Το ταξίδι της Ελένης : H πόλη των Βασιλιάδων

  Στα δύο προηγούμενα post μου, είδαμε την "Ελένη", έναν χαρακτήρα που ο κάθε ένας από εσάς μπορεί να εκλάβει είτε κυριολεκτικά ως μια κοπέλα που ατύχησε γενικά στη ζωή της είτε ως κάτι πιο αλληγορικό, να ασφυκτιά στο μικρό της, πλέον, σπίτι και αποφασίζει να κάνει ένα μεγάλο ταξίδι στις πέντε ηπείρους και στους πέντε ωκεανούς. Ένα ταξίδι που, φευ, αν και συναρπαστικό για όσο διήρκεσε, δεν άλλαξε τελικά τη ζωή της. Μια μέρα όμως, όπως είχε βγει στη γειτονιά της, είδε έναν παράξενο γέρο ο οποίος φαίνεται είχε πολλά να της πει! 
 
  Ας δούμε, λοιπόν, τι της είπε! Της είπε λοιπόν ο γέρος ότι μερικά μόνο μέτρα από τα σκαλιά που στέκονται, στο υπόγειο της εκκλησίας υπάρχει μια πέτρινη καταπακτή που επάνω έχει ένα σκουριασμένο κρίκο. Η καταπακτή ίσα που διακρίνεται στο σκοτάδι του υπογείου, χαμένη κάτω από στασίδια σαρακοφαγωμένα που είναι μπαστακωμένα επάνω της εδώ και δεκαετίες ολόκληρες. Η εκκλησία, παμπάλαια, κτισμένη στο σύνηθες αρχιτεκτονικό στυλ του τόπου, κτίστηκε εκεί ακριβώς για να σκεπάζει το μυστικό μονοπάτι. Πριν κτιστεί η εκκλησία υπήρχε εκεί άλλο κτίσμα, και πριν από το άλλο κτίσμα ένα ακόμα παλαιότερο και πριν από εκείνο ένα άλλο και ούτω καθεξής. Πάντα υπήρχε εκεί ένα κτίσμα ώστε να κρύβει καλύτερα το μυστικό μονοπάτι. Ίσως το πρώτο να ήταν φτιαγμένο από καλάμια και κληματόβεργες. Όταν πρωτοκτίστηκε η εκκλησία, οι πρώτοι αρχιερείς γνώριζαν τι κρύβει η καταπακτή. Με τον καιρό, η ύπαρξη του μονοπατιού ξεχάστηκε. Για πολλά χρόνια, για αιώνες, υπήρχε ο θρύλος ότι μέσα στην εκκλησία υπάρχει μια καταπακτή που αν την ανοίξεις βλέπεις «φώτα και φωτιές» αλλά ακόμα και αυτός ο θρύλος κατέληξε να ατονήσει με το πέρασμα των καιρών, μέχρις ότου ξεχάστηκαν τελείως και ο θρύλος και ακόμα και η καταπακτή.
  Φυσικά, η καταπακτή, αδιάφορη για το γεγονός ότι οι άνθρωποι ξέχασαν την ύπαρξη της, εξακολουθεί να υπάρχει.
 
  Αφού λοιπόν σηκώσει κανείς την καταπακτή και ακολουθήσει τη διαδρομή που ορίζει το μονοπάτι, βγαίνει σε μια άλλη πόλη ενός άλλου κόσμου. Η πόλη αυτή είναι η πόλη στην οποία έχουν κτίσει το παλάτι τους οι βασιλιάδες μιας μικρής χώρας στην άκρη της επικράτειας που κάποτε όριζε και διαφέντευε μια μεγάλη και φοβερή αυτοκρατορία. Η αυτοκρατορία, μετά από ένα βασανιστικό ξεπεσμό αιώνων, διαλύθηκε. Από τη διάλυση της αυτοκρατορίας ξεπήδησαν κάμποσες χώρες˙ άλλες σπουδαίες, άλλες μικρότερες. Οι βασιλιάδες εκείνης της μικρής χώρας είναι απόγονοι γιδοβοσκών που κατάγονται από τα βουνά που χώριζαν αυτή τη μικρή χερσόνησο από την υπόλοιπη αυτοκρατορία. Ένα πλήθος από χαμηλά βουνά όλο κατσάβραχα, λόγγους και φαράγγια, πολλά χαμόδεντρα και αγκαθωτούς ξερόθαμνους σε ατελείωτες γραμμές και, κάπου – κάπου, ολίγον από πεύκο και κυπαρίσσι.
 
  Η οικογένεια των γιδοβοσκών που κατέβηκε από εκείνα τα βουνά κατά την εποχή της αναταραχής που επακολούθησε μετά τον επιθανάτιο ρόγχο που έβγαλε η αυτοκρατορία ήταν τελικά εκείνη που επικράτησε και, φυσικά, έγινε η βασιλική οικογένεια της χώρας. Είναι χαρακτηριστικό ότι τη στέψη του πρώτου βασιλιά την παρακολούθησαν παρέα ζωντανοί και πτώματα των κυριοτέρων αντιπάλων της οικογενείας, τα τελευταία κρεμασμένα πάνω σε κρεμάλες στημένες στην κεντρική πλατεία, ενώ το τελετουργικό της πρώτης εκείνης στέψης διανθίστηκε από κροάγματα κοράκων που τσιμπολογούσαν τις εκτεθειμένες σάρκες των νεκρών.
 
