Being madder than the hatter

 

  Πώς γίνεται να έχουν περάσει τόσα χρόνια και όμως τίποτα να μην έχει αλλάξει?

  Μην μου πείτε πως δεν είναι παρά μια ψευδαίσθηση γιατί δεν θα σας πιστέψω! Εγώ θα έλεγα πως είναι σαν ένα ρολόι του οποίου οι δείκτες είναι καταδικασμένοι να περιστρέφονται σε ένα μάταιο μαρτύριο ατέρμονης χρονικής παρέλευσης, τετμίζοντας σε μικρά – μικρά ανούσια τμήματα μια άχαρη και ατέλειωτη πέτρινη εποχή.

  Ένα σπίτι όπου όλα παραμένουν ίδια˙ τα έπιπλα και οι συσκευές, τα χρώματα και τα κάδρα στους τοίχους, η ατμόσφαιρα. Ακόμα και αν δεν είναι ακριβώς ίδια, έχουν αλλάξει τόσο προοδευτικά που είναι σαν να μην έχει αλλάξει ποτέ τίποτα. Πώς είναι δυνατό όλος ο κόσμος να έχει αλλάξει τόσο πολύ αλλά το σπίτι εκείνο να έχει μείνει απαράλλαχτο?

  Θα έλεγε κανείς ότι κάποιος μπορεί να αισθάνεται πως ο χρόνος φαίνεται να περνάει πιο αργά όταν τα πράγματα αλλάζουν συχνά και γρήγορα γύρω του, είναι όμως έτσι ή μήπως τελικά ισχύει το αντίστροφο?

   Σκεφτείτε ένα τσάι όπου ο κούνελος τους περίμενε όλους αλλά όμως δεν ήρθε ποτέ κανείς. Ούτε καν ο Mad Hatter.

  Ο χρόνος όμως κυλούσε. Φαίνονταν σαν να μη γίνεται τίποτα, και ίσως όντως τίποτα δεν γινόταν. Βέβαια, το τσάι έπιασε να κρυώνει μέχρι που πια δεν πίνονταν. Ένα πέπλο σκόνης επικάθισε στα φλιτζάνια˙ λεπτό στην αρχή και με τον καιρό όλο και παχύτερο, μέχρι που έγινε μάκα. Μια αράχνη ύφανε τον ιστό της στο λαιμό της τσαγιέρας. Τα μπισκότα έπιασαν μπαγιατεύουν. Σμήνη από μύγες τα μαγάριζαν και στο τέλος τα διεκδίκησε ένας στρατός από μυρμήγκια. Μπορούσε κανείς να τα δει όπως πηγαινοέρχονταν κουβαλώντας κομμάτια ολόκληρα από τα μπισκότα σε μια ατέλειωτη παρέλαση φρενήρους δραστηριότητας.

  Αλλά ο κούνελος εκεί. Τους περίμενε όλους όσους δεν ήρθαν, ακόμα και αν στο τέλος το ήξερε πλέον καλά ότι τους περιμένει μάταια. Νοτεροί χειμώνες και ανελέητοι θερινοί ήλιοι έσκαψαν το πρόσωπό του. Από νέος που ήταν έγινε μεσήλικας και η έκφραση του, από ζωηρή αδημονία έφτασε να μαρτυρά μακρόσυρτη βαριεστισιά. Δεν άφησε όμως ποτέ του το τραπέζι με το τσάι.

   Είναι φορές που τριγυρίζω στους δρόμους της πόλης φορτωμένος με αρνητική ενέργεια, κάνοντας κακές σκέψεις για εμένα και για τον κόσμο γύρω μου. Πάντα τότε, όλο και κάποιο σκυλί θα βρεθεί να μου γρυλίσει.

Comments

Popular posts from this blog

Ευγενίου Καραβία

Οι γάτες της Ψερίμυθου

Μπριάμ από αυτοκρατορική γενιά