Χριστούγεννα, λοιπόν...


 

  Τα Χριστούγεννα γιορτάζουμε τη γέννηση του Θεανθρώπου. Κατ' επέκταση, λέγοντας «Χριστούγεννα» εννοούμε το σύνολο των εορτασμών από τις 24 Δεκεμβρίου μέχρι και τα Θεοφάνια ή ακόμα και του Αη Γιαννιού.
Τα Χριστούγεννα δεν ήταν πάντοτε όπως σήμερα. Αντιθέτως, κάποτε ήταν πολύ διαφορετικά. Ξεκίνησαν να εορτάζονται με την επικράτηση και διάδοση του Χριστιανισμού, τον 4ο μ.Χ. αιώνα. Η 25η Δεκεμβρίου δεν θεσπίστηκε τυχαία ως επέτειος της γέννησης του Χριστού αφού ακολουθεί την παρέλευση του χειμερινού ηλιοστάσιου από όπου οι μέρες πιάνουν να μεγαλώνουν. Στον καθορισμό της 25ης Δεκεμβρίου ως ημερομηνίας του εορτασμού τους είναι απολύτως βέβαιο πως συντέλεσαν οι αρχαίες «παγανιστικές» γιορτές, όπως η μεγάλη τότε γιορτή του "ανίκητου" θεού Ήλιου (Dies Natalis Solis Invicti) αλλά και ο εορτασμός των γενεθλίων του Μίθρα που ήταν διαδεδομένα σε όλη την επικράτεια της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και ειδικά στη Ρώμη. Για αυτό και ο Χριστιανισμός, θεσπίζοντας τη συγκεκριμένη ημερομηνία για τον εορτασμό των Χριστουγέννων, ακολούθησε την πεπατημένη των γιορτών εκείνων θέλοντας να προσδώσει στη νέα τότε θρησκεία μέρος από την αύρα και την οικειότητα που είχε ο κόσμος με αυτές. Βέβαια, αυτό δεν έγινε όσο ομαλά το περιγράφω, αντιθέτως, υπήρξαν πολλές και διαρκείς αναταράξεις. Δεν είναι όμως αυτό το θέμα μας!
 
  Ο τρόπος του εορτασμού των Χριστουγέννων πέρασε μέσα από πολλές φάσεις και διαφορετικά κύματα, αναλόγως και του εκάστοτε τόπου ή της εκάστοτε χρονικής περιόδου. Πάντως, ο σύγχρονος τρόπος του εορτασμού τους και η περιρρέουσα κουλτούρα διαμορφώθηκε ως επί το πλείστο στα τέλη του 19ο αιώνα τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Αμερική.
 
  Τα Χριστούγεννα είθισται να στολίζουμε έλατο. Κρεμάμε μπάλες στα κλαδιά του και βάζουμε στην κορυφή του ένα αστέρι, το άστρο της Βηθλεέμ. Στις παρυφές του πάντοτε η φάτνη των αλόγων με το θείο βρέφος. Στη χώρα μας, ο στολισμός του χριστουγεννιάτικου καραβιού που είναι παλαιότερος και πιο παραδοσιακός, φθίνει σταδιακά υπέρ του έλατου, το οποίο μας ήρθε μέσω του Όθωνα. Το καράβι πάντως παραμένει σύνηθες σε δημοτικούς στολισμούς. Λέγεται ότι το Χριστουγεννιάτικο δέντρο έλκει την καταγωγή του από παγανιστικές τελετουργίες των αρχαίων Κελτών. Κατά άλλους, όσον αφορά στα καθ’ημάς, στόλιζαν δέντρο και στο Βυζάντιο ανεξαρτήτως των Κελτών.
 
