Το ανεκπλήρωτο, κυνηγώντας όνειρα με την απόχη

 

 
Επανέρχομαι με το τελευταίο σκέλος της παράθεσης του προβληματισμού μου σχετικά με την αντίληψη που έχει κάθε ένας για το αν έχει κυλίσει η ζωή του όπως εκείνος θα ήθελε ή όχι.
 
 Επιμένω να θέλω να παραμείνω στην περίπτωση που ένας άνθρωπος δεν κατόρθωσε την ευόδωση των ονείρων του, ή ας μην το θέσω καν έτσι αφού εν τέλει ποτέ κανείς δεν θα μπορούσε να είναι απόλυτα ικανοποιημένος από τη ζωή του ή να ισχυριστεί ότι ακολούθησε πλήρως όλες του τις φιλοδοξίες ή πως πραγματοποίησε όλα του τα όνειρα, αλλά ας το διατυπώσω ότι ένας άνθρωπος δεν κατάφερε να ζήσει κατά πως ήθελε, δεν κατάφερε να πάρει τις αποφάσεις εκείνες που επιθυμούσε κατά το διάβα της ζωής του αλλά άφησε την κεκτημένη ταχύτητα, τη συγκυρία ή την επιρροή και το ειδικό βάρος που έχουν στη ζωή του άλλοι άνθρωποι̇ άνθρωποι όπως οι γονείς του ή ο σύντροφός του, για παράδειγμα, ή ακόμα χειρότερα, άνθρωποι άσχετοι με αυτόν που απλά έτυχε να βρίσκονται στη θέση του ρυθμιστή σε συγκεκριμένες συγκυρίες οι οποίες καθόρισαν τη ζωή του. Ίσως ένας καθηγητής ή ένας προϊστάμενος για παράδειγμα, ή ακόμα και ο ευρύτερος οικογενειακός και κοινωνικός του περίγυρος, ιδιαιτέρως όταν αποπνέουν εκείνη την τρομερή τοξικότητα του φαίνεσθαι και γυρεύουν να τον τυλίξουν με τα δεσμά του «καθώς πρέπει».
 
  Ενδεχομένως εδώ μιλάμε πλέον για το ανεκπλήρωτο, καθώς, όσο περνούν τα χρόνια, στο μυαλό αυτού του ανθρώπου μπορεί να δημιουργούνται σενάρια – φανταστικά προφανώς – για το πώς θα είχε εξελιχθεί η ζωή του εάν είχε πάρει διαφορετικές αποφάσεις σε συγκεκριμένα κομβικά της σημεία, ίσως τις αποφάσεις που θα επιθυμούσε περισσότερο και όχι τις ‘φορετές’ που αναγκάστηκε να πάρει επηρεασμένος από τη γνώμη άλλων ή ακόμα και επειδή του ήταν επιβαλλόμενες από τη συγκυρία και τη μικροαστική συμβατική νοοτροπία – εκείνη την κατάρα του «καθωσπρεπισμού» - ή αν δεν είχε αφήσει την κεκτημένη ταχύτητα που έχει η ύπουλη ροή της καθημερινότητας να τον καταστήσει έναν απλό θεατή της ζωής του εν τέλει, αλλά είχε τη δύναμη και την ικανότητα – ή την προνοητικότητα – να είναι αυτός ο πρωταγωνιστής της.
 
  Θα αντιλαμβάνεσθε, φαντάζομαι, ότι κάτι που είναι ιδεατό μόνο και δεν έχει ευοδωθεί στην πραγματικότητα, μπορεί να λαμβάνει διαστάσεις εξιδανίκευσης στο μυαλό και στη φαντασία ενός ανθρώπου. Έτσι, μπορεί ο άνθρωπος αυτός να έχει πλάσει στη φαντασία του και να «ζει» εκεί μια ζωή πολύ ομορφότερη από αυτή που ζει πραγματικά.
  Φυσικά, είναι προφανές ότι το ιδεατό και ιδανικό αυτό σενάριο μάλλον δεν θα μπορούσε να είναι ρεαλιστικά ευοδώσιμο παρά μόνον φαντασιακό, καθώς, αφενός δεν υπάρχουν τα εχέγγυα ότι η ζωή του όντως θα κυλούσε καλύτερα αν είχε πάρει αποφάσεις διαφορετικές από εκείνες που πήρε στην πραγματικότητα – μάλιστα, η ζωή του θα μπορούσε ενδεχομένως να ήταν ακόμα και χειρότερη, αφού, όπως είπαμε, δεν υπάρχει κανενός είδους διασφάλιση – αφετέρου, μετά από την πρώτη  διαφορετική απόφαση οι συνθήκες της ζωής του ήδη μπορεί να είχαν αλλάξει τόσο ριζικά που από εκεί και πέρα ίσως να μην υπήρχε κανενός είδους συνάφεια και ομοιότητα, πλέον. Ακόμα όμως και αν ήταν χειρότερη τελικά, θα σχολίαζα πως ίσως να είναι ευκολότερο να μετανιώνει κανείς για τις πράξεις του παρά για την ατολμία και τις παραλήψεις του, αφού, προσπαθώντας να κάνει πράξη τα θέλω του θα είχε την ευκαιρία να ζήσει μια ζωή αυθεντικότερη κατά πολύ από αυτή που ζει, ακόμα και στην περίπτωση εκείνη που τελικά ανυπέρβλητα εμπόδια θα έφρασαν το δρόμο του.
 
