Ω, τι κόσμος μπαμπά!

 


  Είμαι στο bar και απολαμβάνω το ποτάκι μου! Γύρω μου βρίσκονται κάποιοι συμμαθητές μου από το σχολείο, από το άλλο τμήμα. Τους βλέπω να χαβαλεδιάζουν˙ νέοι και ανέμελοι, όλοι τους γύρω στα εικοσιπέντε τους. Τους παρακολουθώ κάπως αποστασιοποιημένος, αν και συμμετέχω στην παρέα συμμεριζόμενος την καλή τους διάθεση. Όπως είπα, διαπιστώνω ότι κάθε ένας τους δεν έχει μεγαλώσει παρά μόνο πέντε με δέκα χρόνια το πολύ από τότε που τελειώσαμε την τρίτη λυκείου, ενώ εγώ είμαι πια πενήντα χρονών, όπως στην πραγματικότητα. Παρά ταύτα, αυτό δεν φαίνεται να τους απασχολεί, ούτε καν να τους κάνει εντύπωση!  Όχι μόνο δεν τους φαίνεται παράξενο που φαίνομαι σχεδόν σαν πατέρας τους, αλλά δείχνουν να μην το αξιολογούν καν, περιλαμβάνοντας και εμένα στο καλό κλίμα της πλακίτσας και του περιρρέοντος χαβαλέ. Η αλήθεια είναι πως αισθάνομαι μάλλον κάπως αποστασιοποιημένος  λόγω αυτής της περίεργης, ομολογουμένως, ηλικιακής απόκλισης που έχει προκύψει στα καλά καθούμενα μεταξύ εμού και των συμμαθητών μου, αλλά μονάχα μέσα μου, επιφανειακά συμμετέχω και εγώ˙ μάλιστα, δείχνω να είμαι χαρούμενος και γελαστός!
 
  Εδώ που τα λέμε, και ο χώρος του bar είναι κάπως παράξενος, θα έλεγα...
Αν και όλοι μας πίνουμε τις ποτάρες μας ανέμελοι, ο πάγκος δεν είναι ένας τυπικός πάγκος bar ούτε βλέπω να υπάρχει κάποιος μπάρμαν ή το σύνηθες σκηνικό που μπορεί κανείς να δει από την άλλη πλευρά του πάγκου καθώς σιγοπίνει το ποτό του˙ ίσως τον μεγάλο καθρέφτη, ενδεχομένως έναν νεροχύτη με κάποια βρύση αν σκύψει το κεφάλι του, και φυσικά τα αναπόφευκτα ράφια με τις ατελείωτες αράδες από μπουκάλια κονιάκ, βότκας, τζιν, ρούμι και ουίσκι, σε γνωστές ή και άγνωστες μάρκες, αλλά ακόμα και μπουκάλια από ποτά άγνωστα τα οποία ούτε που μπορεί να έχει ματαδεί. Αλλά εκτός από τον πάγκο, που είναι τα τραπέζια με τις καρέκλες? Που είναι οι υπόλοιποι θαμώνες? Μόνο εμείς είμαστε? Δεν υπάρχουν άλλες παρέες?
 
  Επιπλέον, αντί για όλα αυτά που συνήθως βλέπει κανείς σε ένα bar, εδώ το μόνο που υπάρχει είναι ένας χώρος άδειος από έπιπλα – τραπέζια και καρέκλες. Γύρω μας δεσπόζει ένας τοίχος σκοτωμένου ωχρού εκρού χρώματος – αυτό που λέμε άχρωμος – ενώ από τη μέσα πλευρά του πάγκου το μόνο που υπάρχει για να δει κανείς είναι – απροσδόκητα! – μια καρέκλα γραφείου. Επίσης, σε μια εσωτερική προεξοχή του πάγκου, σε ένα χαμηλότερο επίπεδο από εκείνο που ακουμπάμε τα ποτά μας και τους αγκώνες μας, μπορεί κανείς να δει μια τηλεφωνική συσκευή, μια οθόνη υπολογιστή και κάτι κόλλες χαρτιού σαν κόλλες αναφοράς.
  Αλλά και το σχήμα του χώρου είναι παράξενο, καθώς δεν είναι παρά μια μακρόστενη σούδα. Θα έλεγε κανείς ότι ο χώρος του bar αποτελεί απλά μια εσοχή ενός άλλου, μεγαλύτερου, χώρου. Δίχως παράθυρα, με εκείνο τον άχρωμο τοίχο να μας περιτριγυρίζει με μόνο του στολίδι ένα αδιάφορο κάδρο στη μια του πλευρά, ομολογουμένως κάπως παράξενος χώρος για bar
 
