Η Ελένη στην πόλη των βασιλιάδων
Στα προηγούμενα είδαμε την πόλη των βασιλιάδων, τον αριστοτεχνικό τρόπο με τον οποίο οι βασιλιάδες κουλάντριζαν τους εξαθλιωμένους τους υπηκόους και τους κύριους εορτασμούς που λάμβαναν χώρα. Εκεί λοιπόν αποφάσισε ότι θα
ήθελε να πάει η Ελένη! Εκείνο τον κόσμο σκέφτηκε ότι θα ήθελε να επισκεφτεί, αν
όντως υπάρχει σε κάποιο χώρο της πραγματικότητας και όχι μόνο στις γοητευτικές
περιγραφές του γέροντα.
Έτσι, ένα βράδυ τρύπωσε στην εκκλησία και βρήκε την καταπακτή εκεί που της είπε ο γέρος. Έκπληκτη όσο δεν παίρνει, είδε τα πόδια της να περπατάνε σε ένα μονοπάτι κοντά στην κορυφή ενός βουνού το οποίο ήταν… Που? Στο πουθενά. Ανάμεσα σε δύο πραγματικότητες. Το ακολούθησε και βρέθηκε κάπου αλλού… Βρέθηκε εκεί που της είπε ο γέρος, στην πόλη των βασιλιάδων!
Για μήνες πηγαινοερχότανε
η Ελένη από τον κόσμο της στον κόσμο που υπάρχει στην άλλη άκρη του μονοπατιού,
κάνοντας ένα ιδιότυπο τουρισμό ανάμεσα σε δύο διαστάσεις.
Τα δρομολόγια πύκνωναν όσο περνούσε ο καιρός.
Βλέπετε, διευκόλυνε κατά πολύ και το γεγονός ότι, κατά κάποιο ανεξήγητο τρόπο, αν και αυτή μιλούσε στους αυτόχθονες Ελληνικά αυτοί την καταλάβαιναν και, αντίστροφα, αν και οι αυτόχθονες της μιλούσαν στη γλώσσα τους, εκείνη άκουγε τι της έλεγαν στα Ελληνικά.
Με τον καιρό, απέκτησε
και γνωριμίες…
Βέβαια, δεν τολμούσε να πει σε κανέναν για το μυστικό μονοπάτι…
Όσο για τον κοινωνικό της αέρα και τη μόρφωση
που είχε – προσόντα που δεν τα έβρισκε κανείς στις γυναίκες της πόλης εκείνης
εκτός και αν ήταν από γαλάζιο αίμα και από παλάτια στα χαμηλά του λόφου, αλλά
και για τα παράξενα της ρούχα, αυτά τα άφηνε να παραμένουν μυστήρια, όπως μυστήριο
παρέμενε και το που έβρισκε τα όμορφα εκείνα αντικείμενα που αντάλλασσε κάθε
τόσο για χρήματα, κάτι κομψά κρύσταλλα και χρυσά κοσμήματα και ρολόγια αλλόκοτα
με περίπλοκους μηχανισμούς και με λουριά σιδερένια, τσάντες από παράξενα
στιλπνά δέρματα που επάνω έγραφαν κάτι ακατάληπτες λέξεις, όπως Calvin Klein…
Με αυτά και με αυτά, πριν
περάσει ένας χρόνος η Ελένη ήταν μια φιγούρα γνωστή σε αρκετούς στην πόλη.
Και η κατάσταση της στο μίζερο διαμέρισμα του κόσμου της? Το απαίσιο, καταθλιπτικό συναίσθημα δεν υπήρχε πλέον, τουλάχιστον όχι με την πρότερη ένταση. Το απροσδόκητο αυτό ταξίδι, αν μπορούμε να το πούμε «ταξίδι», επέφερε τις αλλαγές αυτές στην ψυχοσύνθεση της που δεν θα μπορούσε ποτέ να επιφέρει οποιοδήποτε συμβατικό ταξίδι από αυτά που προσφέρουν οι tour operators.
Τη γοήτευε πάρα πολύ η
ύπαρξη του κόσμου που ανακάλυψε, δεν μπορούσε όμως να χωνέψει τους βασιλιάδες.
