως, επ’ουδενί δεν μπορεί κανείς να πει ότι ο πληθυσμός της Μικράς Ασίας έγινε «ελληνικός» κατά την έννοια που θα το εννοούσαμε έχοντας κατά νου τους σημερινούς Έλληνες.
Αυτό που ήταν καθολικό στην περιοχή και βέβαιο, ήταν η διευρυμένη διάδοση της ελληνικής γλώσσας πρωτίστως και δευτερευόντως διαφόρων άλλων εκφάνσεων της ελληνικής κουλτούρας, κάτι που επέφερε τον εξελληνισμό, αλλά όχι ακριβώς την ελληνοποίηση, των κατοίκων της Μικράς Ασίας της εποχής εκείνης. Παίζω με τις λέξεις, θα μου πείτε. Θα δείτε όμως ότι η κάθε λέξη και η ακρίβεια της έχει μεγάλη σημασία, καθώς μικρές νοηματικές διαφορές δίνουν σημαντικά λανθασμένες εντυπώσεις.
Οι συνθήκες αυτές, συνθήκες που από την αρχή τους επί ελληνιστικών χρόνων και ρωμαϊκής εποχής μέχρι το τέλος τους, που ξεκίνησε από τον 12ο μ.Χ. αιώνα, διήρκεσαν περίπου χίλια πεντακόσια χρόνια και είχαν ως αποτέλεσμα τη συγκρότηση ενός πληθυσμού του οποίου συνοχικά στοιχεία υπήρξαν η ορθόδοξη χριστιανική θρησκεία πρωτίστως αλλά και η κοινή Αλεξανδρινή δωρική διάλεκτος της ελληνικής γλώσσας. Αν θα έπρεπε να δώσουμε σώνει και καλά όνομα σε αυτούς τους ανθρώπους, θα έλεγα πως θα τους ταίριαζε καλύτερα το όνομα «Ρωμανοί» παρά ‘Έλληνες’ και ο κύριος λόγος που θεωρώ πως δεν θα επιθυμούσαν την ταύτισή τους με το όνομα ‘Έλληνας’ είναι επειδή κατά το μεσαίωνα η έννοια του ‘ελληνικού’ εμπεριείχε μέσα της και την έννοια του μη χριστιανικού, του ειδωλολατρικού, του παγανιστικού, κατά την πεποίθηση και αντίληψη των Χριστιανών Ορθοδόξων που τότε απάρτιζαν την πλειοψηφία του πληθυσμού στην περιοχή της Μικράς Ασίας και όχι απαραίτητα επειδή θεωρούσαν ότι οι αρχαίοι Έλληνες ήταν σημαντικά διαφορετικής προελεύσεως από αυτούς.
Εκείνες λοιπόν τις εποχές η περιοχή που ήταν ο σταθερός πυρήνας της Βυζαντινής αυτοκρατορίας ήταν η Μικρά Ασία. Στο σημείο αυτό, θα ήθελα να σχολιάσω ότι ακόμα και μετά την άφιξη των Σελτζούκων στα νότια και ανατολικά της Μικράς Ασίας, μεγάλα μέρη της χερσονήσου, τα πιο πλούσια μάλιστα στα δυτικά και στα βόρεια, παρέμειναν υπό τον έλεγχο του Βυζαντίου για ένα ακόμα διάστημα.
Είναι προφανές ότι ο πληθυσμός της Μικράς Ασίας, που όπως είπαμε εξελληνίστηκε και εκχριστιανίστηκε σε βάθος αιώνων, δεν εκμωαμεθανίστηκε εν ‘μία νυκτί’ ούτε άνοιξαν οι δρόμοι και ως δια μαγείας εμφανίστηκαν εκατομμύρια νομάδων Σελτζούκων. Θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι εκείνη την εποχή ο πληθυσμός της Μικράς Ασίας θα πρέπει να αριθμούσε περί τα δέκα εκατομμύρια ελληνόφωνων και ορθόδοξων. Όπως βλέπεις αγαπητέ μου αναγνώστη, εξακολουθώ να διστάζω να τους αποκαλέσω ευθαρσώς Έλληνες, επειδή, όπως είπαμε εκείνα τα χρόνια στο Βυζάντιο η εθνική συνοχή – και συνεπαγωγικά η εθνοτική ταυτότητα – ήταν συνυφασμένη με τη θρησκεία κυρίως και λιγότερο με τη γλώσσα.
Εδώ υπάρχει μια σαφής διαφοροποίηση με τους σύγχρονους Έλληνες του σύγχρονου ελληνικού κράτους, τους νεοέλληνες για να χρησιμοποιήσω τον όρο ομαδοποίησης που έχει επινοηθεί ώστε να προσδιοριζόμαστε οι πολίτες της σύγχρονης Ελληνικής χώρας εν σχέσει με τους προγόνους μας. Αυτή έγκειται στο ότι, μετά την ίδρυση του νέου Ελληνικού κράτους, οι (νέο)Έλληνες αν και συνέχισαν να προσδιορίζονται και να ταυτοποιούνται ως προς την Ορθόδοξη θρησκεία, θέλησαν να έχουν ταύτιση, σε κάποιο βαθμό έστω, καθότι πλέον η χρονική απόσταση δημιουργούσε ένα χάος πολιτισμικό και αμάθειας ή ελλιπούς γνώσης έστω, και με την αρχαία ελληνική γραμματεία. Έτσι, εμείς προσδιοριζόμαστε ως απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων, οι οποίοι εν τω μεταξύ έγιναν χριστιανοί ορθόδοξοι ενώ οι τότε κάτοικοι της Μικράς Ασίας και ενδεχομένως όλης της επικράτειας του Βυζαντίου έπειτα από την πάροδο αρκετών αιώνων ταυτίζονταν μόνο με την ορθοδοξία και όχι με την αρχαιοελληνική γραμματεία παρά το ότι βρίσκονταν χρονικά πιο κοντά σε αυτή εν συγκρίσει με εμάς.