  Ξάφνου, ακούγεται μια φορτική φωνή! Γεμάτη άγχος και ένταση, με τόνους κεκαλυμμένης αποδοκιμασίας, ίσως, αλλά ακόμα και αν όντως υπάρχει και αποδοκιμασία μέσα στον τόνο της, η χροιά του επείγοντος – το κάλεσμα ότι πρέπει να εισακουστεί ανυπερθέτως – επικαλύπτει κάθε άλλο συναίσθημα. Πώς να μην απαιτεί να εισακουστεί ανυπερθέτως άλλωστε, αφού αυτό που φωνάζει είναι «Σήκω! Τρέχα γρήγορα! Πεθαίνει ο πατέρας σου!» Δεν γνωρίζω τη φωνή, οπότε προφανώς δεν γνωρίζω και τον ιδιοκτήτη της, όμως, παρά το ότι είμαστε στο χώρο τόσα άτομα, εγώ και οι συμμαθητές μου – να! Tώρα δα κάτι έλεγα στον Αλέξη πριν μας διακόψει˙ ηλικίας κάπου εικοσιπέντε με εικοσιοκτώ ο Αλέξης, δηλαδή όπως δεν τον έχω δει ποτέ μου στην πραγματικότητα, και εκείνος γελούσε, γελούσαμε δηλαδή και οι δύο, ενώ γύρω μας βρίσκονται τουλάχιστον άλλοι δέκα συμμαθητές μου από το άλλο τμήμα ‘yuking it up’, που λένε – ή μιλώντας και χαχανίζοντας σε επιμέρους πηγαδάκια, αν το προτιμάτε Ελληνιστί – το ξέρω πολύ καλά πως η φωνή εκείνη απευθύνεται σε εμένα, όπως επίσης γνωρίζω ότι αν δεν ήταν τέτοια η περίσταση θα με έβριζε κιόλας που κάθομαι και πίνω ποτάκια ενώ δίπλα πεθαίνει ο πατέρας μου. Βέβαια, εγώ που να το ξέρω? Τώρα το ακούω πρώτη φορά… Όπως και αν έχει το πράγμα, εφόσον ξέρω ότι εγώ είμαι αυτός στον οποίο απευθύνεται η άγνωστη αυτή φωνή που με τόση ένταση και φορτικότητα με πληροφορεί ότι πεθαίνει ο πατέρας μου, δεν κάθομαι να εξετάσω περαιτέρω αλλά παρατάω μονομιάς τα ποτάκια και τον Αλέξη με τους υπόλοιπους συμμαθητές μου – που, παρεμπιπτόντως, φαίνεται πως με κάποια σκοτεινή συνωμοσία από την οποία με έχουν αποκλείσει κατάφεραν να γεράσουν ούτε δέκα χρόνια από το 1994 ενώ εγώ έχω γεράσει κατά τριανταδύο – και τρέχω προς την κατεύθυνση από την οποία ακούστηκε εκείνη η επιτακτική φωνή που μου κομίζει το φριχτό αυτό μαντάτο.
 