Έτσι, λίγο – λίγο, ξεχώρισε κάποιους ανθρώπους οι οποίοι συμμερίζονταν τους προβληματισμούς της, που ψυχανεμίζονταν την αυθαιρεσία και την τυραννία του βασιλιά, και άρχισε να τους λέει διάφορα, προσπαθώντας να τους κεντρίσει το ενδιαφέρον.
Προσεκτικά πολύ, μην έχει μπλεξίματα με το σερίφη ή με οποιονδήποτε από τους σπιούνους του, συγκέντρωνε αυτούς τους ανθρώπους πότε σε σπίτια, πότε σε pubs, πότε σε αλάνες ή κάτω από τα τείχη της πόλης – κάτω από τη μύτη του σερίφη στην κυριολεξία – και τους έλεγε πράγματα θαυμαστά υπό το φως των κεριών ή της σελήνης, ταξιδεύοντας το λογισμό τους σε κόσμους ονειρικούς με υπέροχους ανθρώπους.
Όλοι ήξεραν ότι αυτά που
τους έλεγε δεν θα μπορούσαν να είναι αληθινά.. Πως θα μπορούσε εκείνη η αρχαία
πόλη, η Αθήνα-πως-τη-λένε, να έχει αυτό το πολίτευμα που ο βασιλιάς δεν
εξουσίαζε τα πάντα, τη δημοκρατία? Και που ήταν αυτή η Αθήνα και δεν την είχε ακούσει
ποτέ κανείς? Και αφού ο βασιλιάς δεν εξουσίαζε τα πάντα τότε τι βασιλιάς ήταν?
Όλοι ήξεραν ότι υπάρχουν και άλλες χώρες έξω από τα παλιά όρια της αρχαίας αυτοκρατορίας αλλά επίσης ήξεραν θετικά ότι όσοι ζουν σε εκείνους τους μακρινούς τόπους είναι άξεστοι και αχρείοι, με βάρβαρα ήθη όπως όλοι οι άπιστοι που δεν θέλουν να πιστέψουν στον αληθινό Θεό, εκείνον που σταυρώθηκε, αλλά προτιμούν πιστεύουν σε είδωλα, περπατούν στα τέσσερα και κάνουν παιδιά με τις κόρες τους. Άρα, πως θα μπορούσε να υπάρξει αυτή η πόλη, αυτή η «Αθήνα», ανάμεσα σε τέτοιους ανώμαλους, άπιστους αγριάνθρωπους? Εδώ καλά – καλά δεν υπήρχε «δημοκρατία» σε καμιά από τις χώρες τις κοντινές, τις πολιτισμένες, με τους φωτισμένους ανθρώπους που πιστεύουν στον αληθινό Θεό, είναι ποτέ δυνατό να υπήρχε στους άπιστους και στους άγριους?
Παρόλα αυτά, η Ελένη τους
έλεγε ακάθεκτη.
Τους έλεγε για τη
δημοκρατία της αρχαίας Αθήνας και για το Σόλωνα, το σοφό νομοθέτη που
εξανθρώπισε τους νόμους του Δράκοντα. Τους έμπασε στα καντούνια και στις
λεωφόρους της Ιδανικής Πολιτείας του Πλάτωνα, εκεί που πάντα οι φτωχοί έχουν
αξιοπρέπεια˙ ένα πουκάμισο να φορέσουν και ένα πιάτο φαΐ να φάνε, εκεί που η
δουλειά και το χρήμα δεν είναι ο αυτοσκοπός αλλά απλά το μέσο για την επίτευξη
κοινωφελών στόχων, αλλά την παρουσίασε ενισχυμένη μέσα από το θετικό και
φιλομαθές πνεύμα του Αριστοτέλη.
Τους γνώρισε και με το δάσκαλο του Πλάτωνα, το Σωκράτη με τις ανθρωπιστικές του απόψεις, τις τόσο ασύμβατες με την εποχή του και ακόμα και με τη σημερινή.
