Οι γάτες της Ψερίμυθου



  Κάπου στο μέσο του απέραντου γαλάζιου του Αιγαίου, ή ίσως και σε κάποιο ανατολικό του άκρο – δεν είμαι και απόλυτα σίγουρος – βρίσκεται ένα μικρό νησί ξεχασμένο από τους ανθρώπους, το google και τους νεότερους χάρτες.
 Aλήθεια, μη με ρωτάτε πού ακριβώς είναι γιατί θα σας γελάσω και δεν το θέλω! Ίσως να είναι κάπου ανάμεσα Τήνου, Μυκόνου και Ικαρίας, ή μπορεί και ανάμεσα στη Σκύρο και τα Ψαρά. Δεν αποκλείεται, βέβαια, να είναι πίσω από τους Λειψούς και το Αγαθονήσι, εκεί στο τέλος του πελάου λίγο πριν την Τουρκία. Μην με ρωτάτε σας λέω, δεν θυμάμαι, δεν γνωρίζω, ενώ άλλωστε δεν έχει και ιδιαίτερη σημασία.
 
  Αυτό που έχει περισσότερη σημασία αλλά φυσικά και ενδιαφέρον, είναι να πλησιάσουμε αυτό το μικρό νησάκι και να δούμε τις ιδιαιτερότητές του: μικρό, όπως είπαμε˙ ούτε ενάμιση χιλιόμετρο από βορρά προς νότο και όχι πάνω από ένα χιλιόμετρο από ανατολή προς δύση, δίχως κάποια ιδιαίτερα γεωγραφικά τσαλίμια στην ακτογραμμή του. Δηλαδή, όπως ίσως ήδη μπορεί να καταλάβατε αγαπητοί μου αναγνώστες, ένα νησί μικρότερο σε έκταση και από τα Βριλήσσια˙ ένα μικροσκοπικό κομμάτι γης στη μέση του πελάγους! Παλιά, το νησάκι αυτό διέθετε έναν μικρό οικισμό ψαράδων που ζούσαν από την αφθονία του Αιγαίου και λίγοστών γεωργών˙ όσων δηλαδή επέτρεπε και συγχωρούσε το άνυδρο μάλλον και σχετικά στερημένο χώμα του νησιού. Μάλιστα, στους παλαιότερους χάρτες το νησί παρουσιάζονταν και αναγράφονταν με το όνομα «Ψερίμυθος» όπως ήταν γνωστό ανά τους αιώνες και ακόμα ίσως και τις χιλιετηρίδες. Το γεγονός ότι το χωριουδάκι - και το νησί ολάκερο συνεπαγωγικά – ερήμωσε τα τελευταία τριάντα ή σαράντα χρόνια, σχεδόν ταυτόχρονα με τη σταδιακή έλευση και επακόλουθη επικράτηση της ηλεκτρονικής τεχνολογίας είχε ως αποτέλεσμα το νησάκι να ξεχαστεί, αφού κανείς δεν φρόντισε να συμπεριλάβει το όνομα του στους νέους χάρτες. Είναι τόσο μικρό αλλά και ακατοικείτο, άλλωστε…
  Προφανώς, το νησί απεικονίζεται και στους μοντέρνους χάρτες ως το μικρό τοπικό γεωγραφικό ορόσημο που είναι, και μάλιστα πολύ καλύτερα από όσο απεικονίζονταν στους παλαιότερους, αφού, ως γνωστόν, τίποτα δεν μένει κρυφό από το δορυφόρο! Αυτό που χάθηκε, δεν είναι το μικρό γεωγραφικό στίγμα καθαυτό, αλλά το τοπωνύμιο και η ανάμνησή του ότι αυτό το μικροσκοπικό κομμάτι γης, πεταμένο μέσα στο Αιγαίο, κάποτε – και επί πολλούς αιώνες, μάλιστα – κατοικούνταν…
 
