Ευγενίου Καραβία

 

 




  Είμαι, λέει, στην Αθήνα˙ στα Πατήσια και συγκεκριμένα στην Ευγενίου Καραβία, έναν δρόμο εις μνήμη του μητροπολίτη που δεν αφόρισε την Επανάσταση του ’21 και για αυτό κατέληξε εθνομάρτυρας. Η Ευγενίου Καραβία είναι ένας δρόμος τον οποίο γνωρίζω αρκετά καλά αφού τον είχα διαβεί πάμπολες φορές κατά τα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια, μόνο που ο δρόμος αυτός όπως τον βλέπω τώρα που σας το περιγράφω δεν είναι όπως τον θυμάμαι και όπως ίσως εξακολουθεί να παραμένει στην πραγματικότητα, αλλά παντού γύρω μου διαπιστώνω να υπάρχει μια έντονη και διευρυμένη παρακμή.

  Από τα κτίρια, που σκιάζουν το δρόμο σα βλοσυροί γίγαντες και επιφυλάσσουν στο διαβάτη που θα σηκώσει το κεφάλι του το θέαμα ενός παράδοξου παλίμψηστου από παράταιρα και απειλητικά σχήματα εκεί που οι πολυκατοικίες παύουν να είναι ενωμένες και ξεκινούν να ξεχωρίζουν η μια από την άλλη – πολλά μπαλκόνια, πόρτες και παράθυρα είτε έχουν σπασμένα τζάμια είτε είναι σκεπασμένα με σανίδες πλακάτ, είτε οι γρίλλιες τους χάσκουν στραβές – μέχρι και το δρόμο καθαυτό και τα πεζοδρόμια, επί των οποίων δεν υπάρχει ούτε ένα δέντρο ζωντανό παρά μόνο κάτι άχαρα στυλιάρια, ή αλλού κάποιοι λίγοι λεπτοί κορμοί, κομμένοι στο μισό μέτρο, προεξέχουν άδοξα εδώ και εκεί.    

  Στους τοίχους των πολυκατοικιών βλέπει κανείς έναν αποτρόπαιο συρφετό από συνθήματα και βωμολοχίες με το πιο πρόσφατο να επικαλύπτει ή και να σχολιάζει το παλαιότερο, δημιουργώντας ένα αποκρουστικό ψηφιδωτό χυδαιότητας στο φτηνιάρικο σαγρέ των τοίχων, βδελυρό πια και από το καυσαέριο, ενώ οι γωνιές των εισόδων είναι μαρκαρισμένες με τις στάμπες από άπειρα κατουρήματα άδεσποτων σκύλων και περαστικών μέθυσων νυχτοπερπατητών. Στο στενό πεζοδρόμιο, το περιστασιακό σκυλοκούραδο ξεχωρίζει χαρακτηριστικά ανάμεσα από πεταμένα μικροαπορρίματα που είναι ανάκατα με απροσμέτρητες γόπες αποτσίγαρων.

   Αλλά και ο δρόμος, δεν πάει πίσω. Αυτοκίνητα παλιά και φθηνά, με ξεθωριασμένα πια τα άλλοτε ζωντανά τους χρώματα, στέκουν λεχρά και σαραβαλιασμένα, με σκουριές στις πόρτες και στα φτερά. Σε κάποια το πίσω κάθισμα βρίθει σακούλων σε διάφορα στάδια αποσύνθεσης, όλες τους γεμάτες με χαρτιά κιτρινιασμένα, παλιόρουχα ή και ό’τι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς πως θα μπορούσε να εμπεριέχεται στο βιός ενός ημίτρελου, μισοάστεγου φουκαρά. Εδώ και εκεί μπορεί να δει κανείς παρατημένο κάποιο τρακαρισμένο αυτοκίνητο ή κάποιο άλλο με τη μηχανή του καμένη να ξεπροβάλλει σαν φάντασμα, γκρίζα και καρβουνιασμένη, μέσα από το καπό του που χάσκει μισάνοικτο.  Γύρω από τους τροχούς ορισμένων αυτοκινήτων παρατημένων εδώ και πολύ καιρό έχουν φυτρώσει πράσινα βρύα με κάτι φύλλα πρόστυχα και τριχωτά που τονίζουν τη μούχλα των ελαστικών. Τα λάστιχα καθαυτά είναι πλέον φρυγμένα και χαραγμένα από καλοκαιρινούς καύσωνες και από χειμωνιάτικους παγετούς που τα έχουν φθείρει ανεπανόρθωτα με την πάροδο του χρόνου και τα έχουν κάνει να μοιάζουν λίγο με κακοπλεγμένες φλοκάτες.

