Ετερονομία, στα μονοπάτια του χρόνου και στη δίνη τριών αυτοκρατοριών.
Θα θυμάστε το προηγούμενο που post, όπου παρέθετα δύο γενικόλογες σκέψεις μου σχετικά με τους λόγους που υπάρχει και διαιωνίζεται στη χώρα μας η γνωστή σε όλους μας κατάσταση. Κλείνοντας, το έριξα και στο κλίμα του Μεσογειακού χώρου σχολιάζοντας ότι ήταν πάντα ευκολότερο για τον καθένα εάν δει τα σκούρα να κάτσει στο περιβόλι του και να μη βλέπει τα μούτρα κανενός, που λέει ο λόγος.
Εδώ θα ήθελα να κάνω μια σύντομη ιστορική αναδρομή στο γεωγραφικό χώρο που καταλαμβάνει σήμερα η χώρα μας. Προφανώς, το παρόν έχει τις ρίζες του στο παρελθόν. Για αυτό, ας λάβουμε υπόψη μας και την ιστορική αλληλουχία μετά την παρακμή των αρχαίων ελληνικών πόλεων-κρατών υπό το πρίσμα της μεταγενέστερης ετερονομίας που μας επιβλήθηκε. "Το πας πολύ πίσω, μάστορα", θα μου πείτε, μείνετε όμως μαζί μου αν έχετε την καλοσύνη, μπορεί και να σας ενδιαφέρει!
Όπως έχω γράψει και στο περί Αθήνας αν θυμάστε αγαπητοί μου αναγνώστες, από τον 5ο μ.Χ. αιώνα όταν και εδραιώθηκε ο Χριστιανισμός, η Αθήνα παρήκμασε αφού πλέον απώλεσε την πνευματική πρωτοκαθεδρία, ή έστω αυθεντία, που διατηρούσε ως τότε. Με τη διάσπαση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας σε Ανατολική και Δυτική, την ταυτόχρονη επικράτηση του Χριστιανισμού εις βάρος του αρχαιοελληνικού πνεύματος και την παρακμή της πόλης των Αθηνών, η οποία έκτοτε γνώρισε ένα μακραίωνο διάστημα ανυποληψίας όπου μέχρι και Οστρογότθοι είχαν εισβάλει, οι κάτοικοι της ευρύτερης περιοχής θεωρήθηκαν πολίτες δεύτερης κατηγορίας ακόμα και αφού ασπάστηκαν τον Χριστιανισμό και, αποκαλούμενοι ως «εθνικοί», βρέθηκαν να έχουν ξεμείνει απομονωμένοι σε μια γωνία της ευρύτερης επικράτειας της Ανατολικής Ρωμαϊκής – ήτοι Βυζαντινής – αυτοκρατορίας και να ακολουθούν τις επιταγές ενός κέντρου εξουσίας απομακρυσμένου από αυτούς, ίσως όχι γεωγραφικά τόσο αλλά σίγουρα πολιτισμικά. Δεν είναι κρυφό, άλλωστε, ότι κατά τις απαρχές του Μεσαίωνα η θρησκεία ήταν ένας καθοριστικός παράγοντας διαίρεσης ή ενότητας στην Ευρώπη και ίσως μάλιστα να παραμένει σημαντικός ακόμα και στις μέρες μας. Το Βυζάντιο λοιπόν δεν θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση και έτσι τα χαρακτηριστικά που προσδιόριζαν τους σκοπούς και τις επιδιώξεις του – την ταυτότητα του την ίδια – ήταν θρησκευτικά και όχι εθνοτικά.
Σε κάθε περίπτωση, η περιοχή του νότιου σύγχρονου ελλαδικού χώρου δεν κατόρθωσε να αποκτήσει δική της κρατική υπόσταση ούτε και κατά την παρακμή του Βυζαντίου, αφού τότε, στo πλαίσιo της 2ης Σταυροφορίας, εισέβαλλαν οι Βενετοί, οι Αραγόνες και οι Φράγκοι και δημιούργησαν στο χώρο αυτό επεκτάσεις και προσαρτήματα των χωρών τους που δεν ήταν παρά προτεκτοράτα ή αποικίες.
Ακολούθως, και στο σημείο αυτό, εγώ τουλάχιστον φίλε μου αναγνώστη, μπορώ να διακρίνω ένα στοιχείο μάλλον ειρωνικό, αφού, επάνω που οι «εθνικοί» της χερσονήσου του Αίμου απέκτησαν πραγματικά Ορθόδοξη ταυτότητα – εκτός από Ελληνική που ήδη είχαν – η περιοχή κατακτήθηκε από Μωαμεθανούς˙ πρώτα τους Σελτζούκους και ακολούθως τους Οθωμανούς, σφραγίζοντας έτσι μια περίοδο διακυβέρνησης της περιοχής αυτής εκ του μακρόθεν από κυβερνήτες και κυβερνήσεις με διαφορετικά χαρακτηριστικά, είτε πολιτισμικά, είτε εθνικά, είτε θρησκευτικά, τοποθετώντας την στο περιθώριο των εξελίξεων που ακολούθησαν, τόσο στην επικράτεια της εκάστοτε αυτοκρατορίας στην οποία υπάγονταν όσο και στην Ευρώπη εν γένει.