  Αφού οι πρώτοι βασιλιάδες είδαν ότι δεν θα μπορούσαν ποτέ να κρεμάσουν ή να σφάξουν όλα τα μέλη των άλλων ισχυρών οικογενειών – έχοντας εν τω μεταξύ γεμίσει τα μοναστήρια με τυφλωμένους γαλαζοαίματους – αποφάσισαν να κάνουν ειρήνη για να ζήσουν οι άνθρωποι της μικρής εκείνης χώρας καλά και αυτοί οι ίδιοι καλύτερα. Έτσι λοιπόν, χώρισαν τη χώρα σε πάμπολλα μικρά τμήματα, ένα για κάθε κλάδο των εναπομεινασών ισχυρών οικογενειών και τα μοίρασαν σε όσους είχαν απομείνει από όλο εκείνο το σκυλολόι που είχαν πρώτα κατασφάξει. Τα ονομάτισαν, μάλιστα, «Μεγάλα Δουκάτα», ώστε να καλύψουν όσο γίνεται το μικρό τους μέγεθος και το πόσο ασήμαντα τα ήθελαν να είναι. Από τα «Μεγάλα Δουκάτα», οι βασιλιάδες δεν ήθελαν παρά δύο πράγματα: να λαμβάνουν τακτικά και σωστά τους καθορισμένους φόρους από το κάθε ένα και παράλληλα κανένα από αυτά να μη γίνει πάρα πολύ ισχυρό. Οπότε, η παρέμβαση της κεντρικής εξουσίας σκοπό είχε να αποδυναμώσει μάλλον τις υποδομές και να δυσχεράνει το επίπεδο ζωής στις επαρχίες εκείνες, παρά να επιφέρει βελτίωση και πρόοδο σε αυτές.
 
  Εκεί, λοιπόν, σε εκείνη την πόλη, την πρωτεύουσα της χώρας που ξεκινά από τους πρόποδες των βουνών και συγκεκριμένα σε μια σπηλιά στα χαμηλά ενός λόφου, βγάζει το μονοπάτι.
Το παλάτι των βασιλιάδων είναι κτισμένο στην κορυφή του λόφου ώστε να έχει πανοραμική θέα σε ολόκληρη την πόλη που είναι κτισμένη γύρω – γύρω. Εκείνοι που το έκτισαν μπορεί να ήξεραν ότι εκεί κάπου υπάρχει ένα μυστικό μονοπάτι, μπορεί και όχι. Οι τωρινοί του κάτοικοι πάντως αγνοούν την ύπαρξη του μονοπατιού.
  Μεγάλο κτίσμα το παλάτι. Μεγάλο και πομπώδες. Μαζί με την πλατεία καταλαμβάνει την κορυφή του λόφου ολόκληρη. Η φατσάδα όλη επικαλυμμένη  από στιλπνό μάρμαρο. Στέκει, λοιπόν, στην κορυφή του λόφου εδώ και αιώνες και είναι κάπως σαν υπερφίαλο λοφίο απάνω σε κεφάλι ταλαίπωρο, σαν το λημέρι ενός μικρού πλην χθόνιου θεού που εννοεί να επιτηρεί όλη την πόλη μαυρίζοντας τις ζωές των κοινών θνητών.
  Όπως όλα τα ογκώδη και ατσούμπαλα κτίσματα, πλακώνει το στήθος και προξενεί μια φευγαλέα δυσφορία σε όποιον το βλέπει. Αλλά και μέσα στις αίθουσες του παλατιού, έπιπλα και στολίδια όλο πολυτέλεια και τόση χλιδή μέχρι σημείου που το θέαμα αντί για επιβλητικό να καταντάει γελοίο. Ειδικά η αίθουσα του θρόνου, διακοσμημένη με επιδεικτική πολυτέλεια και πλούτο, φανερώνει σε όλο τους το εύρος τον εγωισμό, τη μεγαλομανία και τα συμπλέγματα των αλλοτινών γιδοβοσκών που έγιναν βασιλείς. Βεβαίως, για τους ταλαίπωρους υπηκόους η αίθουσα αυτή συμβολίζει την ισχύ της βασιλικής  οικογένειας του τόπου εκείνου και φυσικά το αυθαίρετο πλην αναφαίρετο δικαίωμα της να βασιλεύει στον τόπο.
  Από όλο το παλάτι, μόνο οι χώροι των δούλων και των υπηρετών είναι παραμελημένοι και φτωχικοί. Τοίχοι κακοσυντηρημένοι, ταβάνια μουχλιασμένα. Σπασμένα τζάμια σε παράθυρα κρυμμένα από τα μάτια του κόσμου που βλέπουν στο εσωτερικό άνοιγμα του κτιρίου ή σε γυμνό βράχο. Η απόλυτη αντίθεση φτώχειας και πλούτου, "άσπρου" και "μαύρου" μέσα στο ίδιο κτίριο! Από την παγωνιά των γυμνών χώρων με τα σπασμένα τζάμια ως τη ζεστασιά της αίθουσας του θρόνου, πόση απόσταση μπορεί να υπάρχει?… Αλλά, τι σημασία έχει? Αφού, κανείς επισκέπτης των ανακτόρων δεν βλέπει τους χώρους των υπηρετών άλλωστε, οπότε δεν τίθεται κάποιο ζήτημα, και ας ξεπαγιάζουν όσοι μένουν ή εργάζονται σε εκείνους τους χώρους από αγιάζια και βροχές γκρίζων χειμώνων…
 
