Δεν είναι παρά ο αέρας...
To αφήγημα που θα διαβάσετε στις αμέσως επόμενες αράδες
αγαπητοί μου αναγνώστες το έχω εμπνευστεί από το τραγούδι των Pet Shop Boys από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 «It’s only the wind». Είναι ένα μελωδικότατο τραγούδι
με λυρικά ποιητικό στίχο. Δεν έγινε ποτέ κάποια από τις μεγαλύτερες
εμπορικές τους επιτυχίες αν και θεωρώ πως θα του άξιζε. Όπως και αν έχει, κατά
μια εκδοχή αναφέρεται στην οικογενειακή βία ενώ κατά μια άλλη στο HIV που τότε ήταν σχεδόν ανίατο και
πρακτικά έκανε θραύση.
Εγώ πιάνω την 1η εκδοχή, εκείνη
της ενδοοικογενειακής βίας. Πάμε λοιπόν να δούμε το αφηγηματάκι. Θα σας
πρότεινα να ακούσετε και το τραγούδι πριν, ή αφού, το διαβάσετε.
Εκεί στη γειτονιά είναι μια παλιά
πολυκατοικία από εκείνες που έχουν μεγάλους κήπους και διαμερίσματα που
ξεκινούν από το ισόγειο. Για να σας δώσω να καταλάβετε, τοίχοι άβαφοι εδώ και δεκαετίες
που πλέον κανείς δεν ξέρει ούτε θυμάται πιο ήταν το αρχικό τους χρώμα, αφού
έχουν πάρει πλέον διάφορες ακαθόριστες αποχρώσεις του γκρι και του καφέ.
Κατά καιρούς τα βήματα μου με φέρνουν μπροστά
από εκείνη την πολυκατοικία˙ είναι στο δρόμο μου άλλωστε. Είναι πολλές οι φορές
που έχει τύχει να έχω ακούσει φωνές από τα βάθη ενός ισόγειου διαμερίσματος καθώς
περνάω απέξω. Προφανώς, σκέφτηκα, το ζευγάρι που μένει εκεί θα πρέπει να αναλώνεται
συχνά πυκνά σε πικρούς τσακωμούς.
Πράγματι, δεν μου πήρε πολύ καιρό να αντιληφθώ ότι το σκηνικό αυτό, με τις φωνές και τις βρισιές που άκουγα να εξακοντίζονται ανάμεσα στο ζευγάρι – εκείνος να βρίζει χυδαία και να βλαστημάει εν εξάλλω, εκείνη να τσιρίζει σε μια παράφορη υστερία και ένα μικρό παιδάκι να κλαίει με αναφιλητά, προφανώς τρομαγμένο – ήταν αρκετά σύνηθες αφού άκουγα τέτοια «μπινελίκια» σχεδόν κάθε φορά που τύχαινε να περνάω οπότε κατέληξα στο εύλογο – θεωρώ – συμπέρασμα ότι αυτή η κατάσταση θα πρέπει να ήταν η συνήθης και να επαναλαμβάνονταν σε καθημερινή σχεδόν βάση και προφανώς δεν θα περίμεναν να δουν εμένα να περνάω μπροστά από το σπίτι τους ως το έναυσμα για να τσακωθούν προς «τέρψη» των ώτων μου. Μπορώ λοιπόν να πω ότι προβληματίστηκα˙ θέλησα να μάθω για εκείνους. Όντως, κινήθηκα διακριτικά κάνοντας ορισμένες φαινομενικά ασύνδετες ερωτήσεις εδώ και εκεί και έτσι, μέσα σε ένα μικρό χρονικό διάστημα, έμαθα διάφορα για αυτούς και για τις συνθήκες της ζωής τους. Εκείνος, μακροχρόνια άνεργος, είχε μειωθεί σε περιστασιακά «μαύρα» μεροκάματα, όλο και λιγότερα όσο περισσότερο τον τύλιγαν οι αναθυμιάσεις του αλκοόλ. Εκείνη, βάρδια σε super market και ότι άλλη δουλειά μπορούσε να βρει συμπληρωματικά πέρα από εκείνη τη βάρδια. Ένα μεροκάματο εδώ, ένα εκεί, κάποια μαύρα ή άλλα με ένσημα, ίσα για να συμπληρώνει την πενιχρή αμοιβή της σταθερής της δουλειάς. Υπήρχε και μια γιαγιά – προφανώς η μητέρα ενός εκ των δύο – που έρχονταν συχνά και κάθονταν με το παιδί ή το πηγαινοέφερνε και το παραλάμβανε από το νηπιαγωγείο ή τον παιδικό σταθμό που πρέπει να πήγαινε. Πολύ πιθανό και να τσόνταρε στα οικονομικά του σπιτιού από τη σύνταξή της, δε θα μου έκανε διόλου εντύπωση.