Δεν θα μπορούσε να παραλείψει να τους παρουσιάσει και το Διογένη, εκείνο τον άνθρωπο που έζησε μέσα σε ένα πιθάρι και όμως ήταν πλουσιότερος ακόμα και από τον βασιλιά τον ίδιο.
Τους μίλησε και για τη Γαλλία˙ για τη φιλομάθεια και το αίσθημα δικαίου της νεοσύστατης αστικής τάξης κατά την εποχή του Διαφωτισμού, μια νέα νοοτροπία που έβγαλε μια ολόκληρη ήπειρο από το τέλμα του Μεσαίωνα.
Τους είπε για το Βολτέρο και για τη λογική του ντεϊσμού σε αντιπαραβολή με τη στείρα θρησκοληψία.
Επίσης, τους γνώρισε το Μοντεσκιέ και το «Πνεύμα των Νόμων» και τους έμαθε τον Diderot και τη χαρά της φιλομάθειας.
Τους μίλησε ακόμα για τη «Magna Carta», ένα πρώιμο κοινωνικό συμβόλαιο που θεσπίστηκε μεταξύ των ανθρώπων ενός μουντού νησιού όλο ομίχλες, ακατάπαυστη σκατοψιχάλα και πράσινα λιβάδια, το οποίο έμελλε να γίνει η κοσμοκράτειρα χώρα ενός μακρινού κόσμου.
Στο μυαλό εκείνων που την άκουγαν, όλοι αυτοί οι άνθρωποι, οι τόποι και οι εποχές έγιναν ένας αχταρμάς.
Άλλοι μπέρδευαν τη Γαλλία με την Αθήνα, άλλοι το Βολτέρο με τον Αριστοτέλη και άλλοι νόμιζαν ότι αυτού που έγραψε τη Magna Carta του έδωσαν να πιεί το κώνειο, όμως λίγη σημασία είχε αυτό. Σημασία είχε ότι τα διδάγματα της ήταν σαν ένας ήλιος που ανατέλλει πίσω από ψηλά βουνά φωτίζοντας – αργά στην αρχή αλλά όλο και με περισσότερο κύρος – το μυαλό εκείνων των ανθρώπων που ήταν σαν ένα νυχτωμένο τοπίο.
Κάποτε θα ξημέρωνε για αυτούς μια άλλη μέρα.
Ανέλπιστα, στις συνάξεις
εκείνες ήρθε και ο Έρωτας. Ήρθε με τη μορφή του Ρολάνδου, ενός νέου με φλογερά
μάτια, γεμάτα φιλοδοξία και δυναμισμό.
Ούτε και σε αυτόν είπε για το μονοπάτι…
Με αυτά και με αυτά, η
Ελένη άρχισε πλέον να θεωρεί τον εαυτό της κάτοικο της πόλης των βασιλιάδων και
μόνο κάθε τόσο έκανε επισκέψεις στον δικό μας τον κόσμο, ίσα – ίσα για να
παίρνει μια γεύση, να μη χάνει επαφή. Τώρα πια, καθόλου σχεδόν δεν την
ενδιέφερε το ξεπούλημα του πατρικού κτήματος με το δίπατο, ούτε και πήγαινε
καθόλου στο διαμέρισμα του τρίτου, εκείνο με θέα στον ακάλυπτο και τα σώβρακα
του απέναντι. Απλά, περνούσε από έξω από την πολυκατοικία μια στις τόσες. Ξένη
πια ανάμεσα σε ξένους.
Όσο περνούσε ο καιρός οι
διαδρομές της Ελένης στο μονοπάτι αραίωναν, αλλά και η διαδρομή του μονοπατιού
γινόταν όλο και πιο ψυχεδελική. Οι τρύπες άρχισαν να πληθαίνουν ενώ εκεί που
έβλεπε όλο πεύκα και αγριολούλουδα και στο βάθος την κορυφή του βουνού τώρα
τελευταία έβλεπε και κάτι παλαβά πράγματα: Έβλεπε κάποια δέντρα να είναι με
πράσινους κορμούς και καφέ φυλλώματα, σύννεφα κίτρινα σε ένα πράσινο ουρανό να
κινούνται πάνω – κάτω και όχι κατά μήκος του ορίζοντα, καμιά φορά η κορυφή του
βουνού έπαιρνε αλλόκοτα σχήματα και χρώματα, ενώ σε μια συναρπαστικά τρομακτική
περίσταση, για μια στιγμή εκεί που περπατούσε το μονοπάτι ξαφνικά βρέθηκε σε
ένα διάδρομο στρωμένο με μοκέτα μέσα σε κάποιο κτίριο και μετά – μπραφ – πάλι
στο μονοπάτι. Μέχρι που κάποτε που πήγε στην είσοδο του μονοπατιού στη σπηλιά
στα χαμηλά του λόφου δεν βρήκε πια το μονοπάτι.