  Τώρα, στις μέρες μας, αν κάποιο ψαροκάικο τύχει να πλευρίσει το νησί θα δει ένα μικρό οικισμό βυθισμένο στη λήθη με εμφανή τα σημάδια της εγκατάλειψης, αν και θα έλεγε κανείς όχι τόσο έντονα όσο θα περίμενε να τα δει μετά από τόσο πολλά χρόνια ερήμωσης, σαν ο χρόνος και οι φθορές που επιφέρει επί των υλικών πραγμάτων να κυλάει εδώ πιο αργά από όσο θα όφειλε! Επίσης, αν ποτέ έβλεπε κανείς τον παλιό οικισμό με το κιάλι νωρίς την αυγή ή αργά το σούρουπο, ίσως να έβλεπε πάρα πολλές γάτες…
 
  Που όμως βρέθηκαν οι γάτες και γιατί άραγε ο χρόνος να είναι λιγότερο αμείλικτος με τα παλιά εγκαταλελειμμένα κτίρια σε αυτό το νησάκι? Εδώ έρχομαι ως αφηγητής να δώσω την απάντηση σε αυτά τα μικρά ερωτήματα, αδιάφορο αν οι απαντήσεις που έχω να δώσω αφορούν τόσο λίγους μόνο, αφού το νησί είναι πια ξεχασμένο και ακατοίκητο.  
  Μόνο κάποιοι λίγοι Αθηναίοι, Κυκλαδίτες – ίσως και Ροδίτες – μπορεί να έχουν να λένε ότι ο παππούς ή ο προπάππος τους κατάγονταν από ένα μικρό-μικρό νησάκι ξεχασμένο από το χρόνο και από τους χάρτες κάπου στο περιθώριο του Αιγαίου – ή μήπως ήταν στην μέση του? – και, να δείτε πως το έλεγαν… μα, πως το λέγαν ρε γαμώ το?!
 
 Ε, λοιπόν, θα σας αποκαλύψω εγώ το μυστικό του μικρού αυτού νησιού! Θα το έχετε ανθηστεί, άλλωστε… Είναι οι γάτες που συντηρούν τον οικισμό που πλέον είναι ακατοίκητος από ανθρώπους. Το κάνουν, τουλάχιστον, όσο καλύτερα μπορούν… Ναι, μη γελάτε! Είναι αλήθεια, πιστέψτε με. Οι γάτες είναι εκείνες που έχουν κρατήσει τον ανθρώπινο οικισμό από την κατάρρευση, όσο τουλάχιστον γίνεται δίχως σύγχρονα εργαλεία και γνώσεις που θα τους επέτρεπαν να συγκρατήσουν τις γιγαντιαίες για αυτές κατασκευές των ανθρώπων.
 
 Βλέπετε, οι κάτοικοι του νησιού ήταν ανέκαθεν γατόφιλοι και πάντοτε είχαν όλοι πολλές γάτες στα σπίτια τους. Πέρασαν όμως τα χρόνια και οι νησιώτες έπαψαν να κάνουν παιδιά, ή τα λίγα παιδιά που έκαναν έφευγαν πλέον για άλλους, καλύτερους και μεγαλύτερους, τόπους. Δεν τα κρατούσε πια το μικρό αυτό νησί. Έτσι, οι κάτοικοι του – πάντοτε λίγοι – λιγόστεψαν και άλλο και μετά γέρασαν. Στο τέλος πέθαναν και οι λιγοστοί γέροντες που είχαν απομείνει, έτσι το νησί έμεινε ακατοίκητο. Οι γάτες που παρέμειναν βρέθηκαν ξάφνου αντιμέτωπες με ένα έντονο σιτιστικό πρόβλημα. Δεν έφταναν οι σαύρες και τα ποντικάκια που ζουν στο νησί για να τις ταΐζουν ενώ και οι γλάροι είναι μεγάλα πουλιά, άντε πιάσε τους. Σκέφτηκαν λοιπόν, ας πάρουμε εμείς τον οικισμό και τις βάρκες των ανθρώπων στα χέρια μας και ας προσπαθήσουμε να ζήσουμε σαν και αυτούς όσο καλύτερα μπορούμε. Πράγματι λοιπόν, μπήκαν στα έρημα σπίτια των ανθρώπων, τα οποία προσπαθούν να συντηρούν έστω και υποτυπωδώς, αφού αποτελούν πρώτης τάξεως καταφύγια από τα καιρικά φαινόμενα – μεγάλους θηρευτές που να είναι επικίνδυνοι για αυτές δεν έχει το νησί, άλλωστε, μόνο αέρα και αλμύρα, με βροχή το χειμώνα και έναν ήλιο ανυπόφορα λαμπρό το καλοκαίρι – ενώ, λίγο-λίγο, έμαθαν να ψαρεύουν είτε με δόλωμα και πετονιά είτε βάζοντας τις λιγοστές βάρκες στο νερό με παραγάδι. Τα ελάχιστα περιβόλια του νησιού ρήμαξαν φυσικά, όπως ήταν αναμενόμενο. Δεν είναι φτιαγμένες οι γάτες για γεωργία, καλοί μου αναγνώστες!
 
