Νίκα

 


  Ήταν κάποτε ένα ξέγνοιαστο, χαρωπό κοριτσάκι, μεγαλωμένο στον επαρχιώτικο πουριτανισμό της δεκαετίας του ’50 αλλά όμως με τόσο πολλή αγάπη! Μεγάλοι σε ηλικία οι γονείς, ακόμα και για την εποχή μας, πόσο μάλλον για εκείνα τα χρόνια. Είχε και μια αδερφή, και αυτή πολύ μεγαλύτερη, που ήταν κάπως σαν ένας ακόμα κηδεμόνας. Τις έδενε μια αγάπη ίσως κάπως απρόθυμη και σίγουρα δύσκολη. Δεν έμενε μαζί τους μόνιμα, άλλωστε. Έρχονταν καλοκαίρια και Χρονιάρες μόνο, αφού σπούδαζε σε κάποια πόλη αλαργινή.

  Κάποτε υπήρχε και ένας αδερφός, αυτόν όμως μήτε που τον γνώρισε. Πέθανε δυστυχώς εκείνα τα απαίσια χρόνια της κατοχής, μόλις δεκαέξι χρονών. Βέβαια, για το κοριτσάκι αυτό, εκείνος ο αδικοχαμένος αδερφός που δεν γνώρισε δεν ήταν παρά μια αφήγηση από το στόμα της μαμάς – ο μπαμπάς δεν μιλούσε ποτέ για εκείνον – άντε και μια κιτρινισμένη φωτογραφία που έδειχνε ένα νεαρό παλληκαράκι το οποίο μια χρονιά «αρίστευσε», όπως έγραφε στο απόκομμα. Τίποτα λοιπόν παραπάνω από μια αναφορά. Α, ναι, και ο λόγος που πήρε το όνομά της˙ Νίκα.

   Ένα δίπατο σπίτι με μεγάλο περιβόλι γεμάτο από λογής-λογής οπωροφόρα δέντρα. Οι χειμώνες μάλλον ζεστοί, μόνο μια φορά στα χρονικά είχε χιονίσει και είχαν να το λένε για χρόνια. Όταν όμως έμπαινε ο Οκτώβρης επικάθονταν πια για τα καλά το σύννεφο στον ουρανό και δεν έφευγε παρά τα τέλη Μαρτίου. Όλο το χειμώνα ψιλόβρεχε συνεχώς, με κάποια λιγοστά διαλλείματα καταιγίδας. Η υγρασία ανυπόφορη, έφερνε ο μπαμπάς γαλέτες από την Καλαμάτα και σε δύο μέρες είχαν παπαριάσει. Πάντως, η άνοιξη και το καλοκαίρι ήταν απόλαυση. Εκείνες τις λαμπρές μέρες ήταν σαν να τους χαμογελούσε ο Θεός, χαρούμενος που έβλεπε εκείνο το όμορφο μέρος που δημιούργησε.

   Το μεγάλο άγχος του μπαμπά ήταν μη τυχόν και βρέξει όσο ήταν η σταφίδα στα λιόπανα˙ οι πιλάλες που πατούσε για να προλάβει να τη σκεπάσει έτσι και έβλεπε τον ουρανό να σμίγει τα φρύδια του δεν λέγονταν.

  Ο μπαμπάς ήταν γλεντζές! Είχε ένα μαγαζί επάνω στο χωριό – θα το έλεγε κανείς παντοπωλείο – και συχνά πυκνά το άφηνε και πετάγονταν μέχρι δίπλα στο καφενείο. Εκεί διασκέδαζε εύθυμα με την παρέα χαρτοπαίζοντας και πίνοντας ούζο με το σύχλο.