Την τελευταία φορά που έτυχε να περάσω από εκεί ήταν ένα συννεφιασμένο πρωϊνό – και τι αέρα που είχε εκείνη τη μέρα!… – γινόταν ένας χαμός στο διαμέρισμα˙ όχι απλά ο συνηθισμένος αλλά πολύ μεγαλύτερης έντασης, να λες 'θα σκοτωθούν στα αλήθεια αυτοί εκεί μέσα'. Οι συνήθεις φωνές, βρισιές, στριγκλιές, βλαστήμιες, αλλά εκείνη τη φορά – και αυτό ήταν το πιο τρομακτικό από όλα τα υπόλοιπα – συνοδεύονταν από βρόντους και κρότους, κάτι ήχοι σαν πόρτες να κλείνουν με φόρα ή πιάτα και διάφορα αντικείμενα να πετάγονται στο πάτωμα ή στους τοίχους και να σπάνε. Μέχρι που θα έλεγε κανείς ότι κάποιου είδους πάλη γίνονταν εκεί μέσα. Δεν ξέρω δηλαδή μην δεν είχαμε και κανένα καταχερισμό…
Η αλήθεια είναι πως εκείνη τη φορά δεν μπόρεσα να παριστάνω ότι δεν άκουγα τίποτα και να παραμείνω αδιάφορος λες και ήταν όλα εντάξει και δεν συμβαίνει κάτι άσχημο και παράξενο εκεί μέσα. Έβαλα λοιπόν μια φωνή «Ε! Όλα καλά εκεί?», και φυσικά το μετάνιωσα αμέσως μετά τη στιγμή που το εκστόμισα, τόσο αυθόρμητα μου βγήκε!
Φαίνεται, βέβαια, ότι και εκείνοι πρέπει να είχαν ξαναδεχτεί νύξεις ή ακόμα και παρόμοιες φωνές από περίοικους και περαστικούς πάνω σε διάφορους από τους θορυβώδεις καυγάδες τους – γύρευε τι σκηνές απείρου κάλλους θα πρέπει να είχαν εκτυλιχθεί, συχνά μάλιστα, σε εκείνο το δυστυχές σπίτι – οπότε ο χαλασμός κόπασε μεμιάς.
Μάλιστα, ευθύς αμέσως εμφανίστηκε στο παράθυρο εκείνος, και με ύφος προσποιητά μειλίχιο αστειεύθηκε κάπως αμήχανα κάνοντας ένα βεβιασμένα κωμικό σχόλιο για τη φασαρία και το σαματά που έκαναν, το οποίο βέβαια δεν θα μπορούσε παρά να είναι αποτυχημένο. Φυσικά, η αμηχανία ήταν αμοιβαία. Ξεστόμισα λοιπόν και εγώ ένα κάπως αιχμηρό σχόλιο σχετικά με το τι θεωρούσα ότι έκαναν που έδειξε αρκετή από την αποδοκιμασία μου. Δεν το ήθελα, ήταν κάπως σαν αυτοάμυνα. Εκείνος, με κοίταξε με ύφος εμφανώς παγερό αλλά εκείνο το επίπλαστο χαμόγελο του δεν έχασε ούτε μισό χιλιοστό. Μπορώ να πω ότι με αιφνιδίασε και με έφερε σε πολύ δύσκολη θέση όταν μου πρότεινε να περάσω μέσα να μιλήσουμε και να ησυχάσω ότι όλα ήταν εντάξει και καθώς πρέπει, αφού με «έκοπτε τόσο τι κάνει κάθε ένας σπίτι του», όπως σχολίασε όχι δίχως μια δόση ειρωνείας, ακόμα και κεκαλυμμένου θυμού. Με κάλεσε μέσα με δυνατή φωνή φωνάζοντας στη «Μαρία» - τη σύζυγο, προφανώς – ότι έχουν επισκέψεις.
