Ετερονομία, η διαιώνιση μιας νοοτροπίας και κατάστασης

  
  Αυτό που θα διαβάσετε είναι το τελευταίο μου post περί ετερονομίας. Αφού έκανα μια ιστορική αναδρομή, έφτασα πλέον στον 20 αιώνα. 

Σας θυμίζω ότι, κατά τις αρχές του 20ου αιώνα είχαν πλέον ωριμάσει οι συνθήκες για τη διάλυση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και οι νέες χώρες που είχαν συσταθεί στα Βαλκάνια, δηλαδή η Ελλάδα, η Βουλγαρία και η Σερβία, να μοιραστούν τα ευρωπαϊκά της εδάφη. Αυτό έγινε με τους Βαλκανικούς πολέμους όπου στο πλαίσιο του 2ου Βαλκανικού πολέμου η κάθε μία από αυτές τις χώρες διεκδίκησε σημαντικές εδαφικές προσαρτήσεις και αύξησε την επικράτειά της κατά πολύ. Όπως τα έφερε η συγκυρία, ή η πρόνοια κατά άλλους, η Ελλάδα φάνηκε – στάθηκε αν θέλετε – η πιο ευνοημένη από τις τρείς συμπλεκόμενες χώρες αφού κατόρθωσε να προσαρτήσει στην επικράτειά της τη Θεσσαλονίκη, που ήταν άλλωστε το μήλο της Έριδος, και να δημιουργήσει ένα τόξο εκτεινόμενο στο νότιο τμήμα της Βαλκανικής χερσονήσου από τη Χαλκιδική στα δυτικά έως τον ποταμό Έβρο προς ανατολάς. Παρεπιπτόντως, ο τρόπος που επεκτάθηκε η χώρα μας έδωσε την ευκαιρία στην Αλβανική εθνοτική υπόσταση να πραγματωθεί σε ξεχωριστό κράτος, αφού αν ο Ελληνικός στρατός πήγαινε προς τα βόρεια αντί για τα ανατολικά εικάζω πως μπορεί να είχαμε σήμερα μια χώρα που θα έφθανε ως τη Σκόδρα και τα Σκόπια και θα περιλάμβανε στην επικράτειά της το γεωγραφικό χώρο που αποτελεί σήμερα την Αλβανία, πιθανότατα όμως να είχαμε χάσει την εδαφική μας επέκταση προς ανατολάς και προφανώς και τη Θεσσαλονίκη. Αν είχαν γίνει έτσι τα πράγματα δεν αποκλείεται να είχαμε και εμείς την τύχη που είχε η Γιουγκοσλαβία κατά τη δεκαετία του ’90…
  Ανεξαρτήτως των λεπτομερειών της στρατιωτικής ιστορίας, γεγονός παραμένει η ενσωμάτωση στην επικράτεια του Ελληνικού κράτους μιας περιοχής ίσης σχεδόν σε έκταση με αυτή της έως τότε υφιστάμενης, περίπου ογδόντα χρόνια μετά τη σύσταση του Ελληνικού κράτους. Λίγα χρόνια αργότερα επήλθε η μικρασιατική καταστροφή με μοναδικό θετικό πρόσημο για τους Έλληνες και την Ελλάδα το γεγονός ότι, λόγω της εθνοκάθαρσης του τότε νεοσυσταθέντος Τουρκικού κράτους, πολλοί Έλληνες ή Ορθόδοξοι Χριστιανοί της Μικράς Ασίας βρήκαν μια νέα πατρίδα στις προσφάτως λυτρωθείσες, ή προσαρτηθείσες, περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης μετά από τον βίαιο ξεριζωμό τους από τις προαιώνιες πατρίδες των προγόνων τους, δίνοντας έτσι στις περιοχές αυτές μια πνοή και μια δυναμική που ίσως δύσκολα θα μπορούσαν να είχαν αναπτύξει διαφορετικά εντός της Ελληνικής επικράτειας αφού προ της έλευσης των προσφύγων ο πληθυσμός τους ήταν πολύ αραιός, κατόπιν και των αναπόφευκτων ανταλλαγών πληθυσμών.
 
