Being madder than the hatter
Πώς γίνεται να έχουν περάσει τόσα χρόνια και
όμως τίποτα να μην έχει αλλάξει?
Μην μου πείτε πως δεν είναι παρά μια
ψευδαίσθηση γιατί δεν θα σας πιστέψω! Εγώ θα έλεγα πως είναι σαν ένα ρολόι του
οποίου οι δείκτες είναι καταδικασμένοι να περιστρέφονται σε ένα μάταιο μαρτύριο
ατέρμονης χρονικής παρέλευσης, τετμίζοντας σε μικρά – μικρά ανούσια τμήματα μια
άχαρη και ατέλειωτη πέτρινη εποχή.
Θα έλεγε κανείς ότι κάποιος μπορεί να
αισθάνεται πως ο χρόνος φαίνεται να περνάει πιο αργά όταν τα πράγματα αλλάζουν
συχνά και γρήγορα γύρω του, είναι όμως έτσι ή μήπως τελικά ισχύει το αντίστροφο?
Ο χρόνος όμως κυλούσε. Φαίνονταν σαν να μη
γίνεται τίποτα, και ίσως όντως τίποτα δεν γινόταν. Βέβαια, το τσάι έπιασε να
κρυώνει μέχρι που πια δεν πίνονταν. Ένα πέπλο σκόνης επικάθισε στα φλιτζάνια˙
λεπτό στην αρχή και με τον καιρό όλο και παχύτερο, μέχρι που έγινε μάκα. Μια
αράχνη ύφανε τον ιστό της στο λαιμό της τσαγιέρας. Τα μπισκότα έπιασαν
μπαγιατεύουν. Σμήνη από μύγες τα μαγάριζαν και στο τέλος τα διεκδίκησε ένας
στρατός από μυρμήγκια. Μπορούσε κανείς να τα δει όπως πηγαινοέρχονταν κουβαλώντας
κομμάτια ολόκληρα από τα μπισκότα σε μια ατέλειωτη παρέλαση φρενήρους
δραστηριότητας.
Αλλά ο κούνελος εκεί. Τους περίμενε όλους
όσους δεν ήρθαν, ακόμα και αν στο τέλος το ήξερε πλέον καλά ότι τους περιμένει
μάταια. Νοτεροί χειμώνες και ανελέητοι θερινοί ήλιοι έσκαψαν το πρόσωπό του. Από
νέος που ήταν έγινε μεσήλικας και η έκφραση του, από ζωηρή αδημονία έφτασε να
μαρτυρά μακρόσυρτη βαριεστισιά. Δεν άφησε όμως ποτέ του το τραπέζι με το τσάι.

Comments
Post a Comment