Με έμπασε σε ένα μικρό και φτωχικό διαμέρισμα, αφού κατεβήκαμε πρώτα δύο ή τρία μικρά σκαλάκια. Μέσα, μια νέα γυναίκα με γυαλιά ηλίου – προφανώς η ‘Μαρία’ – μας υποδέχθηκε με ένα φορτικό και απόλυτα βεβιασμένο χαμόγελο. Μεγάλη εντύπωση μου έκανε το γεγονός ότι φορούσε γυαλιά ηλίου αν και ήταν μέσα στο σπίτι της, έτσι δεν μπορούσα παρά να καρφώσω το βλέμμα μου επάνω της. Ο σύζυγος με είδε που την κοιτούσα επίμονα και μπήκε μπροστά μου κάπως απότομα, προτρέποντάς με να καθίσω ενώ με ρώτησε με ψεύτικη θέρμη αν θα ήθελα να πιώ κάτι. Μια μυρωδιά από αλκοολ διέφυγε από την ανάσα του και πλανήθηκε στον αέρα˙ είτε ήδη είχε ξεκινήσει το πρώτο ποτηράκι της ημέρας ή χθες το βράδυ τα είχε κοπανήσει για τα καλά, δίχως φυσικά το ένα ενδεχόμενο να αποκλείει το άλλο. Έκατσα λοιπόν στον καναπέ που βρήκα μπροστά μου μα δε ζήτησα κάτι. Δεν ήξερα τι ακριβώς είχε γίνει, άλλωστε. Μόλις είχα βρεθεί σχεδόν παρείσακτος μέσα σε ένα ξένο σπίτι αφού πρώτα είχα κάνει σχόλια στους ενοίκους του για τη συμπεριφορά τους ενόσω περνούσα απέξω. Εύλογα λοιπόν ήμουν κάπως ταραγμένος ενώ δεν με βοηθούσε καθόλου το γεγονός ότι δεν μπορούσα να ψυχανεμίσω και τη διάθεση τους, ειδικά του συζύγου που δεν είχε παύσει στιγμή να έχει εκείνο το επίπλαστα μειλίχιο ύφος και ανάσα που ήδη μύριζε αλκοόλ πρωϊνιάτικα. Παραμέσα, στη σχετική απομόνωση της κουζίνας όπως φαίνονταν λοξά από το σαλονάκι, εκείνη η γιαγιά, μαγκωμένη είτε από ντροπή είτε από φόβο, μου έριχνε κλεφτές ματιές πίσω από τη μισόκλειστη πόρτα όταν θεωρούσε ότι δεν την έβλεπα ενώ παρίστανε πως έχει αφοσιωθεί στο αγοράκι που είχε στην αγκαλιά της, το οποίο μόλις είχε αρχίσει να ηρεμεί, οι λυγμοί του να πνίγονται στα γλυκά χάδια της γιαγιάς.
Όπως είπα, αισθανόμουν αρκετά άβολα, ακόμα και κάπως απειλούμενος κατά κάποιο τρόπο. Ένοιωθα σαν να είχα παραβιάσει το άσυλο κάποιων άγνωστων μου ανθρώπων, άλλο αν ήταν σαφώς προβληματικό, άλλο αν εκείνοι με προσκάλεσαν να εισέλθω έστω και κατόπιν δικής μου πρότερης νύξης σχετικά με τη συμπεριφορά τους. Για αυτό, χωρίς περιστροφές, τους είπα ότι άκουσα τις φωνές τους καθώς και κάτι κρότους σαν από πράγματα να σπάνε όπως περνούσα απέξω και για αυτό φώναξα, ενώ τους τόνισα ότι τους είχα ακούσει να τσακώνονται και άλλες φορές που είχε τύχει να περνάω από εκεί μια και περνώ συχνά από εκείνο το σημείο αφού είναι στο δρόμο μου. Επίσης, τους μίλησα με ακόμα μεγαλύτερη ειλικρίνεια, αποκαλύπτοντας τους ότι είχα ρωτήσει για εκείνους και είχα μάθει σχετικά, χωρίς, ωστόσο, να έχω ουδεμία πρόθεση να παρέμβω στα οικογενειακά τους, αν και κρίνοντας από τους καυγάδες που άκουγα σχεδόν κάθε φορά που τύχαινε να περνάω από το σπίτι τους, θα έλεγα πως τελικά όντως μπορεί να χρίζουν βοήθειας και κάποιας εξωτερικής παρέμβασης και ας μου συγχωρέσουν αυτό μου το σχόλιο.
Τότε ήταν που η σύζυγος, που ακόμα δεν είχε βγάλει τα γυαλιά ηλίου και ούτε φαινόταν να είχε σκοπό να τα βγάλει, έπεσε να με φάει λέγοντας μου – φωνάζοντας μάλιστα όλο περισσότερο όσο έλεγε – πως όλα όσα μου είχαν πει «οι καλοθελητές που ρώτησα», όπως τους ανέφερε, ήταν κακοήθειες απαράδεκτες και ανυπόστατες. Ναι, μπορεί όπως όλα τα ζευγάρια να τσακώνονταν καμιά φορά, ή ακόμα και συχνά, μια και το ανέφερα, και τότε πράγματι μπορεί να ακούγονταν οι φωνές τους, αλλά κανείς δεν έχει το δικαίωμα να σχολιάζει και να κατηγορεί έτσι φτωχούς ανθρώπους που προσπαθούν να κρατήσουν το κεφάλι τους στην επιφάνεια και να έχω υπόψη μου ότι ο άντρας της ήταν πολύ άτυχος που δεν μπορούσε να βρει μια σταθερή δουλειά, αφού τίποτα δεν του έλλειπε και είχε όλα τα προσόντα.
Και, «Ψέματα! Κακοήθειες! Εδώ σε αυτό το σπίτι κανείς δεν κλαίει ποτέ, εδώ όλοι χαμογελάμε και όλα είναι εντάξει, τι είναι αυτά που φαντάζεσαι? Κανείς δεν κρύβεται πίσω από κλειδωμένες ή και μισόκλειστες πόρτες και αυτή είναι η αλήθεια, αφού άλλωστε σε αυτό το σπίτι δεν λέει πια κανείς ποτέ ψέματα» ...(Η γιαγιά που κρύβονταν μέσα από τη μισόκλειστη πόρτα μου έριξε μόλις άλλη μια κλεφτή ματιά)....