  Όσοι λίγοι βοσκοί και ψαράδες τυχαίνει καμιά φορά να περάσουν ή να σταματήσουν στο νησί, θα δουν τον έρημο οικισμό του και ίσως να τους κάνει κάποια εντύπωση το ότι τα σπίτια δείχνουν να είναι σε αρκετά καλύτερη κατάσταση από αυτή που θα περίμενε κανείς να είναι στα τόσα πολλά χρόνια που στέκουν εγκαταλειμμένα, έκθετα στα στοιχεία της φύσης. Και αυτό αν θα το καλοπαρατηρούσαν… Πέραν τούτου, δεν υπάρχει κάτι άλλο που να τους κάνει εντύπωση. Το μόνο που βλέπουν είναι εκείνος ο λαμπρός ήλιος του Αιγαίου που χτυπάει τα σπίτια με τη λάμψη του. Σπιτόπουλα που άλλοτε ήταν λευκά, τώρα όμως μένουν ασοβάτιστα και άβαφα, με ξύλινες πόρτες και παντζούρια που τα έχουν σαφρακιάσει η αλμύρα και ο ήλιος. Αν τύχει και περνάει κανένα γατί μπορεί και να παραξενευτούν, να αναρωτηθούν τι να τρώει το καψερό, που βρίσκει νερό και πίνει? Αλλά ως εκεί, έχουν τις δουλειές τους, αφενός, και αφετέρου που και σπάνια μόνο μπορεί να εμφανιστεί καμιά γάτα και μάλλον κατά λάθος, αφού προτιμούν να μην εμφανίζονται στους ανθρώπους αλλά μόνο να τους παραφυλάνε κρυμμένες πίσω από τα παντζούρια και τα περβάζια. Άλλωστε, οι άνθρωποι έρχονται - όταν έρχονται καμιά φορά στο νησί - σχεδόν πάντα μεσημέρι, την ώρα που σχεδόν όλες οι γάτες κοιμούνται του καλού καιρού.
 
