Το Ταξίδι της Ελένης: αναλυτική λίστα εορτασμών στην πόλη των Βασιλιάδων


 
  Παραμένουμε και σήμερα στον κόσμο της Ελένης, ακολουθώντας την στο ταξίδι της! Στα προηγούμενα είχαμε πει ότι οι βασιλιάδες της πόλης εκείνης που βρίσκεται σε κάποια παράλληλη διάσταση συχνά πυκνά διοργάνωναν εκτεταμμένους εορτασμούς στα πλαίσια της χαλιναγώγησης των μαζών. Έτσι, πέντε - έξι φορές κάθε χρόνο ο βασιλιάς, μέσω του δημάρχου, έδινε την ευκαιρία στους κατοίκους της πόλης να βγουν για λίγο από το μαγγανοπήγαδο της άχαρης καθημερινότητας που τους επέβαλλε όλο τον υπόλοιπο καιρό και να ξεφαντώσουν. Ή να παρεκτραπούν…
  Κάποια χρόνια μπορεί να ήταν τέσσερις οι περιστάσεις ή κάποια άλλα μέχρι και επτά. Όμως, τρεις ήταν οι κυριότερες γιορτές που ποτέ, καμιά χρονιά, δεν ήταν δυνατό να παραληφθεί ο εορτασμός τους κατά το λαμπρότερο τρόπο, έτσι όπως περιγράφεται στις παραπάνω γραμμές. Και οι τρεις περιστάσεις δεν είναι παρά οι πανάρχαιοι εορτασμοί των ανθρώπων προς τιμή της φύσης που γιορτάζονται σε κάθε μέρος κάθε κόσμου, διανθισμένες και μορφοποιημένες κατά τις τοπικές συνθήκες δημιουργώντας στο κάθε ένα ξεχωριστές συνήθειες και παραδόσεις.

  Αυτές είναι ο Θάνατος της Φύσης, η Αναγέννηση της Φύσης και η Κορύφωση της Φύσης.
 
  Στην πόλη των βασιλιάδων, η πρώτη από αυτές ονομάζονταν ‘Fin de Año’ και ελάμβανε χώρα λίγο μετά την αρχή του χειμώνα την εβδομάδα με τη μικρότερη διάρκεια της ημέρας. Η γιορτή περιείχε αρκετά φοβικά στοιχεία αφού στην ουσία εξέφραζε το φόβο των ανθρώπων για το επερχόμενο σκοτάδι από τον θάνατο του Ήλιου και της Φύσης. Άναμμα φωτιών μεγάλων παντού στα χωράφια ώστε να βοηθήσουν τον ήλιο να πάρει τα πάνω του, έχοντας το φόβο μήπως τελικά το σκοτάδι υπερισχύσει για πάντα έναντι του φωτός. Το μεθύσι των κατοίκων βουβό και ανταριασμένο σε εκείνη τη γιορτή με άφθονο glοgg για αρχή και με βαριά ποτά όσο περνούσε η ώρα. Τα φαγιά του δημάρχου – εκείνα που «κερνούσε» ο βασιλιάς, επίσης βαριά όλο με βούτυρα και λίπη. Η λήξη των εορταστικών εκδηλώσεων λάμβανε πάντα χώρα με το κάψιμο του αχυράνθρωπου πάνω σε μια πυρά στην κεντρική πλατεία. Μια συμβολική θυσία προς την αρχέγονη Γαία ώστε να βοηθήσει τον σύζυγό της, τον Ήλιο, να ανανήψει για μια ακόμα φορά. Κάποιες φορές όμως, πότε - πότε δύο χρονιές συνεχόμενες ή χρόνο παρά χρόνο, συνήθως όμως κάθε τέσσερα με επτά χρόνια, ο αχυράνθρωπος ήταν κανονικός άνθρωπος. Στις περιπτώσεις αυτές, ο υποψήφιος για το μαρτυρικό και εντυπωσιακό αυτό θάνατο ήταν κάποιος ή κάποια που κατηγορούνταν ότι έκανε ξόρκια και μάγια. Συνήθως τέτοιες βαριές κατηγορίες έπεφταν στα κεφάλια πριγκίπων ή αυλικών φιλόδοξων υπέρ του δέοντος και αρκετά απρόσεκτων στο να (μην) καλύπτουν τα νώτα τους.
  Ένα περίπου μήνα μετά από το Fin de Año, έβγαινε ο δήμαρχος στην κεντρική πλατεία και ολοκλήρωνε το ρόλο του κατσαδιάζοντας τον κόσμο ότι είναι τεμπέληδες και αντιπαραγωγικοί και ότι τρώνε τόσα πολλά από τα λεφτά του καλού τους του βασιλιά σε γλέντια και σε ξεφαντώματα. Έτσι, υπήρχε μια κάποια ηθική νομιμοποίηση – άσχετα πόσο επίπλαστη – στις φορολογικές επιδρομές των αυλικών.
 