  Χαμηλότερα στο λόφο τα παλάτια ορισμένων οικογενειών ευγενών, πολυτελή και αυτά, αν και πολύ μικρότερα από το μεγάλο παλάτι των βασιλιάδων. Τριγύρω, στους πρόποδες του λόφου, οι βίλλες των πλουσίων μινίστρων, συμβούλων και λοιπών αυλοκολάκων.
Εδώ θα πρέπει να πούμε ότι οι βασιλιάδες ανέκαθεν συντηρούσαν συνειδητά μια μεγάλη αυλή. Θεωρητικά, δουλειά των ανθρώπων της αυλής θα ήταν να μελετούν και να βελτιώνουν τους νόμους και τις επιστήμες ώστε να συμβουλεύουν τον εκάστοτε βασιλιά πως να βασιλεύει δίκαια και αποτελεσματικά. Προσόντα τους θα έπρεπε να ήταν η υψηλή κατάρτιση και η ευρεία τους μόρφωση. Στην πράξη, δουλειά των ανθρώπων της αυλής ήταν πάντα η κολακεία των μελών της βασιλικής οικογένειας και το ξεκατίνιασμα των ανταγωνιστών τους. Προσόντα τους, να καταπίνουν με χαμόγελο τις χυδαίες βρισιές και τα προσβλητικά σχόλια της οικογένειας των νυν βασιλιάδων και πρώην γιδοβοσκών, οι οποίοι, περιττό να αναφέρουμε, ήταν όλοι άξεστοι και αμόρφωτοι από πάππου προς πάππο. Την αυλή τη συντηρούσαν σε τόσο μεγάλο εύρος όχι τόσο για να δέχονται συμβουλές και προτάσεις αλλά κυρίως επειδή τους άρεσε να βλέπουν όλους αυτούς που την απάρτιζαν να τρώγονται μεταξύ τους, όντες εγκλωβισμένοι σε ένα ατέρμονο γαϊτανάκι φιλοδοξίας και υπερφίαλου εγωισμού.
 
  Σαν αμόρφωτοι και άξεστοι απόγονοι γιδοβοσκών, αλλά και πλήρως διαποτισμένοι από την εξαχρείωση, τη διαφθορά και τα συμπλέγματα που φέρει η μακραίωνη άσκηση απόλυτης εξουσίας, ιδιαιτέρως όταν αυτή ασκείται σε μια χώρα μικρή και στο περιθώριο των πραγμάτων, οι βασιλιάδες έτρεφαν συμπλέγματα κατωτερότητας απέναντι στους βασιλιάδες των άλλων χωρών.
Έτσι, επειδή κάθε κάποια χρόνια οι βασιλιάδες όλων των χωρών αντάλλασαν επισκέψεις στα πλαίσια ενός αρχαίου εθιμοτυπικού, είχε διαμορφωθεί εντός των τειχών της πόλης ολόκληρο σκηνικό. Κατά μήκος του κεντρικού βουλεβάρτου της πόλης, το οποίο ήταν στρωμένο όλο από άριστης ποιότητας πλάκες και περνούσε σε ευθεία γραμμή από τη μισή και παραπάνω πόλη μέχρι που έφτανε στο λόφο από όπου ανηφόριζε μαιανδρικά για να καταλήξει στην κεντρική πλατεία και την είσοδο των ανακτόρων, είχαν ανεγερθεί κτίρια επιβλητικά και αρχοντικά, ώστε να προσδίδουν στην πόλη αέρα μεγαλοπρέπειας ενώ στη μέση και τις άκρες του βουλεβάρτου είχαν φυτευτεί και θεριέψει όλο πλατάνια και καστανιές, κάτι δέντρα πανύψηλα, αγέρωχα και αιωνόβια.
  Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι τα περισσότερα από εκείνα τα κτίρια ήταν άδεια. Κενά. Αχρησιμοποίητα. Το μεγαλύτερο σκηνικό που στήθηκε ποτέ σε ολόκληρη εκείνη την ήπειρο, λεφτά με το τσουβάλι πεταμένα στον κουβά ώστε οι βασιλιάδες της ιστορίας μας να κάνουν με την άνεση τους τη φιγούρα τους στους ομολόγους τους των άλλων χωρών. Αλλά και πόσο θλιβερός ο παροπλισμός όλων αυτών των υπέροχων κτιρίων που θα μπορούσαν να στεγάζουν τόσες υπηρεσίες ή ότι άλλο αλλά δε στέγαζαν παρά τον άδειο κομπασμό των κομπλεξικών βασιλιάδων, γιατί έπρεπε να μένουν οι φατσάδες τους καλοδιατηρημένες στο πέρασμα των αιώνων για τα μάτια των ξένων βασιλιάδων που, εν τέλει, μάλλον λίγη σημασία έδιναν στην εικόνα που παρουσιάζει η πρωτεύουσα μιας μικρής χώρας την οποία επισκέπτονται για λίγες μέρες κάθε κάποια χρόνια στα πλαίσια της τήρησης ενός αδιάφορου αρχαίου εθιμοτυπικού.
  Ακόμα, γνωρίζοντας πως οι υπόλοιποι βασιλείς αρέσκονται στο κυνήγι της αλεπούς, οι βασιλιάδες μας είχαν φροντίσει να διατηρείται ένα δάσος της κακιάς ώρας γύρω από μια μικρή λίμνη κοντά στην πόλη και κάθε όποτε είχαν βασιλικές επισκέψεις αμολούσαν μέσα εκεί κάτι ψωραλέες αλεπούδες που πρώτα είχαν βάλει να τις πιάσουν από τα βουνά. Και τρέχανε μπροστά οι αλεπούδες και ξωπίσω τους τρέχανε κάτι ατσούμπαλα τσοπανόσκυλα μεγάλα σαν γαϊδούρια που τα γαβγίσματα τους έσκιαζαν, εκτός από τις αλεπούδες, άλογα και ιππείς.
Εκεί, στο δασάκι, υπήρχε και άλλο βασιλικό παλάτι μικρότερο από εκείνο του λόφου αλλά επιπλωμένο με εξίσου κραυγαλέα επιδεικτικό τρόπο, που το έκανε στα μάτια των φιλοξενούμενων ακόμα γελοιότερο από εκείνο της πόλης, τόσο επίσημα βαρύγδουπο σε εκείνη τη μαύρη ερημιά που ήταν.
 