  Προφανώς, εφόσον μιλάμε για μια ολόκληρη ήπειρο, αν και το concept είναι παρόμοιο, τα χριστουγεννιάτικα έθιμα ποικίλλουν από χώρα σε χώρα.
  Έτσι, στην Αγγλία τρώνε κρεατόπιτα και Χριστουγεννιάτικη πουτίγκα, στο Βέλγιο αφήνουν σανό και ζάχαρη κάτω από το τζάκι για το άλογο του Santa Claus, στη Γαλλία έχουν τον Père Noël να μοιράζει δώρα στο γιορτινό τραπέζι της παραμονής των Χριστουγέννων και στη Γερμανία μετρούν αντίστροφα την έλευση του χαρμόσυνου γεγονότος με το ημερολόγιο των ζαχαρωτών. Στις Σκανδιναβικές χώρες εμφανίζονται καλικάντζαροι, όπως και στην Ελλάδα, άλλωστε. Στην Ιταλία, η μάγισσα Befana έρχεται αποβραδίς για να φάει τα καρύδια και τα μπισκότα που της έχουν αφήσει τα παιδιά και, πριν πετάξει μακριά, αφήνει μέσα στις κάλτσες των δώρων κάρβουνα για τα άτακτα παιδιά και παιχνίδια για τα φρόνιμα.
 
  Και κάθε χώρα έχει τα δικά της!
 
  Η ανταλλαγή δώρων κατά τη διάρκεια του εορτασμού των Χριστουγέννων είναι το πιο ευρέως διαδεδομένο έθιμο και έχει πολύ παλιές ρίζες. Ιδιαίτερα για τα παιδιά, φροντίζει ο Άϊ Βασίλης, ο οποίος κατεβάζει τα δώρα μέσα από την καμινάδα του σπιτιού –  όπου και εφόσον υπάρχει αυτή η ευχέρεια. Προσωπικά, ανήκω ανάμεσα στους επικριτές του τρόπου που εορτάζονται τα Χριστούγεννα στις μέρες μας καθώς διαπιστώνω ότι έχουν εμπορευματοποιηθεί πλήρως, ενώ – και αυτό το βρίσκω ακόμα χειρότερο – πλανάται ταυτόχρονα και μια έντονη «υποχρεωτικότητα» που επιβάλλει φορτικά ότι όλοι πρέπει να είμαστε εύθυμοι κοινωνοί μιας χαράς προφανώς συχνά επίπλαστης. Μπορώ να πω πως η υστερική φορτικότητα του να πρέπει κανείς να είναι, ή να δείχνει, οπωσδήποτε χαρούμενος τα Χριστούγεννα έχει σχεδόν λάβει διαστάσεις κοινωνικού φαινομένου.   
  Έτσι, κάθε χρόνο, αυτή την εποχή ο κόσμος βυθίζεται σε ένα ομοιόμορφο κύμα επίπλαστης χαράς. Ξεκινάμε από τα Χριστουγεννιάτικα τραγούδια που αρχίζουν να τα παίζουν οι ραδιοφωνικοί σταθμοί από αρχές Νοεμβρίου με αποτέλεσμα όταν πια έχει φτάσει 20 Δεκεμβρίου να τα έχουμε σιχαθεί όλοι – κρυφά ή φανερά. Και πως θα μπορούσε να ήταν αλλιώς? Μόνο αυτιστικός θα έπρεπε να είναι κανείς για να αποκομίζει μονίμως την ίδια χαρά ακούγοντας τα ίδια και απαράλλαχτα δέκα συγκεκριμένα τραγούδια επί δύο τουλάχιστον μήνες…
 
  Θα έλεγα λοιπόν ότι προωθείται ένα είδος επιβεβλημένης ευτυχίας που ίσως να κάνει πολλούς ανθρώπους να νιώθουν αποκομμένοι σε περίπτωση που δεν τη ενστερνίζονται απόλυτα. Κατά αυτό τον τρόπο, μια γιορτή που υποτίθεται ότι θα έπρεπε να αποτελεί έναυσμα γαλήνης και περισυλλογής μετατρέπεται σε παράσταση ευτυχίας a la carte με κάθε έναν από εμάς να προσποιείται ακόμα και αν μέσα του βιώνει μοναξιά, κόπωση, ή απλώς έχει ανάγκη από ηρεμία και ψυχολογική χαλάρωση.  
      