Με το πέρασμα των δεκαετιών, το κράτος του Ρουμ των Σελτζούκων όλο και μεγάλωνε εδαφικά καθώς και σε ισχύ έναντι του Βυζαντίου ενώ και άλλοι ηγεμόνες των Σελτζούκων ερχόμενοι μεταγενέστερα έφτιαξαν δικά τους κρατίδια περιφερειακά του Ρουμ μέχρι που όλα αυτά ενώθηκαν έπειτα από κάπου δύο αιώνες. Επίσης, και οι Σταυροφορίες των Ευρωπαίων ομόθρησκών μας έπαιξαν και αυτές το ρόλο τους στην αποδυνάμωση του Βυζαντίου. Μέσα σε αυτά τα χρονικά οπωσδήποτε έγιναν και σφαγές και εκτοπισμοί. Είχαμε μετακινήσεις πληθυσμών που σίγουρα έγιναν με βίαιο τρόπο. Έγιναν όμως σε βάθος δεκαετιών αν όχι αιώνων. Άρα, σε καμία περίπτωση δεν έγινε κάτι απόλυτα ξαφνικό και ραγδαίο, όπως είναι η τάση της λαϊκής αφήγησης του μέσου σημερινού Έλληνα. Η περιοχή της Μικράς Ασίας δεν έγινε Τουρκική ξαφνικά από Ελληνική μέσα σε ένα βράδυ με το γύρισμα του διακόπτη. Όπως είπα άλλωστε, οι Βυζαντινοί τότε δεν ήταν ακριβώς Έλληνες με τη λογική που είναι οι Έλληνες στην Ελλάδα σήμερα αλλά ούτε και οι Σελτζούκοι φυσικά ήταν Τούρκοι όπως είναι σήμερα οι Τούρκοι.
Εν κατακλείδι, είχαμε δύο εθνοτικές ομάδες που η μια είχε πολλά κοινά με τους σημερινούς Έλληνες και η άλλη είχε πολλά κοινά με τους σημερινούς Τούρκους.
Τι έγινε, λοιπόν? Θα σας πω τι εγώ θεωρώ ότι έγινε: Βαθμιαία, εκεί που ήταν ελληνόφωνοι και ορθόδοξοι, οι κάτοικοι της Μικράς Ασίας εξισλαμίστηκαν προοδευτικά, αφού, όπως είπαμε, εκείνα τα χρόνια η θρησκεία, όχι η γλώσσα, προσδιόριζε το εθνικό φρόνημα, κάτι που συνεχίστηκε και επί Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ως εκ τούτου, ήταν πολύ βολικότερο στους αυτόχθονες να ομιλούν και τη γλώσσα των νέων επικυρίαρχων. Άρα, μέσα σε λίγες γενιές οι ελληνόφωνοι και ορθόδοξοι έγιναν ισλαμιστές και τουρκόφωνοι για λόγους επιβίωσης. Αν το δούμε υπό ένα λαϊκό πρίσμα, άλλωστε, ο λαός είτε επί Βυζαντίου είτε επί Σελτζούκων και Οθωμανών την ίδια περίπου αυθαιρεσία πρέπει να βίωνε. Έτσι, μιλάμε για την ίδια ανθρωπολογική βάση με λίγες αναπόφευκτες προσμείξεις με Σελτζούκους.
Άρα, αν αυτό που λέω ισχύει πράγματι, τότε υπό μια σαφώς αληθέστερη έννοια μάλλον τελικά οι Σελτζούκοι και οι Οθωμανοί ‘εκρωμανίστικαν’ παρά το ανάποδο. Άλλωστε, και το όνομα «Ρουμ» που θέλησαν να δώσουν στη χώρα τους, δηλώνει αυτό ακριβώς˙ ότι ήθελαν δηλαδή να εκρωμανιστούν, έστω και με τους δικούς τους όρους.
Η αναζήτηση εθνολογικής καθαρότητας, αν γίνεται υπό το πρίσμα της αναζήτησης συνοχικού ιστού ή της ιστορικής δικαιολόγησης της ύπαρξης ενός κράτους, συνήθως πατάει σε αυθαίρετες – και προφανώς στρεβλές – παραδοχές με αποτέλεσμα να οδηγεί σε στείρες αντιπαραθέσεις και σε προκαταλήψεις οι οποίες με τη σειρά τους φέρνουν αχρείαστη αντιπαλότητα και στο τέλος βία.
Εμείς, από την πλευρά μας, ας δούμε την ιστορία όπως κύλησε και την πραγματικότητα όπως είναι στα αλήθεια και όχι υπό το πρίσμα του άλλοτε ‘ραγιά’.

Comments
Post a Comment