Εκεί ήταν που πετάχτηκε και ο σύζυγος, θέλοντας να συνεισφέρει και αυτός στη συζήτηση, εκείνη η φευγαλέα μυρωδιά αλκοόλ εγκατεστημένη για τα καλά στο χνώτο του, ότι, ναι, πράγματι πιο παλιά καμιά φορά έπινε, και ίσως να έπινε πολύ˙ ενδεχομένως περισσότερο από όσο θα έπρεπε, αλλά «τώρα πια δεν αγγίζω ούτε γουλιά» και, υψώνοντας το χέρι του με την παλάμη ίσια και κλειστή, σε μια στιγμιαία, σχεδόν φευγαλέα, κίνηση που καλά-καλά δεν πρόλαβε να πιάσει το μάτι μου, συνέχισε λέγοντας «Να! Δες τα χέρια μου, ούτε που τρέμουν! Κάποιο λάθος κάνεις – κάποιο λάθος κάνετε όλοι – εγώ πια ξέρω πότε να σταματήσω». Από την πλευρά μου, απέφυγα να τον ρωτήσω τι εννοούσε με το τελευταίο σχόλιο, τι ακριβώς ξέρει πότε να σταματά, όμως από την άλλη δεν μπορούσα να το αφήσω να πέσει εντελώς…
Έτσι, λέω και εγώ «μα, όλοι αυτοί οι κρότοι, όλος αυτός ο χαμός?» Μπα, λένε εν χορώ, τίποτα δεν ήταν αυτά, δεν ξέρουμε τι άκουσες αλλά οπωσδήποτε δεν ήταν από εμάς. Άκου πως φυσάει, άλλωστε! Μπορεί κάπου να βρόντηξε μια πόρτα κλείνοντας απότομα και επειδή άκουγες τις φωνές από το διαμέρισμα μας να παρανόησες, να νόμισες ότι όλος αυτός ο σαματάς έρχεται από εμάς. Εντάξει, μπορεί να έχουν σπάσει λίγο τα νεύρα μας και κάποιες φορές να τσακωνόμαστε αλλά κάθε φορά είναι κάτι πρόσκαιρο, όχι κάτι περισσότερο από μια θύελλα που ξεσπά, όχι κάτι περισσότερο για αυτό ας μην το κάνουμε να δείχνει σαν μελόδραμα. Άλλωστε, όπως το λέει και η παροιμία, καλύτερα να σου βγει το μάτι παρά το όνομα. Είμαστε όμως καλά, την παλεύουμε και είμαστε απόλυτα βέβαιοι ότι όλα θα μας πάνε πάρα πολύ καλά και πως στο τέλος θα τα καταφέρουμε, για αυτό μην έχεις ούτε εσύ ούτε και όλοι οι άλλοι καλοθελητές καμία ανησυχία και μην ασχολείστε άλλο μαζί μας.
Πλέον, δεν είχα καμία δουλειά να είμαι σπίτι τους – αν ποτέ είχα, που αμφιβάλλω –
οπότε, αφού απολογήθηκα για την ενόχληση και την αναστάτωση που οπωσδήποτε θα πρέπει να τους προξένησα με αυτή την αδιακρισία μου, σηκώθηκα να φύγω παριστάνοντας πως είμαι πεπεισμένος ότι όλα ήταν κανονικά σε εκείνο το σπίτι˙ εκείνη με τα γυαλιά ηλίου, εκείνος με την ανάσα που ανέδιδε ποικίλλες νότες αλκοόλ πρωϊνιάτικα και εκείνο το μειλίχιο χαμόγελο παγιωμένο σαν σε μουτσούνα, την έντρομη γιαγιά που δίχως να εμφανιστεί καν έριχνε κλεφτές ματιές όταν νόμιζε πως δεν την κοιτούσα, και πως όλο αυτό το σαματά τον έκανε γύρω μου ο αέρας και μόνο. Παραδέχτηκα για τα προσχήματα ότι όντως θα πρέπει να μπερδεύτηκα επειδή ακούστηκε από κάπου αλλού ένας βρόντος ακριβώς τη στιγμή εκείνη που περνούσα έξω από το σπίτι τους ενώ εκείνοι έτυχε να φωνάζουν.