  Όσο αφορά σε σπορ, βλέπετε, οι βασιλιάδες της ιστορίας μας είχαν άλλες προτιμήσεις: Κάθε τόσο, πήγαιναν νύχτα και έκλεβαν τα κατσίκια κάποιας από τις γύρω στάνες.
 
  Αλλά και η παράθεση γευμάτων ήταν ένας τραγέλαφος όταν οι βασιλιάδες της μικρής αυτής χώρας είχαν βασιλικές επισκέψεις. Σαν κομπλεξικοί που ήταν, θεωρούσαν ότι τα φαγητά των άλλων χωρών είναι σώνει και καλά ανώτερα των φαγητών της χώρας τους. Έτσι, στην προσπάθεια τους να κοπιάρουν τα φαγητά που τους προσέφεραν σε άλλες χώρες, χωρίς όμως να έχουν όλα τα υλικά, μια και η θέση της χώρας τους ήταν σαφώς νοτιότερα των υπόλοιπων χωρών, αλλά ούτε και μάγειρες που να ξέρουν να τα μαγειρεύουν, κατέληγαν να σερβίρουν κάτι άνοστα πιάτα, τα λεγόμενα «gourmet», που κανείς δεν θα μπορούσε ποτέ να ικανοποιηθεί τρώγοντας τα, ιδιαιτέρως δε όντας υποχρεωμένος να τα τρώει κορδωμένος και με τους αγκώνες του κλειδωμένους στα παΐδια του, από πάνω. Πόση πλάκα είχε να βλέπει κανείς τις συγκεκαλυμμένες γκριμάτσες των αυλικών και των μινίστρων κατά τη διάρκεια των γευμάτων εκείνων, που από μέσα τους βλαστημάγανε την τύχη τους και το πανάρχαιο εθιμοτυπικό και μαζί με το εθιμοτυπικό βλαστημάγανε και τους ξένους βασιλιάδες που το τιμούν αλλά και τον δικό τους που τους κάλεσε. Οι απροκάλυπτες γκριμάτσες των φιλοξενούμενων ωχριούσαν μπροστά τους …
Αλλά και πόση διαφορά από τα γεύματα που παραθέτονταν στις συνηθισμένες περιπτώσεις, τότε που η παρουσία υψηλών προσκεκλημένων δεν επέβαλλε τους συνδαιτυμόνες τους τέτοια γαστριμαργικά μαρτύρια…
  Στο σύνηθες μενού έπαιζαν ζώα ολόκληρα στη σούβλα και πληθώρα κρεάτων ψημένων στα κάρβουνα ή μαγειρεμένων με τοπικές συνταγές. Όλοι όσοι ευγενείς και παρατρεχάμενοι ήταν καλεσμένοι έτρωγαν μέχρι σκασμού σαν ζώα ενώ ταυτόχρονα κατανάλωναν απίστευτα μεγάλες ποσότητες ζύθου, κρασιού και τσίπουρου. Το τέλος εκείνων των γευμάτων εύρισκε τη σάλα να ζέχνει με μυρωδιές από αποφάγια μπαγιατεμένα, από ποτά χυμένα και από χνώτα και την ξινίλα από εμετούς και ιδρώτες, ενώ κάθε έναν από τους παρευρισκόμενους τον εύρισκε είτε να κοιμάται στο ανάκλιντρο του σε ληθαργική κατάσταση – σε ορισμένες περιπτώσεις δίπλα η και επάνω στα ξερατά του, είτε αναψοκοκκινισμένο σα παντζάρι να θωπεύει κάποια από τις υπηρέτριες που εξυπηρετούσαν το γεύμα και να βογκάει καθώς προσπαθούσε να την πηδήξει, συνήθως χωρίς επιτυχία λόγω του προηγούμενου ξεκοιλιάσματος και της τύφλας του από το μεθύσι. Πολλές φορές η απόπειρα κατέληγε με το να τη βλαστημάει χυδαία όταν πια καταλάβαινε ότι δε θα έκανε τη δουλειά του, λες και έφταιγε η δύσμοιρη κοπέλα για το κακό χάλι του προύχοντα.
  Όλα αυτά κάτω από τη διακριτική υπόκρουση μουσικών που έπαιζαν τροβαδούροι, εξυπακούεται.
Εν τέλει, η παράθεση γευμάτων κατέληγε σε τραγελαφικές καταστάσεις ακόμα και όταν οι βασιλιάδες της μικρής αυτής χώρας δεν είχαν βασιλικές επισκέψεις.
 