  Κατόπιν όλων των παραπάνω που σας παρέθεσα, και εφόσον συμφωνείτε και εσείς μαζί μου, αγαπητοί μου αναγνώστες, συνάδει το συμπέρασμα ότι, αυτό που είναι ουσιαστικό, αληθές και που ισχύει απόλυτα, είναι η θλίψη αυτού του ατόμου για μια ζωή που δεν έζησε, θλίψη που μπορεί να φτάσει μέχρι και στο να προσομοιάζει με πένθος. Μάλιστα, για να είμαστε ακόμα πιο ακριβείς, μπορεί να αισθάνεται θλίψη και για την πραγματική ζωή που ζει, η οποία, είτε καλή είτε κακή, έχει διαμορφωθεί όχι συνεπεία ενεργητικών του αποφάσεων αλλά συνεπεία της παθητικής του ανοχής σε συγκυρίες, περιστάσεις αλλά και σε γνώμες και αντιλήψεις άλλων ανθρώπων επάνω στη δική του ζωή και προσωπικότητα. Έτσι, είτε όμορφη, είτε άσχημη, ο άνθρωπος αυτός δεν αφήνεται από τη συνείδησή του, ή ακόμα και από εκείνο το μέρος του χαρακτήρα του το οποίο είναι το περισσότερο ασυμβίβαστο και ανεξάρτητο, να την ευχαριστηθεί, να είναι αντικειμενικός και να την κρίνει όπως είναι στην πραγματικότητα, ούτε να αποκομίσει και να ευχαριστηθεί στο έπακρο τις χαρές που σίγουρα θα πρέπει να του δίνει.
  Αυτό, δυστυχώς, μπορεί να συμβαίνει σε αρκετούς ανθρώπους γύρω μας και βρίσκω να ενέχει μια θλιβερή κατασπατάληση ευτυχίας και καλών συναισθημάτων εν γένει.
 
  Έχω γράψει και άλλες φορές, όπως ίσως θα θυμάστε, ότι θεωρώ πως η ύπαρξή μας είναι πολυσχιδής και ότι ενδέχεται να ζούμε παράλληλες ζωές σε πολλαπλά – άπειρα ενδεχομένως – περιστατικά πραγματικότητας κάθε φορά που έχουμε να επιλέξουμε μεταξύ δύο ή περισσοτέρων ενδεχομένων, από τις πιο απλές και ασήμαντες αποφάσεις μέχρι τις σημαντικότερες και καθοριστικότερες. Έτσι, υπό μια έννοια όλοι μας έχουμε πάρει και τις αποφάσεις που δεν πήραμε˙ τις έχουμε πάρει όμως σε μια διάσταση «γειτονική» της ύπαρξής μας και μάλιστα τις έχει μια άλλη εκδοχή του εαυτού μας που ζει σε μια διαφορετική, παράλληλη, πραγματικότητα. Αυτό εννοώ όταν λέω ότι η ύπαρξή μας είναι πολυσχιδής, εκτυλισσόμενη εντός μιας διευρυμένης, απειρωτικής και αέναης περιοχής διαφορετικών μοντέλων και εκδοχών πραγματικότητας. Όταν όλες οι πτυχές της πραγματώνονται και προσμετρώνται, τότε το άθροισμά τους αποτελεί την απόλυτη και συνολική Πραγματικότητα.
 
