Ιστορίες μέσα από τα κάγκελα : αγναντέυοντας τους μακρινούς ορίζοντες
Πριν από λίγες μέρες σας περιέγραψα τις συνθήκες ζωής εντός του habit μου. Ας δούμε τώρα τι υπάρχει έξω από το habitat μου, το εξωτερικό του περιβάλλον, να
πούμε.
Προφανώς υπάρχει περισσότερο ενδιαφέρον και μεγαλύτερη δραστηριότητα κοιτάζοντας προς τα έξω από τις άλλες πλευρές. Θεωρητικά, από όλες τις άλλες πλευρές θα μπορούσε να είναι δυνατό το ενδεχόμενο κάποιο μεγάλο ον να εισβάλει για να μου κάνει κακό (για να με φάει). Τουλάχιστον αυτό μου λέει το αρχέγονο μου ένστικτο, για αυτό όταν κοιμάμαι τείνω να κουρνιάζω προς την πλευρά του κάθετου τυφλού σημείου, αν και στην πράξη – καθ’ όλη τη διάρκεια του μακροχρόνιου μου βίου – ποτέ και σε καμία περίπτωση δεν δέχτηκα εισβολή, ποτέ καμιά απειλή δεν ήρθε έξω από το habitat μου. Όλη η δραστηριότητα γίνεται από το ασύλληπτα γιγαντόσωμο ον που με φροντίζει, το οποίο, αν και ασύλληπτα γιγαντόσωμο, ποτέ δεν το ένιωσα να είναι απειλητικό απέναντί μου, αφού άλλωστε με φροντίζει. Νομίζω μάλιστα ότι μπορεί και να ενδιαφέρεται για μένα, αυτό που λένε «με αγαπάει».
Από την άλλη πλευρά του habitat βλέπει κανείς – εγώ, δηλαδή – μια τετράγωνη μαύρη πεδιάδα που δημιουργεί χρωματικό κοντράστ με το ανοικτόχρωμο εκρού που επικρατεί στο χώρο γενικά. Όπως και ο λόφος, και η μαύρη πεδιάδα είναι κατά βάση γαλήνια και τίποτα σχεδόν δεν συμβαίνει συνήθως για να ταράξει τη γαλήνη ούτε και εκεί. Είναι όμως ώρες και φορές που το ασύλληπτα γιγαντόσωμο ον που με φροντίζει γυρνάει κάτι τεράστια κουμπιά που βρίσκονται κάτω από τη μεγάλη πεδιάδα και τότε σχηματίζονται επάνω της – διαγράφονται, θα έλεγε κανείς – κάτι ομόκεντροι κυκλικοί κοκκινωποί σχηματισμοί ενώ ταυτόχρονα πρέπει να εκλύεται θερμότητα, πολύ μεγάλη, μάλιστα. Εκεί, το ασύλληπτα γιγαντόσωμο ον που με φροντίζει απιθώνει κάτι γιγάντια σκεύη επάνω σε εκείνες τις πυρακτωμένες επιφάνειες όπου μέσα τους βάζει υλικά – εννοώ τρόφιμα, είτε φυτικά είτε ζωικά – και εκεί μέσα ψήνονται˙ μαγειρεύονται, όπως το λέει το ασύλληπτα γιγαντόσωμο ον που με φροντίζει, αφού δεν τα αφήνει να ψηθούν μόνα τους παρά τα ανακατεύει μεταξύ τους ή και τους προσθέτει διάφορα υγρά και σκόνες˙ κάτι μπουκάλια ή δοχεία με παράξενα σκονάκια που τα βγάζει από κρυφές επεκτάσεις του χώρου, οι οποίες εμφανίζονται ως δια μαγείας αφού πρώτα ακουμπήσει τον λευκό απόλυτα κάθετο όγκο που κανονικά οριοθετεί το τέλος του χώρου από την απέναντι πλευρά του ορίζοντα. Από εκεί βγάζει τα σκονάκια με τις ιδιάζουσες μυρωδιές, τα οποία νομίζω ότι ταξιδεύουν το μυαλό του ασύλληπτα γιγαντόσωμου όντος που με φροντίζει σε μέρη μυθικά που μάλλον δεν πρέπει να υπάρχουν παρά μόνο στη φαντασία του. Μέρη όπως η ‘Ινδία’, η ‘Κίνα’, η ‘Αίγυπτος’, η ‘Λιβύη’, που το ασύλληπτα γιγαντόσωμο ον που με φροντίζει ισχυρίζεται ότι έχει επισκεφθεί αλλά εγώ θεωρώ ότι δεν είναι παρά αποκυήματα της φαντασίας του, αν και, κάθε τόσο είναι αλήθεια ότι λείπει ή άλλοτε τυχαίνει να με πηγαίνει εμένα ταξίδια. Θυμήστε μου να σας πω καμιά φορά για τα ταξίδια που έχω κάνει! Αυτά είναι αληθινά ταξίδια σε αληθινά μέρη, οδύσσειες κανονικές. Όχι εκείνα τα φανταστικά του ασύλληπτα γιγαντόσωμου όντος που με φροντίζει, αλλά ας επιστρέψουμε στη μαύρη πεδιάδα επί της οποίας πυρακτώνονται επιφάνειες όπου επάνω τους αποθέτονται κάποια σκεύη μέσα στα οποία επιτελείται η διαδικασία του ‘μαγειρέματος’.