  Όπως είπαμε, η πόλη των βασιλιάδων έχει ένα εντυπωσιακό κεντρικό βουλεβάρτο. Ωστόσο, πίσω από το βουλεβάρτο, η εικόνα αλλάζει ριζικά… Πίσω από το βουλεβάρτο υπάρχει ένας άλλος κόσμος, μια εντελώς διαφορετική πόλη. Μια πόλη όλο χαμόσπιτα σε κακή κατάσταση, άβαφα, παραμελημένα, με παντζούρια ξεθωριασμένα και ξεφτισμένα, να στέκουν στις άκρες στενών λασπωμένων χωματόδρομων ή πέτρινων τυφλοκάντουνων που τα διασχίζουν μιαροί γάτουλες γεμάτοι με βρωμόνερα, κουράδες και αρρώστιες. Εκεί, παιδιά και μεθύστακες ανακατωμένοι με σκυλιά, γατιά και κότες, τρέχουν να παραμερίσουν από το διάβα – και κυρίως από τη μπότα – φτωχών νοικοκυραίων που κάθε τόσο διάβαιναν φουριόζοι. Στριγκές φωνές μανάδων που φωνάζουν στα βλαστάρια τους παίρνουν τα αυτιά όσων τυχαίνει να περνάνε. Εδώ και εκεί, από κάποια καμινάδα βγαίνει η μπόχα βραστού κουνουπιδιού ή λάχανου. Συνοικιακά παρακμιακά pubs, μικρομάγαζα, βιοτεχνιούλες και εκκλησιές ξεπηδούν κάθε τόσο ανάμεσα στο συρφετό από μικρά σπίτια και τρώγλες μισογκρεμισμένες.  
Στις pubs, μέσα σε αίθουσες με παμπάλαιες φτηνιάρικες ταπετσαρίες λεκιασμένες από φαντάσματα χυμένων ποτών και καφέδων και κιτρινισμένες από τους καπνούς άπειρων τσιγάρων, αργόσχολοι και γέροντες κάθονται σε λιγδιασμένα τραπέζια και παίζουν χαρτιά, τάβλι ή μπαρμπούτι, με τον περιστασιακό πικρό τσακωμό πάνω σε μια στραβοζαριά ή ένα χαμένο στοίχημα, ή απλά χαζομεθώντας άσκοπα, αρκετοί από αυτούς μόνοι, σκοτώνοντας την ώρα τους μπας και περάσει. Να περάσει η ώρα, να περάσει και αυτή η ζωή, μήπως υπάρχει μετά καμιά άλλη, να δούμε εκεί τι θα κάνουμε.
Φτώχεια και κακομοιριά διάχυτες παντού, σε κάθε στενό της πόλης των βασιλιάδων.
 
  Η θλιβερή εικόνα της πόλης δημιουργούσε πρόβλημα στο βασιλικό παλάτι όποτε αυτό καλούνταν να φιλοξενήσει ξένους βασιλείς, γιατί, όπως στέκονταν πάνω στο λόφο, η θέα αυτής της μιζέριας θα φανερώνονταν απρόσκοπτα στους φιλοξενούμενους από τα παράθυρα χαλώντας έτσι τo illusion που τόσο περίτεχνα είχαν στήσει οι βασιλιάδες και τόσο ακριβά είχαν πληρώσει οι πολίτες της μικρής αυτής χώρας.
  Το τρομερό αυτό πρόβλημα το έλυσαν ως εξής: Κρεμούσαν κάτι παχιές κουρτίνες από τα παράθυρα των φιλοξενούμενων, τις οποίες ακολούθως τα τέντωναν και κάρφωναν τεντωμένες στο πάτωμα. Με τη φαεινή αυτή ιδέα σώθηκε το κύρος και το γόητρο της μικρής αυτής χώρας. Αρκετοί φιλοξενούμενοι, παραξενεμένοι από το αλλόκοτο αυτό θέαμα, ζητούσαν εξηγήσεις. Η απάντηση που έπαιρναν ήταν ότι έτσι συνηθίζεται στη χώρα γιατί έχει πολύ ήλιο.
  Άξιο αναφοράς είναι ένα περιστατικό με ένα πρίγκιπα από μια χώρα του βορρά, από εκείνες που κάνει πάντα κρύο και όταν νυχτώνει ξεχνάει να ξημερώσει ενώ όταν ξημερώνει ξεχνάει να νυχτώσει, ο οποίος βρήκε το σύστημα πολύ του γούστου του και, μη μπορώντας να φανταστεί το παπατζιλίκι, ξηλώθηκε κανονικά για να αγοράσει τις πανέμορφες εκείνες κουρτίνες ώστε να τις κρεμάσει στο δικό του παλάτι! Ακόμα εκεί μπορεί να κρέμονται τεντωμένα από όσο ξέρω…
Με πόση σοβαροφάνεια παζάρεψαν τότε οι αυλικοί τις τιμές των περίφημων κουρτινών σε εκείνο τον ιδιόρρυθμο πρίγκιπα! Και σε τι τρανταχτά γέλια έσκασαν όταν τελείωσε το παζάρεμα! Πόσες μούντζες έφαγε με το που γύρισε την πλάτη του να φύγει, πριν καλά - καλά βγει από την πόρτα! Μήνες, χρόνια, θυμόντουσαν το περιστατικό και ξεκαρδίζονταν από τα γέλια όλοι στο παλάτι!
 
  Πολύ κακές λοιπόν οι συνθήκες της ζωής πίσω και από τα δύο πεζοδρόμια του βουλεβάρτου…
Τα λεφτά δύσκολα, οι δουλειές σκληρές και οι φόροι σκληρότεροι. Θα μου πείτε, ο κόσμος πως και δε μιλούσε? Γιατί δεν αντιδρούσε?
Ε, αυτό πια οφείλονταν στην πονηριά των βασιλιάδων που, αν και παρέμεναν σε όλα τους άξεστοι βλάχοι στον αιώνα τον άπαντα, διέθεταν ένα απαράμιλλο ένστικτο στο να ποδηγετούν, να εκφοβίζουν και να κοροϊδεύουν το λαό επί του οποίου βασίλευαν. Η χαλιναγώγηση των φόβων, των προσδοκιών και των συναισθημάτων ενός λαού απαιτεί μαεστρία και η μαεστρία των βασιλιάδων σε αυτό ήταν απαράμιλλη…
 