  Δεν αντιλέγω, οι δρόμοι είναι γιορτινά ντυμένοι με φώτα που αστράφτουν αναβοσβήνοντας εύθυμα. Οι διαφημίσεις ψιθυρίζουν πως «όλα είναι αγάπη»… Φωτοχυσίες, στολίδια, μουσικές! Όμως, κάτω απ’ αυτή τη φαντασμαγορία υπάρχουν άνθρωποι που τους πνίγει η υστερική φορτικότητα που επιβάλλει πως πρέπει κανείς να είναι χαρούμενος τα Χριστούγεννα σώνει και καλά.
  Χαρούμενος, και ας βλέπει γύρω του έναν κόσμο να φλέγεται.
  Χαρούμενος, ας γίνονται χρόνο με το χρόνο τα πάντα δυσκολότερα.
  Χαρούμενος, ακόμα και αν πνίγεται σε μια καθημερινότητα που μετατρέπεται σταδιακά σε εφιάλτη αβεβαιότητας.
  Χαρούμενοι, λοιπόν, σώνει και καλά!  Σε μια παράσταση που πρέπει να επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο συντηρώντας μια φαντασμαγορική ψευδαίσθηση ακόμα και αν πίσω από  τα φωτεινά παράθυρα απρόσωπων διαμερισμάτων μπορεί να κρύβονται μοναξιές πιο πυκνές κι από το χιόνι που δεν πέφτει πια. Είναι και κάποιοι άλλοι, όλο και περισσότεροι κάθε χρόνο που περνάει, που δεν τους περισσεύουν τα χρήματα για να στολίσουν ούτε δέντρο, ούτε τραπέζι. Κι όμως, τους ζητείται να συμμετάσχουν εύθυμοι και γιορτινοί σε αυτό το θέατρο της χαράς. Στους δρόμους, αυτές τις μέρες οι κραυγαλέες αντιθέσεις τονίζονται ακόμα περισσότερο. Υπάρχουν εκείνοι που βγαίνουν από τα γιορτινά πολυκαταστήματα ζαλωμένοι με δεκάδες σακούλες γεμάτες από δώρα αλλά και εκείνοι που στέκονται έξω από τις βιτρίνες μετρώντας ξανά και ξανά τα λιγοστά τους χρήματα που όμως δεν φτάνουν όσο και να τα μετρούν. Εστιατόρια γεμάτα φώτα, και απ’έξω, στη γωνία, κάποια παιδιά ενός κατώτερου θεού ψαχουλεύουν στα σκουπίδια. Κι ενώ η φτώχεια στέκεται μπροστά μας ρακένδυτη και αδυσώπητη, οι τηλεοράσεις μιλούν για «πνεύμα προσφοράς» και «αγάπη προς τον συνάνθρωπο».
 
  Εγώ λοιπόν θα έλεγα ότι η αληθινή ζεστασιά δεν βρίσκεται στα παρδαλά λαμπιόνια αλλά σε μια αυθόρμητη αγκαλιά. Η καλοσύνη δεν μετριέται με τα δώρα που κάνουμε σε συγγενείς και φίλους. Δώρα που ενδεχομένως ούτε καν τα χρειάζονται και μάλλον δεν θα τους αρέσουν κιόλας, οπότε τους φέρνουμε σε μια δύσκολη θέση να μας ευχαριστήσουν για την προαίρεση μας ακόμα και αν δεν το εννοούν αφού δεν ευχαριστήθηκαν στα αλήθεια ενώ τους βάζουμε να τρέχουν να τα αλλάξουν από πάνω, επιβαρύνοντας το ήδη φορτωμένο τους πρόγραμμα προς μεγάλο τους κακοφανισμό.
 
  Ίσως η πραγματική καλοσύνη να κρύβεται σε μια μικρή πράξη βοήθειας προς ένα ναυάγιο αυτής της ζωής, έναν άνθρωπο άγνωστο μας, και σίγουρα είναι μια πράξη που δεν πρόκειται να ανέβει ποτέ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
  Τελικά, μπορεί τα Χριστούγεννα να έχουν μια πιο αυθεντική διάσταση, η οποία όμως δεν θέλει να διαφημίζεται και για αυτό είναι αόρατη στους πολλούς. Δεν ξεφωνίζει, δεν χαχανίζει έξαλλα, δεν προσποιείται. Φαντάζει σαν ένα χαμηλό φως που δεν τυφλώνει τα μάτια παρά καίει διακριτικά, γλυκαίνοντας το σκοτάδι.

Comments

Popular posts from this blog

Ευγενίου Καραβία

Οι γάτες της Ψερίμυθου

Μπριάμ από αυτοκρατορική γενιά