  Ογδόντα χρόνια είναι ένα μεγάλο χρονικό διάστημα κατά την αντίληψη της ζωής ενός ανθρώπου. Είναι, επίσης, αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα για την εδραίωση μιας νεοσυσταθείσας χώρας. Έτσι λοιπόν, όταν οι περιοχές αυτές έγιναν Ελληνικές, ήδη υπήρχε στη χώρα ένα εδραιωμένο κατεστημένο με τα θετικά του και τα αρνητικά του χαρακτηριστικά το οποίο είχε διαμορφωθεί χωρίς την επιρροή των νέων αυτών περιοχών, στις οποίες ωστόσο ξεκίνησε να επιδρά σημαντικά από τη στιγμή που συμπεριλήφθηκαν στην επικράτεια της ελληνικής Πολιτείας. Προφανώς οι νέες αυτές περιοχές, των οποίων η έκταση ήταν σχεδόν όση και η έκταση της χώρας πριν την προσάρτηση τους, θα έπρεπε να επανδρωθούν με κρατικό μηχανισμό˙ διοικητικούς, εφοριακούς, αστυνόμους και πάει λέγοντας. Γίνεται λοιπόν αντιληπτό και ίσως είναι κατανοητό ως ένα βαθμό ότι, ιδιαίτερα οι υψηλόβαθμοι κρατικοί λειτουργοί ήρθαν στη βόρειο από τη νότιο Ελλάδα όπου ήδη υπήρχε εδραιωμένο κατεστημένο κυβερνόντων, εφόσον οι αυτόχθονες αλλά και οι πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία που εγκαταστάθηκαν εκεί, δεν ήταν δυνατόν να προλάβουν να οργανωθούν διοικητικά από μόνοι τους κάτω από τις συνθήκες εκείνες. Για να πω την πάσα αλήθεια μου, ούτε και θεωρώ ότι θα τους άφηναν οι νότιοι. Ήρθαν, λοιπόν, φερτοί – βαλτοί – από τη νότιο Ελλάδα για να διοικήσουν τις νέες περιοχές.
  Δεν είχα ποτέ μου την εμπειρία του να έχω εξουσία, μικρή ή μεγάλη, λένε πάντως ότι η εξουσία διαφθείρει. Θεωρώντας ότι δεν πρέπει να έγινε κάτι διαφορετικό από αυτό που γίνεται συνήθως στην περίπτωση της εύρυθμης και ομαλής ένταξης των βορείων περιοχών της χώρας στα γρανάζια του υφιστάμενου κρατικού μηχανισμού, μάλλον διαπιστώνω τη ρίζα μιας υποβόσκουσας ενδοεθνοτικής αντιπαραβολής μεταξύ βορείων και νοτίων που ως ένα βαθμό εξακολουθεί ως τις μέρες μας. Δεν θα ήθελα να την πω αντιπαλότητα, αφού θεωρώ ότι απέχει από το να φτάνει σε αυτά τα επίπεδα. 
  Φυσικά, με τα χρόνια η αρχική αυτή εικόνα αντισταθμίστηκε και εξισορροπήθηκε σε σημαντικό βαθμό, με χαρακτηριστικότερο ίσως παράδειγμα τους Καραμανλήδες από τας Σέρρας, η οικογένεια των οποίων έχει βγάλει δύο πρωθυπουργούς.

  Κάποτε, είχα διαβάσει κάπου ότι η ‘υπόλοιπη Ελλάδα’ δεν είναι παρά μια αποικία – ένα προσάρτημα – της Πελοποννήσου και της Αθήνας. Το βρίσκω υπερβολικό έως και εκτός πραγματικότητας, το παραθέτω όμως επειδή, εφόσον έχει γραφτεί και σχολιαστεί, μέχρι που μπορεί και να εμπεριέχει μέσα της η φράση αυτή ψήγματα κάποιας αλήθειας, έστω και υπό μορφή παραπόνου. Άλλωστε, δεν είναι λίγες οι φορές που η χώρα μας έχει προσδιοριστεί στον εσωτερικό τύπο ως το ‘κράτος των Αθηνών’, αποτυπώνοντας ανάγλυφα τον υδροκεφαλισμό που παρατηρείται, και μάλιστα όσο πάει επιτείνεται, μεταξύ μιας ισχνής σε πληθυσμό και σε οικονομική κλπ δραστηριότητα περιφέρειας και μιας πολύ μεγάλης και συγκεντρωτικής για τα δεδομένα της χώρας πρωτεύουσας.
 
  Ανακεφαλαιώνοντας, πάντοτε κατά τη δική μου προσωπική αντίληψη που πολύ πιθανό να έχει σφάλματα και ανακρίβειες, το σημερινό Ελληνικό κράτος είναι ένα κράτος η επικράτεια του οποίου οριστικοποιήθηκε σε δύο κυρίως φάσεις: αρχικά κατά τη δεκαετία του 1830 ως το τελικό αποτέλεσμα – το επιστέγασμα, αν θέλετε – της Επανάστασης του ’21, όταν το νότιο μέρος της σημερινής μας επικράτειας έγινε ανεξάρτητη χώρα με το όνομα Ελλάδα και ακολούθως με την πρόσκτηση του βορείου τμήματος της σημερινής επικράτειας με την ολοκλήρωση των Βαλκανικών πολέμων κατά τις αρχές του 20ου αιώνα, ογδόντα περίπου χρόνια μετά την ίδρυση της χώρας.
 