  Βέβαια, πολυσχιδής είναι και η προσωπικότητά μας σε αυτή τη ζωή, για αυτό από τη μία βλέπουμε ότι ένας άνθρωπος δεν έχει το σθένος να πάρει κάποιες αποφάσεις κατά πως ορίζει η καρδιά του παρά υποκύπτει τελικά στη Σύμβαση, ενώ από την άλλη δεν μπορεί να συμβιβαστεί μέσα του και έτσι δεν είναι ικανοποιημένος με τη ζωή του όπως αυτή έχει διαμορφωθεί και για αυτό προσπαθεί να κινητοποιήσει το φαντασιακό του ώστε να οραματισθεί τη ζωή που θα επιθυμούσε να έχει, την Ιδεατή για αυτόν ζωή, την οποία βρίσκει να κρύβεται μέσα σε έναν ιδιωτικό παράδεισο χαμένο κάπου στα βάθη της φαντασίας του. Προφανώς μιλάμε για εκφάνσεις της διαφορετικής εκείνης ζωής˙ ψευδέτυπες, λαμπρές αναμνήσεις που αχνοφαντάζουν σκορπισμένες μέσα από την καταχνιά που χωρίζει την πραγματικότητά μας από τα άλλα σύμπαντα όπως κινούνται περιστρεφόμενα και αλληλένδετα μεταξύ τους στο διηνεκές, εκεί που η αίσθηση της χρονικής διαδοχής και αλληλουχίας όπως την αντιλαμβανόμαστε εμείς οι άνθρωποι μάλλον παύει να έχει νόημα.
 
  Οι στρεβλώσεις που επιφέρει στη ζωή μας το τυρβάζειν το ανεκπλήρωτο είναι πολυεπίπεδες. Όπως ήδη έχω αναφέρει, η στεναχώρια για αυτό που δεν έγινε̇ για το ανεκπλήρωτο, εν κατακλείδι, ίσως είναι η πιο οφθαλμοφανής.  Όλοι μας ίσως να κρύβουμε κάποια τέτοια στεναχώρια, αναλόγως του πόσο νερό έχει ρίξει καθένας μας στο κρασί του αλλά και με το πόσο φανταχτερά χρώματα έχουμε ντύσει τις όμορφες εικόνες όλων εκείνων που δεν κάναμε όπως αυτές έρχονται στη φαντασία μας, στιγμές άλλων ζωών και υποστάσεων, φερμένες ίσως μέσα από τις ομίχλες που χωρίζουν τον Κόσμο μας από άλλους Κόσμους. Έτσι, ποιος λίγο ποιος πολύ, πενθούμε ο καθένας μας για οτιδήποτε είναι ανεκπλήρωτο στη ζωή του, το οποίο όμως το έχουμε φανταστεί και το έχουμε κάνει κτήμα μας κατά κάποιον τρόπο, έστω και στην ιδιωτική νιρβάνα που έχει πλάσσει ο καθένας μας στο μυαλό του και στην ψυχή του, αλλά δυστυχώς όμως η μη εκπλήρωση του τελικά επιφέρει ένα κενό στην ζωή που ζούμε και αντιλαμβανόμαστε ως πραγματική.
 
 Ένας άλλος κίνδυνος, μια άλλη στρέβλωση, η οποία βέβαια δεν είναι απαραίτητο να επέλθει – και αν επέλθει ποτέ ίσως να διαπιστώνεται στις μετέπειτα δεκαετίες του βίου ενός ανθρώπου – είναι μια κατάσταση όπου κάποιος φτάνει να περιφρονεί τις συνθήκες της ζωής του όπως έχουν διαμορφωθεί. Μιλάω για μια αποστασιοποίηση, ακόμα και για άρνηση, εφόσον κάποιος καταντάει να βλέπει τη ζωή του να κυλάει παθητικά με τον ίδιο να περιορίζεται στην θέση του θεατή και του επιβάτη, έχοντας απωλέσει τη θέση του οδηγού. Στο τέλος, η ζωή μοιάζει με παρωδία και καταντάει να εκλαμβάνεται μέσα από ένα σκωπτικό πρίσμα, μέχρι που παύει να υπάρχει ενδιαφέρον και αφήνεται πλέον να διαμορφωθεί τελείως συγκυριακά, όπως να’ναι και όπου βγάλει.
  Σε αυτό το στάδιο έρχεται η γλυκιά παρηγοριά των ονείρων, των περισπάσεων αυτών που μας ταξιδεύουν εκεί που εκπληρώνεται το Ανεκπλήρωτο.
  Επαναλαμβάνω πως θεωρώ ότι όλοι μας έχουμε λυπηθεί ή ακόμα και πενθήσει για κάτι που στάθηκε ανεκπλήρωτο μέσα στη ζωή μας, άλλος σε μεγαλύτερο και άλλος σε μικρότερο βαθμό. Επίσης, όπως είπα, πολλές φορές – πάντα ίσως – αυτό το ανεκπλήρωτο, αυτή η άλλη ζωή, λαμβάνει μέσα στη φαντασία μας ένα περίλαμπρο πλαίσιο κλέους και τελειότητας που ενδεχομένως – ή κατά πάσα βεβαιότητα – είναι αναντίστοιχο της πραγματικότητας όπως θα είχε διαμορφωθεί εάν τελικά είχαμε πάρει τις άλλες αποφάσεις και τότε μπορεί να ήταν τέτοιες οι συγκυρίες που να είχαν δημιουργήσει άλλα «ανεκπλήρωτα» με αντίστοιχες στρεβλώσεις επί εκείνης της ζωής που τώρα για εμάς είναι η ανεκπλήρωτη, βυθίζοντας μας έτσι σε ένα τέλμα απωθημένων και μιζέριας.
 