  Ακούστε λοιπόν: είχαν ένα μαντρόσκυλο – το σερίφη, ένα τοτέμ που απειλούσε με κόλαση και υποσχόταν παράδεισο – τον αρχιεπίσκοπο, και έναν clown, έναν καραγκιόζη – το δήμαρχο. Α, και δύο – τρείς άλλους για να βοηθάνε, υποτίθεται, τους τρεις παραπάνω φανερά αλλά βασικά για να τους σπιουνεύουν στα κρυφά, μη χάνεται και ο έλεγχος. Ο κάθε ένας από αυτούς τους τρείς είχε τους δικούς του ρουφιάνους, οι οποίοι του έδιναν πληροφορίες για τους γείτονες τους. Πάντα βρίσκονταν οι πρόθυμοι για να κάνουν αυτή τη δουλειά. Άλλοι πήγαιναν από ανάγκη για τα λεφτά˙ φτωχοί γαρ. Άλλοι – οι περισσότεροι δυστυχώς –  από μια διεστραμμένη ευχαρίστηση που δίνει σε πολλούς ανθρώπους το δόσιμο. Έτσι, όποτε κάποιος καψερός εμφάνιζε τάσεις για ρεμπελιό˙ αν μιλούσε άσχημα για το βασιλιά, λόγου χάριν, τον έβρισκε κάποιο ατύχημα. Και αν κάποιου το στόμα παράπαιρνε φόρα παρά το ατύχημα υπήρχαν τα μπουντρούμια προς περαιτέρω συνετισμό και στο τέλος υπήρχε για τους αμετανόητους και η κρεμάλα, πάντα στημένη σε μια γωνιά τη κεντρικής πλατείας.
 
  Ο σερίφης, λοιπόν, ήταν μια μορφή που τρομοκρατούσε αδιάκοπα τους κάτοικους της πόλης των βασιλιάδων. Και βούρδουλα κράταγε στα χέρια του και πιστόλα τράβαγε, τη μόνη πιστόλα στην πόλη – τώρα αν ήξερε πως λειτουργεί αυτό είναι άλλο ζήτημα – ενώ είχε υπό τας διαταγάς του στρατιά ολόκληρη από τραμπούκους με δυνατά χέρια και αδύναμα μυαλά.
Επειδή όμως η τρομοκρατία του σερίφη δεν θα ήταν ποτέ ικανή από μόνη της να καταστέλλει και να καταπιέζει τους ανθρώπους μιας ολόκληρης πόλης επ’άπειρον, έπιανε δουλειά και ο δήμαρχος.
Έτσι, πέντε – έξι  φορές το χρόνο, ο δήμαρχος διοργάνωνε εκτεταμένους εορτασμούς με πρόφαση θρησκευτικές περιστάσεις ή δραστηριότητες της αγροτικής ζωής. Οι εορτασμοί αυτοί ήταν στην ουσία οργιαστικά ξεφαντώματα που λειτουργούσαν όπως η βαλβίδα ασφαλείας σε μια χύτρα. Η βαλβίδα της χύτρας αποδεσμεύει τον πλεονάζοντα ατμό ώστε να μη βρεθεί το καπάκι της χύτρας στο φεγγάρι. Σε όλες αυτές τις γιορτές ο δήμαρχος φρόντιζε ώστε όλα να είναι στην εντέλεια, πάντα υπενθυμίζοντας ότι είναι προσφορά του βασιλιά προς το λαό του.

  Οι γιορτές αυτές ήταν ζωντανές και έδιναν στον κόσμο την ευκαιρία να ζήσει έντονες διασκεδάσεις, αν μη τι άλλο. Η κεντρική πλατεία και το κεντρικό βουλεβάρτο έβαζαν στις περιστάσεις αυτές τα γιορτινά τους στολίδια και με ένα μεγάλο χαμόγελο υποδέχονταν τον κόσμο που πήγαινε να διασκεδάσει… ή να παρεκτραπεί…
Ένα χαμόγελο σίγουρα σαγηνευτικό, με μεγάλη δόση πονηριάς όμως…
 