Εδώ που τα λέμε, όντως φυσούσε πολύ ο αέρας εκείνη τη μέρα! Άκου τον, τον άτιμο, πως φυσά, και όπως φυσά περιδηνίζει τα πεσμένα φύλλα και σκορπά εδώ και εκεί τα σκουπίδια του δρόμου! Λίγο να φυσήξει παραπάνω και δέντρα ολόκληρα σωριάζονται! Ναι, δεν μπορεί παρά να άκουσα τον άνεμο που σπρώχνει πεταμένα κουτάκια από μπύρες και αναψυκτικά έτσι όπως φυσάει και δημιουργεί αυτή την κακοφωνία στο δρόμο. Να! Άκου! Λίγο πιο πέρα σε έναν κάδο σκουπιδιών το καπάκι χτυπάει στο πίσω του μέρος όπως είναι ανοικτό, κάνοντας τόσο μεγάλο και απαίσιο σαματά καθώς το χορεύει ο άνεμος στον ξέφρενό του ρυθμό.
Είδες πως σε πιάνει ο αέρας απροετοίμαστο? Ξεκινά άξαφνα εκεί που κάθεσαι και πως σταματά έτσι απότομα πριν πάρεις καν είδηση!
Ναι μωρέ, δίκιο είχαν οι άνθρωποι! Τελικά δεν
ήταν παρά ο αέρας!
Πεπεισμένος για αυτό, έφυγα και συνέχισα το δρόμο μου.
Όμως δεν ξαναπέρασα ποτέ από εκείνο το σημείο.
Από εδώ και εμπρός πηγαίνω από αλλού…
Πράγματι, δεν μου πήρε πολύ καιρό να αντιληφθώ ότι το σκηνικό αυτό, με τις φωνές και τις βρισιές που άκουγα να εξακοντίζονται ανάμεσα στο ζευγάρι – εκείνος να βρίζει χυδαία και να βλαστημάει εν εξάλλω, εκείνη να τσιρίζει σε μια παράφορη υστερία και ένα μικρό παιδάκι να κλαίει με αναφιλητά, προφανώς τρομαγμένο – ήταν αρκετά σύνηθες αφού άκουγα τέτοια «μπινελίκια» σχεδόν κάθε φορά που τύχαινε να περνάω οπότε κατέληξα στο εύλογο – θεωρώ – συμπέρασμα ότι αυτή η κατάσταση θα πρέπει να ήταν η συνήθης και να επαναλαμβάνονταν σε καθημερινή σχεδόν βάση και προφανώς δεν θα περίμεναν να δουν εμένα να περνάω μπροστά από το σπίτι τους ως το έναυσμα για να τσακωθούν προς «τέρψη» των ώτων μου. Μπορώ λοιπόν να πω ότι προβληματίστηκα˙ θέλησα να μάθω για εκείνους. Όντως, κινήθηκα διακριτικά κάνοντας ορισμένες φαινομενικά ασύνδετες ερωτήσεις εδώ και εκεί και έτσι, μέσα σε ένα μικρό χρονικό διάστημα, έμαθα διάφορα για αυτούς και για τις συνθήκες της ζωής τους. Εκείνος, μακροχρόνια άνεργος, είχε μειωθεί σε περιστασιακά «μαύρα» μεροκάματα, όλο και λιγότερα όσο περισσότερο τον τύλιγαν οι αναθυμιάσεις του αλκοόλ. Εκείνη, βάρδια σε super market και ότι άλλη δουλειά μπορούσε να βρει συμπληρωματικά πέρα από εκείνη τη βάρδια. Ένα μεροκάματο εδώ, ένα εκεί, κάποια μαύρα ή άλλα με ένσημα, ίσα για να συμπληρώνει την πενιχρή αμοιβή της σταθερής της δουλειάς. Υπήρχε και μια γιαγιά – προφανώς η μητέρα ενός εκ των δύο – που έρχονταν συχνά και κάθονταν με το παιδί ή το πηγαινοέφερνε και το παραλάμβανε από το νηπιαγωγείο ή τον παιδικό σταθμό που πρέπει να πήγαινε. Πολύ πιθανό και να τσόνταρε στα οικονομικά του σπιτιού από τη σύνταξή της, δε θα μου έκανε διόλου εντύπωση.
Την τελευταία φορά που έτυχε να περάσω από εκεί ήταν ένα συννεφιασμένο πρωϊνό – και τι αέρα που είχε εκείνη τη μέρα!… – γινόταν ένας χαμός στο διαμέρισμα˙ όχι απλά ο συνηθισμένος αλλά πολύ μεγαλύτερης έντασης, να λες 'θα σκοτωθούν στα αλήθεια αυτοί εκεί μέσα'. Οι συνήθεις φωνές, βρισιές, στριγκλιές, βλαστήμιες, αλλά εκείνη τη φορά – και αυτό ήταν το πιο τρομακτικό από όλα τα υπόλοιπα – συνοδεύονταν από βρόντους και κρότους, κάτι ήχοι σαν πόρτες να κλείνουν με φόρα ή πιάτα και διάφορα αντικείμενα να πετάγονται στο πάτωμα ή στους τοίχους και να σπάνε. Μέχρι που θα έλεγε κανείς ότι κάποιου είδους πάλη γίνονταν εκεί μέσα. Δεν ξέρω δηλαδή μην δεν είχαμε και κανένα καταχερισμό…
Η αλήθεια είναι πως εκείνη τη φορά δεν μπόρεσα να παριστάνω ότι δεν άκουγα τίποτα και να παραμείνω αδιάφορος λες και ήταν όλα εντάξει και δεν συμβαίνει κάτι άσχημο και παράξενο εκεί μέσα. Έβαλα λοιπόν μια φωνή «Ε! Όλα καλά εκεί?», και φυσικά το μετάνιωσα αμέσως μετά τη στιγμή που το εκστόμισα, τόσο αυθόρμητα μου βγήκε!