  Ένας τρόπος διαφυγής από αυτό τον φαύλο κύκλο που περιέγραψα μπορεί να είναι η αποδοχή των ατελειών και των ελαττωμάτων του χαρακτήρα μας, η συνειδητοποίηση ότι και αυτά όσο και τα προτερήματα που διαθέτουμε αποτελούν δικά μας χαρακτηριστικά, σύμφυτα και αυτά του χαρακτήρα μας.
 
«Είμαστε και τα ελαττώματα μας»
Αποδεχόμενοι το παραπάνω, δεν μπορούμε παρά να κάνουμε την παραδοχή ότι είναι και αυτά εκφάνσεις της προσωπικότητάς μας που μπορεί μάλιστα να έχουν συντελέσει στην ρότα της ζωής μας περισσότερο από τα προτερήματα μας. Έτσι, επειδή είναι μάλλον ακατόρθωτο να αλλάξουμε ριζικά τον χαρακτήρα μας και να αποβάλλουμε πλήρως τα κουσούρια μας – μπορεί να είναι τρομερά δύσκολο ακόμα και να τα βελτιώσουμε – θα πρέπει τουλάχιστον να προσπαθήσουμε να τα αποδεχτούμε, να συμφιλιωθούμε μαζί τους και να βρούμε τρόπους να τα αντισταθμίσουμε, όσο τουλάχιστον αυτό μπορεί να είναι εφικτό.
 
  Ας αναλογιστούμε τη σκέψη ότι, κάτι όμορφο που το φανταστήκαμε ίσως τελικά και να αρκεί που το φανταστήκαμε! Εφόσον το διανοηθήκαμε, το οραματιστήκαμε και το κάναμε μέρος του συνειδητού μας και του υπερεγώ μας, έχει καταγραφεί κατά κάποιο τρόπο και μπορεί και μόνο καθαυτό το γεγονός ότι το σκεφτήκαμε να είναι επαρκές από μόνο του, και ας μην το κάναμε πραγματικότητα.
  Άλλωστε, ποιος μας λέει ότι εφόσον υπάρχει ως σκέψη στη φαντασία μας δεν έχει υπάρξει και ως πράξη στην πραγματικότητα της ζωής ενός άλλου Εγώ μας, το οποίο ζει σε μια διαφορετική διάσταση παράλληλη με τη δική μας?
 
  Κλείνοντας, σήμερα που θα βγούμε, ας τσουγκρίσουμε τα ποτήρια μας και ας πιούμε στη μνήμη όλων εκείνων των αποφάσεων που δεν πήραμε, όλων εκείνων των περιπετειών που φοβηθήκαμε να μπούμε στη δίνη τους, όλων εκείνων των ονείρων που παραμένουν όνειρα, όλων εκείνων των τραγουδιών που ποτέ δεν τραγουδήσαμε και μετά, ας τσουγκρίσουμε άλλη μια φορά για όλα όσα είναι να έρθουν, για όλα όσα είναι να κάνουμε – και θα τα κάνουμε!  

Comments

Popular posts from this blog

Ευγενίου Καραβία

Οι γάτες της Ψερίμυθου

Μπριάμ από αυτοκρατορική γενιά