Τη Νίκα την ελάτρευε, αλλά όταν ήταν άτακτη την έβαζε να κάθεται ακίνητη απάνω στο ζύγι. Πολλές φορές έφερνε φρέσκα ψάρια από το Ντιβάρι και πάντοτε του έκανε τόση εντύπωση που δεν της άρεσαν! Άλλες φορές τον έβαζε η μαμά να τσοκανάει το κρέας για να το κάνει κιμά – δεν υπήρχαν τότε μηχανές του κιμά, βλέπετε – και ήταν σε εκείνες τις περιστάσεις ένα χάρμα ιδέσθαι! Από τη μια βαριόνταν αφόρητα αλλά από την άλλη πρόσμενε το νόστιμο φαγητό που οπωσδήποτε θα είχε να γίνει και έτσι συμβιβάζονταν και ψιλόκοβε μεν, διανθίζοντας όμως το θέλημα με μια τόσο εκφραστική βαρυγκώμια!

  Και η μαμά τη λάτρευε τη Νίκα! Ήταν κάτι ατελείωτα απομεσήμερα που της έλεγε για τα δύσκολα παιδικά της χρόνια, που τα θυμόνταν όμως με αγάπη και συγχώρεση. Η μαμά σκαρφάλωνε στα δέντρα με μεγάλη άνεση παρόλο που ήταν κάπως μεγάλη στην ηλικία. Μια φορά όμως που είχε ανέβει στη συκιά φαίνεται δεν υπολόγισε καλά το κλαδί και δεν την κράτησε. Όπως έπεφτε, το κλαδί από κάτω, εκείνη από επάνω και να βρέχει σύκα ολόγυρά τους, φώναζε στη Νίκα να απομακρυνθεί και η Νίκα να μην μπορεί να κρατήσει την κοιλιά της από τα γέλια!

  Τη λάτρευαν την κόρης τους και οι δύο, την είχαν λίγο σαν εγγονάκι τους, θα έλεγε κανείς.

   Αλλά και ανεβαίνοντας στο χωριό είχε τόσους και τόσους αγαπημένους συγγενείς˙ ξαδέρφια και θείοι σε μια γλυκιά και αγαπημένη παράταξη. Όλοι τους βέβαια μεγαλύτεροι κατά πολύ. Όλοι τους όμως της είχαν ιδιαίτερη αδυναμία. Ήταν, βλέπετε το στερνοπούλι και την είχαν σαν μπιζουδάκι.

Φυσικά, δεν της έλλειπε ούτε και η παρέα με φίλες και συμμαθήτριες. Βόλτες στο χωριό και μέχρι τον Αϊ Λια με το γαϊδούρι, το οποίο όμως δεν το καβαλούσαν ποτέ, παρά το έσερναν με το λουρί σα σκύλο!

   Έτσι περνούσαν τα χρόνια. Αγάπη στο σπίτι, βόλτες στο χωριό, διαγούμισμα ευοδιαστών και λαχταριστών φρούτων από τα δέντρα μέχρι να ρουπώσει, όμορφα δώρα και άπειρα χατίρια που δεν της τα χαλούσαν ποτέ, σε μια διαδοχή εποχών που έμοιαζε να είναι αιώνια.

  Και είναι αιώνια… ψέματα λένε ότι πέρασαν τα χρόνια και μεγάλωσε˙ ότι δήθεν πήγε στο Αρσάκειο στην Πάτρα και κατόπιν στην Αθήνα, ότι βρήκε δουλειά, παντρεύτηκε, έκανε παιδιά. Ψέματα, όλα ψέματα! Αυτά όλα δεν είναι παρά εικόνες από τη ζωή μιας κάποιας άλλης που ούτε που την ξέρει. Μόνο κάπου κάπου τις βλέπει στα όνειρα της και αυτό είναι όλο.

  Για αυτή ο χρόνος έχει σταματήσει εκεί γύρω στο 1955 και έχει παύσει να κυλάει είτε μπρος είτε πίσω. Μια αλληλουχία ημερών, όλων εξίσου ανέμελων καθώς κυλούν σε ένα ονειρώδες παρόν δίχως αρχή και τέλος. Και αυτή παραμένει πάντοτε εκείνο το μικρό, ευτυχισμένο, ανέμελο κορίτσι, η Νίκα!

Comments

Popular posts from this blog

Ευγενίου Καραβία

Οι γάτες της Ψερίμυθου

Μπριάμ από αυτοκρατορική γενιά