Φαίνεται, βέβαια, ότι και εκείνοι πρέπει να είχαν ξαναδεχτεί νύξεις ή ακόμα και παρόμοιες φωνές από περίοικους και περαστικούς πάνω σε διάφορους από τους θορυβώδεις καυγάδες τους – γύρευε τι σκηνές απείρου κάλλους θα πρέπει να είχαν εκτυλιχθεί, συχνά μάλιστα, σε εκείνο το δυστυχές σπίτι – οπότε ο χαλασμός κόπασε μεμιάς.
Μάλιστα, ευθύς αμέσως εμφανίστηκε στο παράθυρο εκείνος, και με ύφος προσποιητά μειλίχιο αστειεύθηκε κάπως αμήχανα κάνοντας ένα βεβιασμένα κωμικό σχόλιο για τη φασαρία και το σαματά που έκαναν, το οποίο βέβαια δεν θα μπορούσε παρά να είναι αποτυχημένο. Φυσικά, η αμηχανία ήταν αμοιβαία. Ξεστόμισα λοιπόν και εγώ ένα κάπως αιχμηρό σχόλιο σχετικά με το τι θεωρούσα ότι έκαναν που έδειξε αρκετή από την αποδοκιμασία μου. Δεν το ήθελα, ήταν κάπως σαν αυτοάμυνα. Εκείνος, με κοίταξε με ύφος εμφανώς παγερό αλλά εκείνο το επίπλαστο χαμόγελο του δεν έχασε ούτε μισό χιλιοστό. Μπορώ να πω ότι με αιφνιδίασε και με έφερε σε πολύ δύσκολη θέση όταν μου πρότεινε να περάσω μέσα να μιλήσουμε και να ησυχάσω ότι όλα ήταν εντάξει και καθώς πρέπει, αφού με «έκοπτε τόσο τι κάνει κάθε ένας σπίτι του», όπως σχολίασε όχι δίχως μια δόση ειρωνείας, ακόμα και κεκαλυμμένου θυμού. Με κάλεσε μέσα με δυνατή φωνή φωνάζοντας στη «Μαρία» - τη σύζυγο, προφανώς – ότι έχουν επισκέψεις.
Με έμπασε σε ένα μικρό και φτωχικό διαμέρισμα, αφού κατεβήκαμε πρώτα δύο ή τρία μικρά σκαλάκια. Μέσα, μια νέα γυναίκα με γυαλιά ηλίου – προφανώς η ‘Μαρία’ – μας υποδέχθηκε με ένα φορτικό και απόλυτα βεβιασμένο χαμόγελο. Μεγάλη εντύπωση μου έκανε το γεγονός ότι φορούσε γυαλιά ηλίου αν και ήταν μέσα στο σπίτι της, έτσι δεν μπορούσα παρά να καρφώσω το βλέμμα μου επάνω της. Ο σύζυγος με είδε που την κοιτούσα επίμονα και μπήκε μπροστά μου κάπως απότομα, προτρέποντάς με να καθίσω ενώ με ρώτησε με ψεύτικη θέρμη αν θα ήθελα να πιώ κάτι. Μια μυρωδιά από αλκοολ διέφυγε από την ανάσα του και πλανήθηκε στον αέρα˙ είτε ήδη είχε ξεκινήσει το πρώτο ποτηράκι της ημέρας ή χθες το βράδυ τα είχε κοπανήσει για τα καλά, δίχως φυσικά το ένα ενδεχόμενο να αποκλείει το άλλο. Έκατσα λοιπόν στον καναπέ που βρήκα μπροστά μου μα δε ζήτησα κάτι. Δεν ήξερα τι ακριβώς είχε γίνει, άλλωστε. Μόλις είχα βρεθεί σχεδόν παρείσακτος μέσα σε ένα ξένο σπίτι αφού πρώτα είχα κάνει σχόλια στους ενοίκους του για τη συμπεριφορά τους ενόσω περνούσα απέξω. Εύλογα λοιπόν ήμουν κάπως ταραγμένος ενώ δεν με βοηθούσε καθόλου το γεγονός ότι δεν μπορούσα να ψυχανεμίσω και τη διάθεση τους, ειδικά του συζύγου που δεν είχε παύσει στιγμή να έχει εκείνο το επίπλαστα μειλίχιο ύφος και ανάσα που ήδη μύριζε αλκοόλ πρωϊνιάτικα. Παραμέσα, στη σχετική απομόνωση της κουζίνας όπως φαίνονταν λοξά από το σαλονάκι, εκείνη η γιαγιά, μαγκωμένη είτε από ντροπή είτε από φόβο, μου έριχνε κλεφτές ματιές πίσω από τη μισόκλειστη πόρτα όταν θεωρούσε ότι δεν την έβλεπα ενώ παρίστανε πως έχει αφοσιωθεί στο αγοράκι που είχε στην αγκαλιά της, το οποίο μόλις είχε αρχίσει να ηρεμεί, οι λυγμοί του να πνίγονται στα γλυκά χάδια της γιαγιάς.