  Μικρές μπάντες μουσικών έπαιζαν κεφάτους ρυθμούς με σκαμπρόζικα λόγια περιπλανώμενες πάνω κάτω στο στολισμένο βουλεβάρτο ενώ στην κεντρική πλατεία, που στη μέση της έκαιγε κάθε βράδυ μια μεγαλειώδης φωτιά, ήταν στημένη η μεγάλη βασιλική μπάντα, αυτή με κάπως περισσότερο έντεχνο ρεπερτόριο… Και σε κάθε γωνιά όλο γελωτοποιοί και clowns με φαιδρά κοστούμια να κάνουν τα κωμικά τους σκέρτσα ή ακροβάτες και jugglers με καπέλα παράξενα κωνικά σαν των Pet Shop Boys να παρουσιάζουν σε πλήθη ανθρώπων συγκεντρωμένα γύρω τους σε ημικύκλια εντυπωσιακά θεάματα με φωτιές, με ποδήλατα σε τεντωμένα σκοινιά και με επιδείξεις δύναμης.
Επίσης, σε κάθε τετράγωνο ήταν όλο κιόσκια που μοίραζαν στον κόσμο δωρεάν φαγητά – συνήθως λουκάνικα από κάτι παλιοκρέατα σάπια μέσα σε ψωμί, πασαλειμμένα πάντα με καυτερή μουστάρδα ώστε να σκεπάζεται όσο γίνεται καλύτερα η σαπίλα του κρέατος, αλλά κάθε εορτασμός είχε και τα δικά του ιδιαίτερα φαγητά, δωρεάν ποτά – μπύρες, κρασί, τζιν, ουίσκι, τσίπουρο – σερβιρισμένα επίτηδες σε απίθανα μεγάλες ποσότητες για να μεθάει ο κόσμος μια ώρα αρχύτερα, και δωρεάν τσιγάρα και πρέζα. Από τις εκδηλώσεις αυτές δεν θα μπορούσαν να λείπουν οι αγοραίες, τις οποίες πλήρωνε χρυσές ο δήμαρχος με τα λεφτά των βασιλιάδων (του λαού, δηλαδή, αλλά αυτό δεν το λέμε) για να παίρνουν δωρεάν ή σχεδόν δωρεάν όσους ζητούσαν τις υπηρεσίες τους, ώστε να μπορεί μετά να έχει να λέει ο δήμαρχος για την καλοσύνη του βασιλιά, που τόσο ενδελεχώς φροντίζει για την ψυχαγωγία των υπηκόων του…
  Αλλά και διάφορα άλλα άγρια πλην συναρπαστικά θεάματα ήταν διαθέσιμα στους φτωχούς κατοίκους της πόλης των βασιλιάδων. Στις περιπτώσεις εκείνες μπορούσε κανείς να ψυχαγωγηθεί με κοκορομαχίες, κυνομαχίες ή μάχες αρκούδων με μικρές αγέλες σκύλων. Μάχες γεμάτες γρυλίσματα και αδρεναλίνη, με γυμνωμένα μυτερά δόντια να γυαλίζουν πριν μπηχτούν στις σάρκες του αντιπάλου και μετά ξαναβγούν μέσα στο αίμα, νύχια έτοιμα να ξεσκίσουν ότι εμφανιστεί μπροστά τους, εντυπωσιακά σάλτα που να μην τα προλαβαίνει καλά - καλά το μάτι του θεατή και στο τέλος η αρχέγονη μπόχα από σωθικά πεταμένα στο ματωμένο χώμα που πάντοτε στο τέλος κάποιας μάχης τυλίγει νικητές και ηττημένους αδιακρίτως.
  Πολύ άρεσαν αυτά στους κατοίκους της πόλης των βασιλιάδων και μάλιστα είχαν συνήθειο να στοιχηματίζουν χοντρά πάνω στα κτήνη που θα πάλευαν. Μέσα σε ένα όργιο φαγοποσίας και κεφάτων μουσικών, αν όχι μισομαστουρωμένοι, οι περισσότεροι σίγουρα τύφλα στο μεθύσι, ακούμπαγαν χοντρά ποσά πάνω στα κτήνη τα καψερά. Βεβαίως, για τους «αγνούς» τζογαδόρους που δεν ήθελαν να διακόπτουν το τζογάρισμα περιμένοντας δύο ζώα μέχρι να τελειώσουν να ξεκοιλιάζονται υπήρχε και το μπαρμπούτι˙ παιχνίδι άμεσο και απλό. Αυτό όμως διακριτικά, δήθεν, στα στενάκια λίγο παραμέσα από το βουλεβάρτο.
Αυτό ακριβώς ήταν και το βούτυρο για το ψωμί των τοκογλύφων, οι οποίοι «δάνειζαν» λεφτά στον κόσμο και μετά του έπαιρναν το σπίτι και την αξιοπρέπεια κραδαίνοντας σε αίθουσες δικαστηρίων χαρτιά αμαρτωλά από αναθυμιάσεις αλκοόλ και δάκρυα γυναικόπαιδων αφού πρώτα είχαν φροντίσει να πάρουν αυτό το στραβωμένο, μαλακισμένο ύφος θιγμένης ψευδευλάβειας.
 
  Οι αυλικοί των βασιλιάδων τους είχαν από κοντά τους τοκογλύφους. Ήξεραν καλά πόσα λεφτά έβγαζαν. Μετά την επιβολή των φόρων ήταν να τους λυπάται κανείς τους τοκογλύφους…
Ναι! Όπως το διαβάζετε! Να τους λυπάται, παρόλη την υαινώδη τους αθλιότητα …
Τόσο σκληροί ήταν οι φόροι του βασιλιά…
 
  Όπως είπαμε, πέντε - έξι φορές κάθε χρόνο ο βασιλιάς, μέσω του δημάρχου, έδινε την ευκαιρία στους κατοίκους της πόλης να βγουν για λίγο από το μαγγανοπήγαδο της άχαρης καθημερινότητας που τους επέβαλλε όλο τον υπόλοιπο καιρό και να ξεφαντώσουν. Ή να παρεκτραπούν…
Κάποια χρόνια μπορεί να ήταν τέσσερις οι περιστάσεις ή κάποια άλλα μέχρι και επτά. Όμως, τρεις ήταν οι κυριότερες γιορτές που ποτέ, καμιά χρονιά, δεν ήταν δυνατό να παραληφθεί ο εορτασμός τους κατά το λαμπρότερο τρόπο, έτσι όπως περιγράφεται στις παραπάνω γραμμές. Και οι τρεις περιστάσεις δεν είναι παρά οι πανάρχαιοι εορτασμοί των ανθρώπων προς τιμή της φύσης που γιορτάζονται σε κάθε μέρος κάθε κόσμου, διανθισμένες και μορφοποιημένες κατά τις τοπικές συνθήκες δημιουργώντας στο κάθε ένα ξεχωριστές συνήθειες και παραδόσεις.
Αυτές είναι ο Θάνατος της Φύσης, η Αναγέννηση της Φύσης και η Κορύφωση της Φύσης.
 