Έμεινε λοιπόν η Ελένη στην πόλη των βασιλιάδων για πάντα, χωρίς διέξοδο επιστροφής στην πόλη της και στον κόσμο της. Τώρα, θα ρωτήσετε, την πείραξε? … μμμ, ίσως ναι, λίγο. Δεν είναι εύκολο να χωνέψει κανείς ότι θα μείνει για πάντα σε ένα κόσμο του οποίου την ύπαρξη έμαθε μόλις πριν από τρία χρόνια. Αλλά σπάνια το σκεφτόταν αυτό. Αυτή τώρα είχε το Ρολάνδο. Είχε και τις κρυφές της συγκεντρώσεις, κάτω από τη μύτη του σερίφη στην κυριολεξία, στις οποίες πήγαιναν όλο και περισσότεροι απλοί άνθρωποι. Εδώ είχε αγάπη, είχε φίλους, είχε ζωή, είχε ένα σκοπό. Στον κόσμο που γεννήθηκε τι είχε? Τίποτα!
Έτσι, λοιπόν, κύλησε από
εκεί και πέρα η ζωή της Ελένης.
Πλέον, επικηρυγμένοι από
το σερίφη, αυτή και ο Ρολάνδος ήταν τα ηγετικά μέλη ενός αντάρτικου που είχε
πάρει τα βουνά. Πότε τους κυνηγούσε ο στρατός του βασιλιά, πότε κυνηγούσαν
εκείνοι το στρατό του βασιλιά. Περνούσαν από χωριό σε χωριό και έλεγαν στους
χωρικούς όλα αυτά τα ωραία που τους είχε μάθει η Ελένη.
… και το κίνημα φούντωνε…
Δεν πίστευε η Ελένη ότι
θα είχε ποτέ της την ευκαιρία να ξαναγίνει ιδιοκτήτρια ενός κομματιού γης ούτε
στον κόσμο αυτό ούτε πουθενά, πόσο μάλλον ότι θα είχε την ευκαιρία να αποκτήσει
ένα δίπατο κομψό σαν το πατρογονικό για να στεγάσει τη ζωή της, την οικογένεια
της και τα όνειρά της. Δεν το πίστευε αλλά δεν την πείραζε κιόλας. Αυτής της
έμελλε ο αγώνας. Και αγώνα θα έκανε. Ίσως η κόρη της ή ο γιός της, αν ποτέ
έφερνε παιδιά στον κόσμο... Σίγουρα όμως τα εγγόνια τους…
Κάθε τόσο, στις τρυφερές
τους στιγμές, έλεγε στο Ρολάνδο ότι της έφτανε που είναι μαζί. Ότι θα μπορούσε
να ζήσει για πάντα έτσι, αρκεί να ήταν μαζί. Και από μέσα της κάκιωνε με τον
εαυτό της και είχε κρυφές τύψεις γιατί όταν του τα έλεγε αυτά σκεφτόταν το
όμορφο σπίτι που έχασε και εκείνο το άλλο που μάλλον δεν θα αποκτούσε ποτέ.
Και ο Ρολάνδος? Και αυτός
της έλεγε ότι του έφτανε που είναι μαζί και ότι και αυτός θα μπορούσε να ζήσει
για πάντα έτσι αρκεί να είναι μαζί της.