  Όταν όμως πιάνει να σουρουπώνει, ή την αυγή, οι γάτες είναι σε πλήρη δραστηριότητα: Ένα πολύχρωμο πλήθος από τα χαριτωμένα και όμορφα αυτά πλάσματα παίρνει τους δρόμους˙ ουρές σηκωμένες, οι απολήξεις τους να μετεωρίζονται με χάρη καθώς το μυαλό τους προσπαθεί να συλλάβει τη διαδικασία που απαιτείται προκειμένου για την διεκπεραίωση της εργασίας που έχει ανατεθεί σε κάθε μια… ας μην ξεχνάμε ότι δεν είναι παρά τα δισέγγονα εκείνων των πρωτοπόρων γατιών που προσπάθησαν να ζήσουν σαν άνθρωποι. Έτσι, άλλες ψαρεύουν, άλλες μερεμετίζουν σπίτια ή καλαφατίζουν βάρκες, άλλες βυθίζουν τον γιγαντιαίο για αυτές σιδερένιο κουβά στο πηγάδι για να βγάλουν νερό – μια συντονισμένη ενέργεια που απαιτεί τη συνεργασία τριών ή και τεσσάρων γατών μαζί - άλλες κυνηγούν ακρίδες, σαύρες και ποντίκια και οι πιο καλοί κυνηγοί καραδοκούν τον όποιο γλάρο θα γελαστεί και θα πάει να φάει τα λίγα ψάρια που έχουν αφήσει σε κάποιο σημείο που του την έχουν στήσει για να του την πέσουν, δύο και τρείς μαζί.
  Την αυγή κάνουν τις δουλειές τους ενώ όταν πέφτει το σούρουπο – και κατά τη νύχτα – συγκεντρώνονται πότε στο ένα σπίτι και πότε στο άλλο όλες μαζί, και εκεί βάζουν στη μέση την πλούσια αποκομιδή από το ψάρεμα και το κυνήγι και της δίνουν να καταλάβει! Πολλές φορές αμολούν ποντικάκια που έχουν αιχμαλωτίσει χωρίς όμως να τα σκοτώσουν, και τι παιχνίδι είναι εκείνο που κάνουν κυνηγώντας τα και σκοτώνοντας τα αργά σε ένα συναρπαστικά μακρόσυρτο κυνηγητό που τόσο τις ψυχαγωγεί!
  Για κάντε το εικόνα! Ένα πλήθος από δεκάδες γάτες να περικυκλώνει το δύσμοιρο ποντίκι - στόχο, λες και εκτελούν μια πανάρχαια τελετή! Το περικυκλώνουν αλλά όχι με ορμή παρά σε ένα ρυθμικό τέμπο˙ τόσο όσο για να το κουράσει χωρίς όμως να το εξουθενώσει πλήρως. Κάπου μια ουρά τινάζεται, κάπου αλλού ένα βλέμμα προσηλώνεται στη σκηνή του κυνηγιού και την απορροφά άπληστα. Εδώ και εκεί ένα νύχι γυμνώνεται και ακουμπά το ποντίκι αλλά όχι για να το κατακρεουργήσει παρά μόνο για να το γδάρει ελάχιστα, ίσα να τρέξει λίγο αίμα. Πιο πέρα, μια πατούσα, χωρίς νύχια εκείνη, του ρίχνει μια μπούφλα κατακέφαλα από εκεί που δεν το περιμένει, έτσι για να το ζαλίσει λίγο.
  Όσο φέγγει το φως του σούρουπου μέσα από τα παράθυρα θα μπορούσε κανείς να δει σκιές να τέμνονται όπως χορεύουν στο πάτωμα και στους τοίχους καθώς σιγά-σιγά το αργόσυρτο παιχνίδισμα μετατρέπεται σε ξέφρενο κυνήγι˙ νύχια να φανερώνονται και δόντια απροκάλυπτα απειλητικά, μέχρι το καημένο το ποντίκι να τα χάσει πλήρως και όταν πια ξεκινήσει να παραιτείται αποκαμωμένο, το τέμπο πέφτει μέχρι το ποντίκι να αναθαρρήσει, και όταν πια πιστέψει πάλι ότι θα την γλιτώσει ξάφνου το τέμπο πάλι θα εκραγεί! Βλέπετε, σημασία για αυτές δεν έχει τόσο ο θάνατος του ποντικιού, όσο το αρχέγονο παιχνίδι του κυνηγιού που μεσολαβεί. Μια πανδαισία της χαριτωμένης κίνησης των πανέμορφων αιλουροειδών θηρευτών που ίσως η τέλεση της αξίζει για αυτές περισσότερο από την αναπόφευκτη κατάληξη. Όπως θα έλεγε και ο Καβάφης, σημασία έχει το ταξίδι και όχι η Ιθάκη! Από μισή μπουκιά φαγητό θα είναι για την κάθε μια, άλλωστε. Μια ιδιότυπη κοινωνία, ένα απότοκο που τις ενώνει στο όνομα του αρχέγονου κυνηγετικού τους ένστικτου!
 