  Όπως ίσως θα θυμάστε αγαπητοί μου αναγνώστες, ξεκίνησα τη συγγραφή μου κάνοντας λόγο περί ετερονομίας, έχοντας πιαστεί από το σχετικό σχόλιο του Καστοριάδη και εξήγησα τι εννοώ σχολιάζοντας πως το νότιο τμήμα της χώρας δεν αποτελούσε παρά ένα περιθωριακό τμήμα στις παρυφές δύο αυτοκρατοριών. Ακολούθως, ακόμα και κατά την ανεξαρτησία του, τα έφερε έτσι η συγκυρία– ή η μελετημένη πρόνοια εξωτερικών επιρροών και παραγόντων – ώστε και πάλι οι νόμοι υπαγορεύονταν επίσης από ξένους προς τη χώρα, τις συνθήκες της και τις ανάγκες της, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια δυσπιστία των λαϊκών τάξεων προς την Πολιτεία˙ μια δυσπιστία που φαίνεται να διαιωνίζεται. Επιπλέον, η κατάσταση επιδεινώθηκε μετά την προσάρτηση του βόρειου τμήματος καθώς το ήδη εδραιωμένο εν Αθήναις κατεστημένο φρόντισε να καπελώσει τις νέες περιφέρειες. Ούτε και η έλευση των ξεριζωμένων προσφύγων από την Μικρά Ασία δεν θα μπορούσε να εξομαλύνει την κατάσταση, αφού και αυτοί, είτε λόγω της δυσχέρειας τους είτε λόγω της απροθυμίας της Πολιτείας να τους στέρξει ουσιαστικότερα μετά την αρχική υποδοχή που τους έκανε, η οποία βέβαια ήταν ομολογουμένως αξιοσημείωτα αποτελεσματική σε πρώτο χρόνο, είχαν την αίσθηση ότι είναι πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Κατά την αφήγησή τους, εξαιρουμένης της αρχικής υποδοχής τους με μέριμνα για διανομή γης και επαγγελματικών ευκαιριών και με την ίδρυση οικισμών ολόκληρων σε όλη την περιφέρεια της χώρας, θεωρούν ότι ακολούθως η Πολιτεία δεν στάθηκε στο πλάι τους όσο θα μπορούσε ή όσο θα όφειλε.
 
  Φτάνουμε πλέον στο σήμερα, όπου έχει περάσει πάνω από ένας αιώνας από τη συμπερίληψη της Θεσσαλονίκης στην επικράτεια του Ελληνικού κράτους και επίσης ένας αιώνας από την ενσωμάτωση των ομοεθνών μας μετά τον ξεριζωμό τους που επακολούθησε της Μικρασιατικής Καταστροφής. Ένας αιώνας είναι χρονικό διάστημα ικανό και επαρκές για να αμβλύνει γωνίες, να επουλώσει πληγές και να ομογενοποιήσει ανομοιογένειες, κάτι που θεωρώ ότι, εν προκειμένω, έχει γίνει πράγματι σε μεγάλο βαθμό στη χώρα μας.
  Ένα μόνο πράγμα δεν νομίζω ότι έχει αλλάξει: η έλλειψη εμπιστοσύνης του μέσου πολίτη προς την Πολιτεία. Ίσως να μην έχουμε πλέον ετερονομία, τουλάχιστον όχι την κατάφωρη εκείνη ετερονομία προηγούμενων εποχών, αφού, όσον αφορά τα πρόσωπα τουλάχιστον, είναι πλέον εκλεγμένα μέσα από εκλογικές διαδικασίες, δυστυχώς όμως παραμένει η νοοτροπία της ταύτισης του εκάστοτε λειτουργού ενός θεσμικού ρόλου με το θεσμό καθαυτό, ένα κουσούρι που μας άφησαν αιώνες κακοδιαχείρισης, ένα κουσούρι που προξενεί φαινόμενα διαφθοράς και αυθαιρεσίας και, το χειρότερο, έχει ως αποτέλεσμα να διαιωνίζεται – στην κυριολεξία – η δυσπιστία των πολιτών προς την Πολιτεία και τους θεσμούς της μαζί με αυτή την υφέρπουσα αντίληψη ότι η Πολιτεία είναι απέναντι και όχι πλάι στους πολίτες, κάτι που ακόμα και αληθές μπορεί να είναι αν εστιάσουμε στο αποτέλεσμα. Όπως είπα, διαπιστώνω να υπάρχει ένας φαύλος κύκλος διαφθοράς και αυθαιρεσίας που συντηρείται από την άρχουσα τάξη, η οποία τάζει ρουσφέτια και επανατροφοδοτείται από τις υπόλοιπες κοινωνικές τάξεις που έχουν εκπαιδευτεί να τα ζητούν, δίνοντας έτσι ένα πρώτης τάξεως επιχείρημα και ‘ηθικό’ πάτημα στην άρχουσα τάξη να αυτοδικαιώνεται.

  Δεν ξέρω για εσάς, εμένα πάντως αυτό που με κάνει να είμαι απαισιόδοξος είναι το γεγονός ότι, κατά την αντίληψη μου, και οι πολίτες αυτής της χώρας δείχνουμε ότι δεν επιθυμούμε να αλλάξει αυτή η πεπατημένη και πάντοτε επιρρίπτουμε ευθύνη σε μεμονωμένα πρόσωπα δίχως να μας ενδιαφέρει να εξετάσουμε τι υπάρχει κάτω από αυτά, αν και αυτό που υπάρχει από κάτω είναι κάτι το οποίο εμείς έχουμε επιλέξει και συνδιαμορφώσει και για αυτό μας αντανακλά.


Comments

Popular posts from this blog

Ευγενίου Καραβία

Οι γάτες της Ψερίμυθου

Μπριάμ από αυτοκρατορική γενιά