…και, φιλόδοξος από τη φύση του και άλλο τόσο άπληστος, έβλεπε ότι πάει καλά το αντάρτικο και σκεφτότανε: Λεφτά! Λεφτά! Λεφτά! Και πόσο αναπαυτικός μπορεί να είναι ο θρόνος του βασιλιά!...
Έτσι, ένα βράδυ τρύπωσε στην εκκλησία και βρήκε την καταπακτή εκεί που της είπε ο γέρος. Έκπληκτη όσο δεν παίρνει, είδε τα πόδια της να περπατάνε σε ένα μονοπάτι κοντά στην κορυφή ενός βουνού το οποίο ήταν… Που? Στο πουθενά. Ανάμεσα σε δύο πραγματικότητες. Το ακολούθησε και βρέθηκε κάπου αλλού… Βρέθηκε εκεί που της είπε ο γέρος, στην πόλη των βασιλιάδων!
Τα δρομολόγια πύκνωναν όσο περνούσε ο καιρός.
Βλέπετε, διευκόλυνε κατά πολύ και το γεγονός ότι, κατά κάποιο ανεξήγητο τρόπο, αν και αυτή μιλούσε στους αυτόχθονες Ελληνικά αυτοί την καταλάβαιναν και, αντίστροφα, αν και οι αυτόχθονες της μιλούσαν στη γλώσσα τους, εκείνη άκουγε τι της έλεγαν στα Ελληνικά.
Βέβαια, δεν τολμούσε να πει σε κανέναν για το μυστικό μονοπάτι…
Και η κατάσταση της στο μίζερο διαμέρισμα του κόσμου της? Το απαίσιο, καταθλιπτικό συναίσθημα δεν υπήρχε πλέον, τουλάχιστον όχι με την πρότερη ένταση. Το απροσδόκητο αυτό ταξίδι, αν μπορούμε να το πούμε «ταξίδι», επέφερε τις αλλαγές αυτές στην ψυχοσύνθεση της που δεν θα μπορούσε ποτέ να επιφέρει οποιοδήποτε συμβατικό ταξίδι από αυτά που προσφέρουν οι tour operators.
Έτσι, λίγο – λίγο, ξεχώρισε κάποιους ανθρώπους οι οποίοι συμμερίζονταν τους προβληματισμούς της, που ψυχανεμίζονταν την αυθαιρεσία και την τυραννία του βασιλιά, και άρχισε να τους λέει διάφορα, προσπαθώντας να τους κεντρίσει το ενδιαφέρον.
Προσεκτικά πολύ, μην έχει μπλεξίματα με το σερίφη ή με οποιονδήποτε από τους σπιούνους του, συγκέντρωνε αυτούς τους ανθρώπους πότε σε σπίτια, πότε σε pubs, πότε σε αλάνες ή κάτω από τα τείχη της πόλης – κάτω από τη μύτη του σερίφη στην κυριολεξία – και τους έλεγε πράγματα θαυμαστά υπό το φως των κεριών ή της σελήνης, ταξιδεύοντας το λογισμό τους σε κόσμους ονειρικούς με υπέροχους ανθρώπους.
Όλοι ήξεραν ότι υπάρχουν και άλλες χώρες έξω από τα παλιά όρια της αρχαίας αυτοκρατορίας αλλά επίσης ήξεραν θετικά ότι όσοι ζουν σε εκείνους τους μακρινούς τόπους είναι άξεστοι και αχρείοι, με βάρβαρα ήθη όπως όλοι οι άπιστοι που δεν θέλουν να πιστέψουν στον αληθινό Θεό, εκείνον που σταυρώθηκε, αλλά προτιμούν πιστεύουν σε είδωλα, περπατούν στα τέσσερα και κάνουν παιδιά με τις κόρες τους. Άρα, πως θα μπορούσε να υπάρξει αυτή η πόλη, αυτή η «Αθήνα», ανάμεσα σε τέτοιους ανώμαλους, άπιστους αγριάνθρωπους? Εδώ καλά – καλά δεν υπήρχε «δημοκρατία» σε καμιά από τις χώρες τις κοντινές, τις πολιτισμένες, με τους φωτισμένους ανθρώπους που πιστεύουν στον αληθινό Θεό, είναι ποτέ δυνατό να υπήρχε στους άπιστους και στους άγριους?