  Όπως είναι αναμενόμενο, το χωριουδάκι δεν θα μπορούσε παρά να έχει και μια εκκλησία. Το κτίριο έχει σχεδόν ρημάξει ενώ το όνομα που έδιναν κάποτε οι άνθρωποι για τον άγιο προστάτη του τόπου τους έχει πια χαθεί στη λήθη της λησμονιάς. Αν κάποιος άνθρωπος τύχαινε να μπει ποτέ στον μισοερειπωμένο ναό ίσως και να έβρισκε κάποιο εικόνισμα που να έχει να του πει μια ιστορία για το νησι βγαλμένη μέσα από τις ομίχλες του παρελθόντος.
  Αν και οι γάτες αδιαφόρησαν για το κυρίως κτίριο του ναού, κάνουν μεγάλες προσπάθειες ώστε να παραμείνει όρθιος και λειτουργικός ο πύργος του καμπαναριού καθώς και καθαυτή η καμπάνα μαζί με το σκοινί της. Το θέλουν, βλέπετε, το καμπαναριό, αφού κάθε 17η Μαρτίου, της Αγίας Γερτρούδης που είναι η προστάτιδα των γάτων και κάθε 30η Νοεμβρίου, του Αγίου Ανδρέα, προστάτη των ψαράδων, δύο, τρείς ή και περισσότερες γάτες γαντζώνονται στο σκοινί και σκαρφαλώνουν επάνω του παιχνιδιάρικα σημαίνοντας έτσι χαρμόσυνα τις καμπάνες για να τιμήσουν τους άγιους που τις προστατεύουν. Μπορεί και κάθε μια γάτα του χωριού να γαντζωθεί για λίγο με τα νύχια της στο σκοινί θέλοντας να συμβάλει και αυτή στην τελετουργία, τραβώντας την καμπάνα! Μα τω θεώ, θα πρέπει να είναι ένα συναρπαστικό θέαμα! Αναλογιστείτε μόνο την εικόνα ενός πλήθους από πολύχρωμες και μακρύτριχες γάτες Αιγαίου˙ ουρές σηκωμένες λες και αψηφούν τη βαρύτητα και σώματα που λυγίζουν και αναπηδούν ενόσω τρίβονται μεταξύ τους με μια παιχνιδιάρικη τρυφερότητα. Κάποιες ξεσπούν εφορμώντας σε μικρούς κύκλους. Δεν λείπει και ο αναπόφευκτος περιστασιακός μπάτσος μιας πιο γέρικης προς κάποια νεαρά που μπορεί να είναι κοντά της και της έχει σπάσει τα νεύρα πια με τα καμώματα της! Περιμένουν όλες μαζί η κάθε μια τη σειρά της να πηδήξει και να γατζωθεί επάνω στο σκοινί, μάτια γουρλωμένα σε εκείνη την αγαπημένη ψυχεδελικά παρανοϊκή έκφραση που έχουν οι γάτες όταν είναι σε υπερδιέγερση, για να κάνει και αυτή τις καμπάνες να σημάνουν. Μάτια να λαμπυρίζουν, κάθε ντιν και κάθε νταν από μια γιορτινή σπίθα!
 
   Έτσι, κάθε χρόνο, εκείνες τις δύο μέρες οι καμπάνες του μικρού αυτού και ξεχασμένου νησιού ηχούν χαρμόσυνα και ο αγέρας που σαρώνει τα νερά του Αιγαίου μεταφέρει τον ήχο τους πάνω από θάλασσες πότε σκούρες μπλε και γαλήνιες, ποτέ πάνω από ανταριασμένα νερά που επάνω τους εμφανίζονται άξαφνα – για να εξαφανιστούν εξίσου γρήγορα – εφήμερα λευκά προβατάκια, και ποτέ πάνω από νερά ταραγμένα που να μην φαίνεται το γαλάζιο καθόλου παρά μόνο οι λευκοί αφροί που βγάζει η θάλασσα από τη λύσσα της καθώς τη μαστιγώνει ο Αίολος.
  Τότε οι χωρικοί που έχουν απομείνει στα γύρω νησιά, τα πιο κοντινά, ακούν τον χαρμόσυνο ήχο από τις καμπάνες της Ψερίμυθου όπως τους τον μεταφέρει από την απόσταση ο αέρας του Αιγαίου και όσοι είναι στο ένα νησί νομίζουν ότι στο άλλο νησί σημαίνουν τις καμπάνες τους. Κανείς, ποτέ, δεν έχει φανταστεί ότι οι γάτες της Ψερίμυθου σημαίνουν τις δικές του καμπάνες!
 



Comments

  1. Εεεεε περιμέναμε τη συνέχεια της Ελένης

    ReplyDelete

Post a Comment

Popular posts from this blog

Ευγενίου Καραβία

Μπριάμ από αυτοκρατορική γενιά