Μια ιστορία όχι μέσα από τα κάγκελα αλλά από τον Παράδεισο
Γειά σας και πάλι. Είναι η τελευταία φορά που ακούτε από εμένα, μια και εγώ είμαι πλέον στον Παράδεισο και εσείς ακόμα στη γη, ενώ αφού πω και αυτά δεν θα έχω και άλλα να πω, εξάλλου. Λέγαμε, λοιπόν, πόσο καλή φωνή έχω και πως συχνά πυκνά, κάτι αόρατες φωνές ακούγονται να τραγουδούν συνοδεία οργάνων. Γενικά μου αρέσει η μουσική τους και την ακούω με ενδιαφέρον μήπως πάρω κάποια ιδέα για το δικό μου τραγούδι. Είναι, όμως, φορές που είτε «βιδώνομαι» είτε ενθουσιάζομαι και τότε τραγουδώ και εγώ μαζί τους, για να τους δείξω τι θα πει τραγούδι!
Το ένα είναι σχετικά με ένα ρολόι τοίχου σε
στυλ art
deco αλλά σε mid 90s comic style. Έτσι, μέσα σε ένα ξανοιγμένo μπλε electric φόντο, δεσπόζει ένα στρογγυλό
λευκό ρολόι που στο κέντρο του είναι ζωγραφισμένο ένα μπουκάλι σε σχήμα σαν
αυτό της coca
cola αλλά
λαχανί χρώματος. Κάτω από αυτό, μια ξανθούλα και ένας μαυρομάλλης, γαλανομάτηδες
και οι δύο, στέκονται και κοιτάζονται. Αμφότεροι φορούν καπέλα μάγειρα, όχι
όμως εκείνα τα παλαϊκά αλλά τα πιο μοντέρνα που είναι πιο μικρά και μοιάζουν
λίγο με μπουγάτσες, και ο μαυρομάλλης λέει στην ξανθούλα «Randy if you can get a better burger I will eat my hat». Αγορασμένο από ένα κατάστημα επί
της Πατριάρχου Ιωακείμ στο Κολωνάκι κάποια παλιότερη και ευτυχέστερη εποχή, στέκεται
καταχωνιασμένο στο τέλος του πάγκου στην άκρη του απώτερου ορίζοντα, μισοκρυμμένο
πίσω από ένα χαρτόκουτο και μόλις που διακρίνεται το επάνω του μέρος όπως προεξέχει
πάνω από το χαρτόκουτο που σας ανέφερεα, στο οποίο το ασύλληπτα γιγαντόσωμο ον
που με φροντίζει φυλάει τις τροφές μου.
Το άλλο περιστατικό έχει να κάνει με ένα όνειρο κάποιου το οποίο έλαβε χώρα στο μέρος που σας περιέγραψα, όπου είναι και το habitat μου. Έτσι, σε εκείνο το όνειρο μπορούσε κανείς να δει το πάτωμα αυτού του χώρου υπό την υπόκρουση της εισαγωγής ενός παλιού τραγουδιού των Στέρεο Νόβα – έτσι πάει το όνειρο, τι να σας πω – ίσως εκείνου του τραγουδιού τους που ονομάζεται ‘Παιχνίδια Εξουσίας’, μόνο που στο όνειρο η εισαγωγή διαχέονταν στο χώρο με μια μουσική μελωδικότερη και πολύ πιο μακρόσυρτη από όσο είναι στην πραγματικότητα. Το πάτωμα, ουδέτερου γκρι χρώματος, είναι γεμάτο με ξεραμένα καφέ φθινοπωρινά φύλλα – πλατανόφυλλα, ίσως. Όχι βρωμιές και χώματα ή σκουπίδια, μόνο τα ξεραμένα καφέ φύλλα˙ πολλά όμως, σε μια εικόνα άκρας αντίθεσης από την άσπιλη [immaculate που λένε στο χωριό μου] καθαριότητα που χαρακτηρίζει το πάτωμα συνήθως και υπό κανονικές συνθήκες, αν και θα μπορούσε ίσως να σχολιάσει κάποιος ότι η παρουσία όλων αυτών των ξεραμένων φύλλων με την ταυτόχρονη απουσία χώματος, σκόνης, και οποιασδήποτε άλλης βρωμιάς, μέχρι που μπορεί και να τόνιζαν το πόσο καθαρός διατηρείται ο χώρος συνήθως.