Βέβαια, με τον καιρό διαπίστωσα ότι εγώ δεν επρόκειτο να μεγαλώσω άλλο, ενώ το ασύλληπτα γιγαντόσωμο ον που με φροντίζει ποτέ άλλοτε δεν έχει φέρει ζωντανό πλάσμα για να το μαγειρέψει. Πάντα τα φέρνει νεκρά – φυσικά όχι σε σήψη – ήδη γδαρμένα και διαμελισμένα, ποτέ ολόκληρα. Άλλωστε, ας μην ξεχνάμε πως είναι το ον που με φροντίζει και ώρες - ώρες νομίζω ότι ενδιαφέρεται για μένα και με αγαπάει, ας είναι τόσο ασύλληπτα γιγαντόσωμο, ας είμαστε τόσο διαφορετικά όντα, τόσο μακριά βιολογικά το ένα από το άλλο. Τέλος πάντων, για όση ώρα διαρκεί το τελετουργικό του μαγειρέματος έντονες μυρωδιές διαχέονται στην ατμόσφαιρα και τυλίγουν τις μύτες μας, τις οποίες το ασύλληπτα γιγαντόσωμο ον που με φροντίζει πρέπει να βρίσκει ευωδιαστές και απολαυστικές. Επίσης, έχω παρατηρήσει ότι πάντα ένα μέρος της στέγης επικάθεται πάνω από τη μαύρη πεδιάδα σα σύννεφο γεμάτο με βροχή, μόνο που αυτό το σύννεφο αντί για βροχή, όποτε επιτελείται η διαδικασία του μαγειρέματος βγάζει φωταψία και κάνει έναν εκκωφαντικό θόρυβο.
Να έχετε πάντως υπόψη σας πως τα αυτιά μου είναι εξοικειωμένα με τους δυνατούς θορύβους αφού και εγώ έτσι και μπήξω τις φωνές χαλάει ο κόσμος, ειδικά τότε που ήμουν νεότερος και καλούσα τις γυναίκες να έρθουν κοντά μου, άλλο αν ποτέ δεν ήρθε καμία. Είναι πια ώρες και φορές που σκέφτομαι, ‘τι καθόμουν και ξελαρυγγιαζόμουν χωρίς λόγο και δίχως αποτέλεσμα?’… Αλήθεια, που έχουν τις γυναίκες τέλος πάντων?
Μια και γίνεται λόγος για την υπέροχη μου φωνή, που είναι δυνατή και στεντόρεια, εδώ θα πρέπει να τονίσω πως όλοι όσοι με έχουν ακούσει να τραγουδάω συμφωνούν ως προς το ότι είμαι καλλίφωνος. Δεν περιαυτολογώ διόλου. Το λέω δίχως ίχνος ματαιοδοξίας και εν πάσα ειλικρίνεια. Θέλω λοιπόν να με πιστέψετε ότι σας το καταθέτω ως μια αντικειμενική παράθεση και όχι ως καύχημα. Σε αυτό που λέω θα πρέπει να συμφωνεί μαζί μου και το ασύλληπτα γιγαντόσωμο ον που με φροντίζει.
Ρωτήστε το, αν θέλετε!
Comments
Post a Comment