Όπως είπα, αισθανόμουν αρκετά άβολα, ακόμα και κάπως απειλούμενος κατά κάποιο τρόπο. Ένοιωθα σαν να είχα παραβιάσει το άσυλο κάποιων άγνωστων μου ανθρώπων, άλλο αν ήταν σαφώς προβληματικό, άλλο αν εκείνοι με προσκάλεσαν να εισέλθω έστω και κατόπιν δικής μου πρότερης νύξης σχετικά με τη συμπεριφορά τους. Για αυτό, χωρίς περιστροφές, τους είπα ότι άκουσα τις φωνές τους καθώς και κάτι κρότους σαν από πράγματα να σπάνε όπως περνούσα απέξω και για αυτό φώναξα, ενώ τους τόνισα ότι τους είχα ακούσει να τσακώνονται και άλλες φορές που είχε τύχει να περνάω από εκεί μια και περνώ συχνά από εκείνο το σημείο αφού είναι στο δρόμο μου. Επίσης, τους μίλησα με ακόμα μεγαλύτερη ειλικρίνεια, αποκαλύπτοντας τους ότι είχα ρωτήσει για εκείνους και είχα μάθει σχετικά, χωρίς, ωστόσο, να έχω ουδεμία πρόθεση να παρέμβω στα οικογενειακά τους, αν και κρίνοντας από τους καυγάδες που άκουγα σχεδόν κάθε φορά που τύχαινε να περνάω από το σπίτι τους, θα έλεγα πως τελικά όντως μπορεί να χρίζουν βοήθειας και κάποιας εξωτερικής παρέμβασης και ας μου συγχωρέσουν αυτό μου το σχόλιο.
Τότε ήταν που η σύζυγος, που ακόμα δεν είχε βγάλει τα γυαλιά ηλίου και ούτε φαινόταν να είχε σκοπό να τα βγάλει, έπεσε να με φάει λέγοντας μου – φωνάζοντας μάλιστα όλο περισσότερο όσο έλεγε – πως όλα όσα μου είχαν πει «οι καλοθελητές που ρώτησα», όπως τους ανέφερε, ήταν κακοήθειες απαράδεκτες και ανυπόστατες. Ναι, μπορεί όπως όλα τα ζευγάρια να τσακώνονταν καμιά φορά, ή ακόμα και συχνά, μια και το ανέφερα, και τότε πράγματι μπορεί να ακούγονταν οι φωνές τους, αλλά κανείς δεν έχει το δικαίωμα να σχολιάζει και να κατηγορεί έτσι φτωχούς ανθρώπους που προσπαθούν να κρατήσουν το κεφάλι τους στην επιφάνεια και να έχω υπόψη μου ότι ο άντρας της ήταν πολύ άτυχος που δεν μπορούσε να βρει μια σταθερή δουλειά, αφού τίποτα δεν του έλλειπε και είχε όλα τα προσόντα.
Και, «Ψέματα! Κακοήθειες! Εδώ σε αυτό το σπίτι κανείς δεν κλαίει ποτέ, εδώ όλοι χαμογελάμε και όλα είναι εντάξει, τι είναι αυτά που φαντάζεσαι? Κανείς δεν κρύβεται πίσω από κλειδωμένες ή και μισόκλειστες πόρτες και αυτή είναι η αλήθεια, αφού άλλωστε σε αυτό το σπίτι δεν λέει πια κανείς ποτέ ψέματα» ...(Η γιαγιά που κρύβονταν μέσα από τη μισόκλειστη πόρτα μου έριξε μόλις άλλη μια κλεφτή ματιά)....