Μπορεί κανείς να πει ότι υπάρχει μια κάποια διαφορά νοοτροπίας μεταξύ Αθήνας και Θεσσαλονίκης. Ελλοχεύει, ενδεχομένως, ένας τοπικισμός. Διαχρονικά, η Αθήνα αντιπροσωπεύει τη νότιο Ελλάδα - το νότιο τμήμα της χερσονήσου του Αίμου, ενώ η Θεσσαλονίκη τη βόρειο Ελλάδα. Αναφέροντας τα παραπάνω δεν περιορίζομαι μόνο στα χρονικά πλαίσια της ύπαρξης του σύγχρονου Ελληνικού κράτους αλλά το ανάγω αρκετά πιο πίσω από αυτά.
Αυτό που θα διαβάσεις αμέσως τώρα καλέ μου αναγνώστη είναι ότι, όπως οι άνθρωποι επηρεάζουν τον τόπο έτσι και ο τόπος επηρεάζει τους ανθρώπους, και, αν μέχρι εδώ καλά, έχω κάνει μια ακόμα σκέψη, λίγο πιο σύνθετη αυτή, ότι κάθε επερχόμενη γενιά είναι δέσμια αυτής της διαχρονικής αλληλεπίδρασης μεταξύ του γεωγραφικού χώρου που ζει και των προγόνων της˙ από τους πιο άμεσους και κοντινούς μέχρι τους απώτερους.
Όπως όλοι γνωρίζουμε, η Ελλάδα αναγνωρίστηκε ως ξεχωριστό και ανεξάρτητο κράτος κατά τη δεκαετία του 1830. Περιλάμβανε τότε στην επικράτειά της την Πελοπόννησο, τη Στερεά Ελλάδα και τις Κυκλάδες. Κατά τις επόμενες δεκαετίες μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα προσαρτήθηκαν και η Επτάνησος, η Κρήτη και η Θεσσαλία. Ακολούθησε η νικηφόρα έκβαση του 2ου Βαλκανικού πολέμου στις αρχές του 20ου, κατόπιν της οποίας προσαρτήθηκαν η Μακεδονία, η Θράκη και η Ήπειρος. Για δε τα Δωδεκάνησα, που ουσιαστικά ήταν το τελευταίο τμήμα που προσαρτήθηκε το 1947, απλά κάνω αυτή την αναφορά για την καλή τάξη. Δεν υπάρχει κάποιο άλλο περιθώριο σχολιασμού σχετικά με την προσάρτηση τους επειδή το γεγονός της προσάρτησης τους δεν προσδίδει κάτι παραπάνω σε αυτό που θέλω να παραθέσω.
Η προσθήκη λοιπόν που ήρθε κατόπιν της νικηφόρας έκβασης του 2ου Βαλκανικού πολέμου επέφερε ως αποτέλεσμα την μονομιάς προσάρτηση μιας σημαντικά μεγάλης έκτασης για τα δεδομένα του Ελληνικού κράτους, που σήμερα την προσδιορίζουμε άτυπα ως «Βόρειο Ελλάδα». Έτσι, η βόρειος Ελλάδα απελευθερώθηκε και προσαρτήθηκε στην Ελληνική επικράτεια ογδόντα περίπου χρόνια μετά την ίδρυση του Ελληνικού κράτους.
Εν αντιθέσει με την νότιο, η περιοχή της βορείου Ελλάδας με τη Θεσσαλονίκη ήταν ακμάζουσα και θεωρούνταν σημαντική περιφέρεια των δύο προγενέστερων αυτοκρατοριών. Πράγματι, η Θεσσαλονίκη ήταν μια ιδιαίτερα σημαντική Βυζαντινή πόλη που παρέμεινε σημαντική και ‘μέσα στα πράγματα’ και επί Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Θα επανέλθω σε αυτό, καθώς και στην αντίληψη που έχω διαμορφώσει ότι η εταιρονομία συνεχίστηκε και αφού η Ελλάδα έγινε ανεξάρτητη χώρα λόγω της βασιλίας του Όθωνα, σε επόμενο μου postάρισμα. Σήμερα, ας μείνουμε στο ότι η νότιος Ελλάδα – η Ελλάδα κάτω από τον Όλυμπο και οπωσδήποτε κάτω από την Όθρυ, που αποτέλεσε τη βάση του σύγχρονου Ελληνικού κράτους – παρέμεινε υπανάπτυκτη και στο παρασκήνιο κατά τη διάρκεια δύο αυτοκρατοριών˙ της Βυζαντινής και της Οθωμανικής.
Comments
Post a Comment