  Ολόγυρα, σκουπίδια παντού˙ ζέχνουν οι κάδοι, γεμάτοι ως απάνω, αφού κανείς δεν τα μαζεύει και η μπόχα είναι αφόρητη. Στο πλάι κάποιων κάδων – ενίοτε και μέχρι τη μέση του δρόμου σχεδόν – μισοξεχαρβαλωμένα παλιοέπιπλα γεμάτα από ρυπαρές λίγδες και σιχαμερούς λεκέδες στέκουν αφημένα. Κάπου ένα ράφι λείπει, αλλού ένα ποδάρι είναι μισοσπασμένο, μια πλάτη καμένη από αποτσίγαρα ή ένα κάθισμα με ύφασμα – φωλιά πλέον ψύλλων και ακάρεων – παραξηλωμένο από τα χρόνια με τα ξέφτια του να κρέμονται άχαρα. Αλλά, εκτός από τα ογκώδη παραπεταμένα έπιπλα, ολόγυρα από τους κάδους πόσο πολλά απορρίμματα πεταμένα˙ από σακούλες ολόκληρες γεμάτες με σκουπίδια, ή συσκευασίες τροφίμων λιγδερές με μισοφαγωμένα υπολείμματα φαγητού μέχρι μπουκάλια σπασμένα, τα κομμάτια από τα γυαλιά τους να λαμποκοπούν πρόστυχα τυφλώνοντας τους διαβάτες όπως τα χτυπάει το αρρωστιάρικο φως ενός νοτερού ήλιου τυλιγμένου από υδρατμούς που απέτυχαν να γίνουν σύννεφα και το μόνο που κάνουν είναι να στερούν τον ουρανό από το γαλάζιο του χρώμα και να το αντικαθιστούν με εκείνη την άχαρη και ξεπλυμένη αρρωστιάρικη απόχρωση του λευκού, μέχρι φλούδες από φρούτα και αποφάγια που βρωμοκοπάνε καθώς σαπίζουν έκθετα στη μέση του δρόμου. Ζέχνουν αφόρητα οι κάδοι κάνοντας ακόμα πιο νοσηρή και ανυπόφορη την κουφόβραση. Ενίοτε ξεπετάγονται γατιά από μέσα τους˙ κάτι γατιά ρυπαρά, αρρωστιάρικα και γεμάτα τσιμπούρια, ορισμένα χωρίς ουρά, κάποια με το ένα μάτι βγαλμένο, στη θέση του μια πληγή που πυοραγεί.

   Η εικόνα δεν μπορεί παρά να δημιουργεί αποκάρδιωση, οι περαστικοί όμως δείχνουν να μην αντιλαμβάνονται πόσο τραγικές είναι οι συνθήκες γύρω τους. Τσακισμένοι κακοντυμένοι μεσήλικες βιοπαλαιστές που φορούν φθαρμένα ρούχα, κάποια με κραυγαλέες χρωματικές αντιθέσεις και μερικά σε χρώματα έντονα κατά χυδαίο τρόπο, όλα τους παλιά και τσαλακωμένα, άλλοι χλεμπονιάρηδες και άλλοι με μεγάλες  κοιλιές που δεν χωράνε στα άσχημά τους ρούχα, το κάτω μέρος τους προεξέχει από αυτά και κρέμεται αυθάδικα, τριχωτό και πλαδαρό όπως είναι. Όλοι τους αξύριστοι και οι πιο πολλοί – τουλάχιστον όσοι δεν είναι καραφλοί ή δεν τα έχουν πάρει γουλί – ακούρευτοι. Βλέμμα βλοσυρό, σχεδόν όλοι τους με ένα τσιγάρο στο στόμα και οι περισσότεροι με μεγάλες κοκκινωπές μύτες, γεμάτες μαύρους πόρους και αγγεία μελιτζανί χρώματος από το αέναο και ανελέητο πιόμα. Έχει κανείς την απόλυτη βεβαιότητα ότι έτσι και πλησιάσει οποιονδήποτε από αυτούς θα τον συνεπάρει μια έντονη ξυνίλα αποτέλεσμα απλησιάς και ιδρωτίλας. Περνοδιαβαίνουν απρόσβλητοι από το αποκρουστικό θέαμα και τις αθλιότητες που ξεδιπλώνονται γύρω τους καθώς κινούν ο κάθε ένας για τον προορισμό του.

    Στα μάτια τους διαγράφεται το απελπισμένο θράσος που έχουν όλοι εκείνοι οι μεροκαματιάρηδες βιοπαλαιστές που πλέον δεν έχουν να περιμένουν τίποτα απολύτως και που πια δεν έχουν να χάσουν πάρα μόνο πολύ λίγα.

Comments

Post a Comment

Popular posts from this blog

Οι γάτες της Ψερίμυθου

Μπριάμ από αυτοκρατορική γενιά