Εκεί ήταν που πετάχτηκε και ο σύζυγος, θέλοντας να συνεισφέρει και αυτός στη συζήτηση, εκείνη η φευγαλέα μυρωδιά αλκοόλ εγκατεστημένη για τα καλά στο χνώτο του, ότι, ναι, πράγματι πιο παλιά καμιά φορά έπινε, και ίσως να έπινε πολύ˙ ενδεχομένως περισσότερο από όσο θα έπρεπε, αλλά «τώρα πια δεν αγγίζω ούτε γουλιά» και, υψώνοντας το χέρι του με την παλάμη ίσια και κλειστή, σε μια στιγμιαία, σχεδόν φευγαλέα, κίνηση που καλά-καλά δεν πρόλαβε να πιάσει το μάτι μου, συνέχισε λέγοντας «Να! Δες τα χέρια μου, ούτε που τρέμουν! Κάποιο λάθος κάνεις – κάποιο λάθος κάνετε όλοι – εγώ πια ξέρω πότε να σταματήσω». Από την πλευρά μου, απέφυγα να τον ρωτήσω τι εννοούσε με το τελευταίο σχόλιο, τι ακριβώς ξέρει πότε να σταματά, όμως από την άλλη δεν μπορούσα να το αφήσω να πέσει εντελώς…
Έτσι, λέω και εγώ «μα, όλοι αυτοί οι κρότοι, όλος αυτός ο χαμός?» Μπα, λένε εν χορώ, τίποτα δεν ήταν αυτά, δεν ξέρουμε τι άκουσες αλλά οπωσδήποτε δεν ήταν από εμάς. Άκου πως φυσάει, άλλωστε! Μπορεί κάπου να βρόντηξε μια πόρτα κλείνοντας απότομα και επειδή άκουγες τις φωνές από το διαμέρισμα μας να παρανόησες, να νόμισες ότι όλος αυτός ο σαματάς έρχεται από εμάς. Εντάξει, μπορεί να έχουν σπάσει λίγο τα νεύρα μας και κάποιες φορές να τσακωνόμαστε αλλά κάθε φορά είναι κάτι πρόσκαιρο, όχι κάτι περισσότερο από μια θύελλα που ξεσπά, όχι κάτι περισσότερο για αυτό ας μην το κάνουμε να δείχνει σαν μελόδραμα. Άλλωστε, όπως το λέει και η παροιμία, καλύτερα να σου βγει το μάτι παρά το όνομα. Είμαστε όμως καλά, την παλεύουμε και είμαστε απόλυτα βέβαιοι ότι όλα θα μας πάνε πάρα πολύ καλά και πως στο τέλος θα τα καταφέρουμε, για αυτό μην έχεις ούτε εσύ ούτε και όλοι οι άλλοι καλοθελητές καμία ανησυχία και μην ασχολείστε άλλο μαζί μας.
Πλέον, δεν είχα καμία δουλειά να είμαι σπίτι τους – αν ποτέ είχα, που αμφιβάλλω –
οπότε, αφού απολογήθηκα για την ενόχληση και την αναστάτωση που οπωσδήποτε θα πρέπει να τους προξένησα με αυτή την αδιακρισία μου, σηκώθηκα να φύγω παριστάνοντας πως είμαι πεπεισμένος ότι όλα ήταν κανονικά σε εκείνο το σπίτι˙ εκείνη με τα γυαλιά ηλίου, εκείνος με την ανάσα που ανέδιδε ποικίλλες νότες αλκοόλ πρωϊνιάτικα και εκείνο το μειλίχιο χαμόγελο παγιωμένο σαν σε μουτσούνα, την έντρομη γιαγιά που δίχως να εμφανιστεί καν έριχνε κλεφτές ματιές όταν νόμιζε πως δεν την κοιτούσα, και πως όλο αυτό το σαματά τον έκανε γύρω μου ο αέρας και μόνο. Παραδέχτηκα για τα προσχήματα ότι όντως θα πρέπει να μπερδεύτηκα επειδή ακούστηκε από κάπου αλλού ένας βρόντος ακριβώς τη στιγμή εκείνη που περνούσα έξω από το σπίτι τους ενώ εκείνοι έτυχε να φωνάζουν.
Εδώ που τα λέμε, όντως φυσούσε πολύ ο αέρας εκείνη τη μέρα! Άκου τον, τον άτιμο, πως φυσά, και όπως φυσά περιδηνίζει τα πεσμένα φύλλα και σκορπά εδώ και εκεί τα σκουπίδια του δρόμου! Λίγο να φυσήξει παραπάνω και δέντρα ολόκληρα σωριάζονται! Ναι, δεν μπορεί παρά να άκουσα τον άνεμο που σπρώχνει πεταμένα κουτάκια από μπύρες και αναψυκτικά έτσι όπως φυσάει και δημιουργεί αυτή την κακοφωνία στο δρόμο. Να! Άκου! Λίγο πιο πέρα σε έναν κάδο σκουπιδιών το καπάκι χτυπάει στο πίσω του μέρος όπως είναι ανοικτό, κάνοντας τόσο μεγάλο και απαίσιο σαματά καθώς το χορεύει ο άνεμος στον ξέφρενό του ρυθμό.
Είδες πως σε πιάνει ο αέρας απροετοίμαστο? Ξεκινά άξαφνα εκεί που κάθεσαι και πως σταματά έτσι απότομα πριν πάρεις καν είδηση!
Πεπεισμένος για αυτό, έφυγα και συνέχισα το δρόμο μου.

Comments
Post a Comment