Στο
όνειρο, με κάποιο τρόπο είναι γνωστό και λαμβάνεται ως δεδομένο ότι δεν υπάρχει
πια παροχή ρεύματος ούτε εδώ ούτε πουθενά στην πόλη και ίσως ούτε και πουθενά
στον κόσμο. Φαίνεται πως τα πάντα είναι παρατημένα και έχουν εγκαταλειφθεί στην
τύχη τους, ίσως γιατί κανείς δεν ασχολείται πλέον με τίποτα σε μια διάχυτη
αίσθηση αδιαφορίας και εγκατάλειψης. Πάντα υπό τους ήχους εκείνης της μελωδικής
παραλλαγής από την εισαγωγή αυτού του παλιού τραγουδιού των Στέρεο Νόβα, το
ασύλληπτα γιγαντόσωμο ον που με φροντίζει κάθεται σε μια καρέκλα στη μέση του
γκρίζου πατώματος που, όπως είπαμε, σε αυτή την εξαιρετική περίπτωση μέσα στο
όνειρο αυτού του κάποιου είναι γεμάτο με ξεραμένα πλατανόφυλλα ενός χρώματος
σκοτωμένου καφέ που ομολογουμένως δημιουργεί μια ενδιαφέρουσα χρωματική
αντίθεση με το ουδέτερο γκρι του πατώματος.
Δίπλα στο ασύλληπτα γιγαντόσωμο ον που με
φροντίζει είναι ένα άλλο επίσης ασύλληπτα γιγαντιαίο ον, του ίδιου είδους
προφανώς. Εκείνο κάθεται κατάχαμα στο πάτωμα ανάμεσα στα ξεραμένα φύλλα και
έχει ακουμπήσει το κεφάλι του στα γόνατα του όντος που με φροντίζει. Το
ασύλληπτα γιγαντόσωμο ον που με φροντίζει φαίνεται σαν να θέλει να παρηγορήσει
το άλλο ον για κάτι, ταυτόχρονα όμως τα μάτια και η έκφραση του φανερώνουν μια
ήπια μομφή του στυλ ‘Στα έλεγα, τι άλλο να έκανα? Κοίτα τώρα …’, ενώ λίγο
μετά το σχήμα του κεφαλιού του ξεκινά να αλλάζει, αφού παύει να είναι το
κανονικό του αλλά σταδιακά μεταλλάσσεται
μέχρι που παγιώνεται στη μορφή κεφαλιού καμηλοπαρδάλεως, χωρίς ωστόσο αυτό να
δημιουργεί κάποιου είδους ταραχή ή τρόμο, αντιθέτως εκλαμβάνεται ως κάτι
φυσιολογικό ως και αδιάφορο και από τα δύο όντα.
Αυτά, σε γενικές γραμμές. Όπως σας είπα, εγώ είμαι πλέον στον Παράδεισο και για αυτό ίσως να έχω μια μεγαλύτερη διαύγεια όσον αφορά στα γήινα. Έζησα μια ζωή μακριά, πλήρη και ξένοιαστη. Αγαπήθηκα όσο λίγα καναρίνια έχουν αγαπηθεί, και, αν δεν είμαι το μοναδικό καναρίνι που έχει αφηγηθεί τη ζωή του, σίγουρα είμαι σε ένα πολύ μικρό club καναρινιών που το έχουν κάνει!
Αντίο σας, λοιπόν!

Comments
Post a Comment