  Τότε ήταν που το κατάλαβα πλέον για τα καλά ότι δεν ήμουν τελικά σε bar αλλά σε νοσοκομείο, σε μια πτέρυγα ενός από εκείνα τα νοσοκομεία που βρίσκονται επί της λεωφόρου Κηφισίας. Ένας φαρδύς διάδρομος˙ δεξιά μου το μεγάλο παράθυρο από όπου κανείς βλέπει μπροστά του όλο το Χαλάνδρι πιάτο, με τη θέα να ταξιδεύει το μάτι του παρατηρητή ως πέρα, στον Υμηττό, αλλά τέτοια ώρα τέτοια λόγια, ενώ μπροστά μου και όλο προς τα αριστερά μου ξεκινούν οι πόρτες. Ξύλινες πόρτες –
από πεπιεσμένο ξύλο, δηλαδή – με μια λωρίδα μεταλλική ή ίσως πλαστική στη μέση τους, ανοίγουν μέσα σε μονόκλινα και δίκλινα δωμάτια. Πόρτες κλειστές, ανοιχτές ή μισάνοιχτες, που διαχωρίζουν την πραγματικότητα της καθημερινής ζωής του έξω κόσμου από τον ατομικό πόνο και την ιδιωτική δυστυχία που επιφυλάσσουν οι αρρώστιες στους ανθρώπους, στον κάθε ένα ξεχωριστά. Βέβαια, όπως είπαμε, τώρα δεν είναι η ώρα για φιλοσοφίες, αφού, όπως φαίνεται, μόλις που προλαβαίνω να αποχαιρετίσω τον πατέρα μου. Μπουκάρω, λοιπόν, σαν σίφουνας πρώτα στο ένα δωμάτιο – εκείνο που έτυχε να είναι μπροστά μου – όπου μου αποκαλύφθηκε η δυστυχία δύο ξένων σε μένα ανθρώπων να την υπομένουν συντροφιά με τους δικούς τους. Τα ίδια και στο δεύτερο, που επίσης εφόρμησα ως ταύρος σε υαλοπωλείο αλλά και στο τρίτο. Εκεί μάλιστα, η νοσοκόμα που έτυχε να βρίσκεται σε αυτό καθώς μπήκα φουριόζος, μου είπε σε έντονο ύφος να περάσω έξω και άλλη φορά να χτυπώ την πόρτα πριν μπω. Πήγα να της εξηγήσω τι μου συμβαίνει αλλά μετά λέω, ‘τι νόημα έχει?’, αφού άλλωστε συνειδητοποίησα πως ο πατέρας μου δεν είναι καν άρρωστος ούτε και νοσηλεύεται στο νοσοκομείο, άρα πώς θα ήταν ποτέ δυνατόν να πεθαίνει, αφού μια χαρά είναι ο άνθρωπος!
 
  Με τη νέα αυτή συνειδητοποίηση αισθάνθηκα μια ξέφρενη χαρά και αγαλλίαση να διαπερνά το μυαλό μου και τις αισθήσεις μου! Έτσι, με μια άγρια κραυγή ανακούφισης αποτίναξα από πάνω μου το κακό αυτό που δεν με βρήκε και το ξόρκισα μακριά μου φωνάζοντας «Δεν είναι ο δικός μου πατέρας! Ας είναι όποιου άλλου,  καθόλου δεν με νοιάζει! Φτάνει που δεν είναι ο δικός μου!». Πολύ εγωιστικό, το αντιλαμβάνομαι, ελπίζω όμως στην κατανόηση σας!
 
  Εκεί που εκτόνωνα την ένταση και τον πρότερο μου τρόμο ωρυόμενος στη μέση του διαδρόμου της πτέρυγας του νοσοκομείου – δεν ξέρω δηλαδή μην είχαν βγει και τίποτα κεφάλια από μισάνοιχτες πόρτες να δουν τι συμβαίνει – ένα φορείο προβάλλει στο οπτικό μου πεδίο. Βεβαίως, το φορείο μπορεί να ήταν εκεί ήδη και να μην το είχα παρατηρήσει επάνω στην πρότερη μου παραζάλη. Στρωμένο κανονικά με τα σεντόνια του αλλά χωρίς ασθενή επάνω του, ήταν σαν να με καλούσε να ανέβω εγώ, όχι γιατί ήμουν άρρωστος ή ανήμπορος αλλά επειδή δείχνει τόσο ελκυστικά – τόσο λυτρωτικά – αναπαυτικό! Στο δεξί του μέρος και ο αναπόφευκτος ορός, φυσικά! Τι να τον κάνω τον ορό, θα μου πείτε… έλα όμως που, όσο παρατηρώ καλύτερα, διαπιστώνω πως τελικά δεν είναι ορός αλλά μπουκάλι με ουίσκι̇ και πόσο θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω ένα ποτό τώρα μετά από τόση ένταση και ταραχή!
 
  Ω, τι κόσμος, μπαμπά! Γεμάτος ευτράπελα!
 
  Όχι ουίσκι, μπάφοι με τρίφυλλα δεν αρκούν για να ανταπεξέλθει κανείς, για να αντέξει την αβάσταχτη του φαιδρότητα και ματαιότητα.

Comments

Popular posts from this blog

Ευγενίου Καραβία

Οι γάτες της Ψερίμυθου

Μπριάμ από αυτοκρατορική γενιά