Τους γνώρισε και με το δάσκαλο του Πλάτωνα, το Σωκράτη με τις ανθρωπιστικές του απόψεις, τις τόσο ασύμβατες με την εποχή του και ακόμα και με τη σημερινή.
Δεν θα μπορούσε να παραλείψει να τους παρουσιάσει και το Διογένη, εκείνο τον άνθρωπο που έζησε μέσα σε ένα πιθάρι και όμως ήταν πλουσιότερος ακόμα και από τον βασιλιά τον ίδιο.
Τους μίλησε και για τη Γαλλία˙ για τη φιλομάθεια και το αίσθημα δικαίου της νεοσύστατης αστικής τάξης κατά την εποχή του Διαφωτισμού, μια νέα νοοτροπία που έβγαλε μια ολόκληρη ήπειρο από το τέλμα του Μεσαίωνα.
Τους είπε για το Βολτέρο και για τη λογική του ντεϊσμού σε αντιπαραβολή με τη στείρα θρησκοληψία.
Επίσης, τους γνώρισε το Μοντεσκιέ και το «Πνεύμα των Νόμων» και τους έμαθε τον Diderot και τη χαρά της φιλομάθειας.
Τους μίλησε ακόμα για τη «Magna Carta», ένα πρώιμο κοινωνικό συμβόλαιο που θεσπίστηκε μεταξύ των ανθρώπων ενός μουντού νησιού όλο ομίχλες, ακατάπαυστη σκατοψιχάλα και πράσινα λιβάδια, το οποίο έμελλε να γίνει η κοσμοκράτειρα χώρα ενός μακρινού κόσμου.
Στο μυαλό εκείνων που την άκουγαν, όλοι αυτοί οι άνθρωποι, οι τόποι και οι εποχές έγιναν ένας αχταρμάς.
Άλλοι μπέρδευαν τη Γαλλία με την Αθήνα, άλλοι το Βολτέρο με τον Αριστοτέλη και άλλοι νόμιζαν ότι αυτού που έγραψε τη Magna Carta του έδωσαν να πιεί το κώνειο, όμως λίγη σημασία είχε αυτό. Σημασία είχε ότι τα διδάγματα της ήταν σαν ένας ήλιος που ανατέλλει πίσω από ψηλά βουνά φωτίζοντας – αργά στην αρχή αλλά όλο και με περισσότερο κύρος – το μυαλό εκείνων των ανθρώπων που ήταν σαν ένα νυχτωμένο τοπίο.
Κάποτε θα ξημέρωνε για αυτούς μια άλλη μέρα.
Ούτε και σε αυτόν είπε για το μονοπάτι…
Έμεινε λοιπόν η Ελένη στην πόλη των βασιλιάδων για πάντα, χωρίς διέξοδο επιστροφής στην πόλη της και στον κόσμο της. Τώρα, θα ρωτήσετε, την πείραξε? … μμμ, ίσως ναι, λίγο. Δεν είναι εύκολο να χωνέψει κανείς ότι θα μείνει για πάντα σε ένα κόσμο του οποίου την ύπαρξη έμαθε μόλις πριν από τρία χρόνια. Αλλά σπάνια το σκεφτόταν αυτό. Αυτή τώρα είχε το Ρολάνδο. Είχε και τις κρυφές της συγκεντρώσεις, κάτω από τη μύτη του σερίφη στην κυριολεξία, στις οποίες πήγαιναν όλο και περισσότεροι απλοί άνθρωποι. Εδώ είχε αγάπη, είχε φίλους, είχε ζωή, είχε ένα σκοπό. Στον κόσμο που γεννήθηκε τι είχε? Τίποτα!
… και το κίνημα φούντωνε…
…και, φιλόδοξος από τη φύση του και άλλο τόσο άπληστος, έβλεπε ότι πάει καλά το αντάρτικο και σκεφτότανε: Λεφτά! Λεφτά! Λεφτά! Και πόσο αναπαυτικός μπορεί να είναι ο θρόνος του βασιλιά!...
Comments
Post a Comment