  Η δεύτερη μεγάλη γιορτή της πόλης των βασιλιάδων ήταν το ‘Resurrectionem’, που λάμβανε χώρα κάπου στη μέση της Άνοιξης όταν έπαιρναν οι μέρες να μεγαλώνουν, έστω και αν συνήθως ακόμα είχε λίγο ψύχρα. Αυτή ήταν μια γλυκιά, κεφάτη γιορτή της Αναγέννησης της Φύσης, της επιστροφής του Ήλιου - και του φωτός - στις ζωές των ανθρώπων και της προσμονής της γλυκιάς ζέστης. Σίγουροι πλέον οι άνθρωποι ότι ο ήλιος κατόρθωσε μια ακόμη φορά να επιβληθεί πάνω στο σκοτάδι, οι άνθρωποι γιόρταζαν με χαρά το χαρμόσυνο γεγονός και όλοι είχαν διάθεση αισιόδοξη, ερωτική και κάπως σκανδαλιάρικη. Συνεπώς, ήταν μια περίσταση που ο βασιλιάς έδειχνε το σπλαχνικό του πρόσωπο, παραγράφοντας τα χρέη αρκετών από τους φουκαράδες της πόλης του ενώ το τέλος των εορτασμών έκλεινε πάντα με το σερίφη και τους αυλικούς να πηγαίνουν για ένα κανένα μισάωρο πάνω κάτω σε μια πασαρέλα στην μέση της κεντρικής πλατείας και όσοι ήθελαν (δηλαδή όλοι) μπορούσαν να τους βρίζουν ή να τους καταριόνται με μεγαλοπρεπή φάσκελα, ενώ μπορούσαν να τους πετάνε αυγά κλούβια ή κομμάτια από λάχανα σάπια. Το συνήθειο εκείνου του εορτασμού ήταν ο κόσμος να μασκαρεύεται, συνήθως με κοστούμια και μάσκες που τους προμήθευε ο δήμαρχος πάντα εκ μέρους του βασιλιά, εννοείται. Μασκαρεμένοι, μεθούσαν εύθυμα με κρασί και με χορό, ενώ οι νεότεροι – ή όσοι το επιθυμούσαν – ερωτοτροπούσαν χορευτικά κατά μήκος του μεγάλου βουλεβάρτου, κρυμμένοι πίσω από την ασφάλεια και την ανωνυμία που τους προσέφεραν οι μάσκες τους, πάνω σε μουσικές εύθυμες με γρήγορους ρυθμούς και πιπεράτα λόγια. Όπως είπαμε, την τελευταία μέρα των εορτασμών όσοι ήθελαν, όλοι δηλαδή, είχαν την ευκαιρία να βγάλουν το άχτι τους για λίγη ώρα στους περιφερόμενους αυλικούς και στο σερίφη με τους τραμπούκους του.
 
  H τρίτη μεγάλη γιορτή, το ‘Samhrad’, λάβαινε χώρα κάπου στο τέλος του καλοκαιριού, κατά τον καιρό που ξεκινούσαν οι μέρες να μικραίνουν, λίγο πριν ξεκινήσουν τα πρωτοβρόχια του φθινοπώρου. Πάνω στην κορύφωση του κύκλου της Φύσης δηλαδή, τότε που η γη είναι καρπισμένη και περιμένει τους ανθρώπους να δρέψουν τους καρπούς της και να την ευχαριστήσουν. Στην πόλη των βασιλιάδων η γιορτή αυτή, εκτός από τη γιορτή της Κορύφωσης της Φύσης, ήταν και η γιορτή του Διχασμού. Μια γιορτή που θα καθόριζε ποιοι θα λάβουν τους περισσότερους από τους καρπούς της γης.
Έτσι, σε μια αλάνα έξω από την πόλη, οι δυνατότεροι νέοι από τις έξι γειτονιές της πόλης έπαιζαν ένα αγώνισμα που έμοιαζε με το rugby μόνο που ήταν περισσότερο βρώμικο και πιο βίαιο. Πόσα κεφάλια δεν ανοίγανε κατά τη διάρκεια εκείνων των βίαιων αναμετρήσεων, πόσες μύτες ματωμένες και κορμιά μωλωπισμένα… Ακόμα, για να ολοκληρωθεί το δελτίο συμβάντων θα έπρεπε να προσθέσει κανείς κάμποσα χέρια σπασμένα, δάχτυλα γυρισμένα και εξαρθρωμένους καρπούς και αστράγαλους.
Οι νικητές παραλάμβαναν το έπαθλό τους από – !!!τυμπανοκρουσίες παρακαλώ!!! – τα χέρια του ίδιου του βασιλιά! Κουτσαίνοντας με υπερηφάνεια, με σπασμένα μούτρα και αγέρωχα βλέμματα συνήθως κυκλωμένα από μωβ κύκλους πρησμένης σάρκας, έκαναν μια σειρά και περίμεναν το βασιλιά να τους σφίξει το χέρι και να τους απονείμει το μετάλλιο τους. Πόση τιμή μπορεί να αντέξει κανείς πια…!
Οι κάτοικοι της συνοικίας με τη νικήτρια ομάδα, έχοντας εν τω μεταξύ γίνει τύφλα στο μεθύσι παρακολουθώντας το πολύωρο παιχνίδι, όπως άλλωστε συνηθίζεται στην πόλη των βασιλιάδων σε τέτοιες περιπτώσεις, με χαρά μεγάλη και ενθουσιασμό σήκωναν τους σακατεμένους από το ξύλο νικητές στους ώμους τους.
  Η νίκη ήταν πολύ σημαντική για αυτούς αφού καθ’όλη τη διάρκεια του έτους και μέχρι το επόμενο Samhrad είχαν το δικαίωμα να ειρωνεύονται και να κάνουν καζούρα στους κατοίκους των υπόλοιπων συνοικιών ενώ είχαν προτεραιότητα στις δημόσιες υπηρεσίες, στις παροχές του δημάρχου –  τις όσες, τέλος πάντων, υπήρχαν – και διάφορα τέτοια μικροπρονόμια, τα οποία οι άρχοντες της πόλης διαφήμιζαν υπέρ του δέοντος και τους παρότρυναν διακριτικά και τεχνηέντως να τα ασκούν με τον πλέον επιδεικτικό τρόπο ώστε να μπαίνουν στο μάτι των συμπολιτών τους από τις άλλες συνοικίες για να συντηρείται έτσι μια κατάσταση ανταγωνιστικότητας, αντιπαλότητας και λανθάνουσας αντιπάθειας ανάμεσα στους κατοίκους της πόλης ώστε η προσοχή τους να αποσπάται από τα πραγματικά δεινά τους και από αυτούς που είναι οι αίτιοι των δεινών αυτών και να είναι στραμμένη σε βλακώδεις τοπικιστικούς  μικροεγωισμούς.

  Έχοντας πλέον αποδώσει το πλαίσιο της πόλης εκείνης, στο επόμενο ποστάρισμα θα δούμε τι έκανε εκεί η Ελένη όταν την επισκέφτηκε!

Comments

Popular posts from this blog

Ευγενίου Καραβία

Οι γάτες της Ψερίμυθου

Μπριάμ από αυτοκρατορική γενιά