  Στην πόλη των βασιλιάδων, η πρώτη από αυτές ονομάζονταν ‘Fin de Año’ και ελάμβανε χώρα λίγο μετά την αρχή του χειμώνα την εβδομάδα με τη μικρότερη διάρκεια της ημέρας. Η γιορτή περιείχε αρκετά φοβικά στοιχεία αφού στην ουσία εξέφραζε το φόβο των ανθρώπων για το επερχόμενο σκοτάδι από τον θάνατο του Ήλιου και της Φύσης. Άναμμα φωτιών μεγάλων παντού στα χωράφια ώστε να βοηθήσουν τον ήλιο να πάρει τα πάνω του, έχοντας το φόβο μήπως τελικά το σκοτάδι υπερισχύσει για πάντα έναντι του φωτός. Το μεθύσι των κατοίκων βουβό και ανταριασμένο σε εκείνη τη γιορτή με άφθονο glοgg για αρχή και με βαριά ποτά όσο περνούσε η ώρα. Τα φαγιά του δημάρχου – εκείνα που «κερνούσε» ο βασιλιάς -
 επίσης βαριά όλο με βούτυρα και λίπη. Η λήξη των εορταστικών εκδηλώσεων λάμβανε πάντα χώρα με το κάψιμο του αχυράνθρωπου πάνω σε μια πυρά στην κεντρική πλατεία. Μια συμβολική θυσία προς την αρχέγονη Γαία ώστε να βοηθήσει τον σύζυγό της, τον Ήλιο, να ανανήψει για μια ακόμα φορά. Κάποιες φορές όμως, πότε - πότε δύο χρονιές συνεχόμενες ή χρόνο παρά χρόνο, συνήθως όμως κάθε τέσσερα με επτά χρόνια, ο αχυράνθρωπος ήταν κανονικός άνθρωπος. Στις περιπτώσεις αυτές, ο υποψήφιος για το μαρτυρικό και εντυπωσιακό αυτό θάνατο ήταν κάποιος ή κάποια που κατηγορούνταν ότι έκανε ξόρκια και μάγια. Συνήθως τέτοιες βαριές κατηγορίες έπεφταν στα κεφάλια πριγκίπων ή αυλικών φιλόδοξων υπέρ του δέοντος και αρκετά απρόσεκτων στο να (μην) καλύπτουν τα νώτα τους.
  Ένα περίπου μήνα μετά από το Fin de Año, έβγαινε ο δήμαρχος στην κεντρική πλατεία και ολοκλήρωνε το ρόλο του κατσαδιάζοντας τον κόσμο ότι είναι τεμπέληδες και αντιπαραγωγικοί και ότι τρώνε τόσα πολλά από τα λεφτά του καλού τους του βασιλιά σε γλέντια και σε ξεφαντώματα. Έτσι, υπήρχε μια κάποια ηθική νομιμοποίηση – άσχετα πόσο επίπλαστη – στις φορολογικές επιδρομές των αυλικών.
 
  Η δεύτερη μεγάλη γιορτή της πόλης των βασιλιάδων ήταν το ‘Resurrectionem’, που λάμβανε χώρα κάπου στη μέση της Άνοιξης όταν έπαιρναν οι μέρες να μεγαλώνουν, έστω και αν συνήθως ακόμα είχε λίγο ψύχρα. Αυτή ήταν μια γλυκιά, κεφάτη γιορτή της Αναγέννησης της Φύσης, της επιστροφής του Ήλιου στις ζωές των ανθρώπων και της προσμονής της γλυκιάς ζέστης. Σίγουροι πλέον οι άνθρωποι ότι ο ήλιος κατόρθωσε μια ακόμη φορά να επιβληθεί πάνω στο σκοτάδι, οι άνθρωποι γιόρταζαν με χαρά το χαρμόσυνο γεγονός και όλοι είχαν διάθεση αισιόδοξη, ερωτική και κάπως σκανδαλιάρικη.
Συνεπώς, ήταν μια περίσταση που ο βασιλιάς έδειχνε το σπλαχνικό του πρόσωπο, παραγράφοντας τα χρέη αρκετών από τους φουκαράδες της πόλης του ενώ το τέλος των εορτασμών έκλεινε πάντα με το σερίφη και τους αυλικούς να πηγαίνουν για ένα κανένα μισάωρο πάνω κάτω σε μια πασαρέλα στην μέση της κεντρικής πλατείας και όσοι ήθελαν (δηλαδή όλοι) μπορούσαν να τους βρίζουν ή να τους καταριόνται με μεγαλοπρεπή φάσκελα, ενώ μπορούσαν να τους πετάνε αυγά κλούβια ή κομμάτια από λάχανα σάπια. Το συνήθειο εκείνου του εορτασμού ήταν ο κόσμος να μασκαρεύεται, συνήθως με κοστούμια και μάσκες που τους προμήθευε ο δήμαρχος πάντα εκ μέρους του βασιλιά, εννοείται. Μασκαρεμένοι, μεθούσαν εύθυμα με κρασί και με χορό, ενώ οι νεότεροι – ή όσοι το επιθυμούσαν – ερωτοτροπούσαν χορευτικά κατά μήκος του μεγάλου βουλεβάρτου, κρυμμένοι πίσω από την ασφάλεια και την ανωνυμία που τους προσέφεραν οι μάσκες τους, πάνω σε μουσικές εύθυμες με γρήγορους ρυθμούς και πιπεράτα λόγια. Όπως είπαμε, την τελευταία μέρα των εορτασμών όσοι ήθελαν - όλοι δηλαδή - είχαν την ευκαιρία να βγάλουν το άχτι τους για λίγη ώρα στους περιφερόμενους αυλικούς και στο σερίφη με τους τραμπούκους του.
 
  H τρίτη μεγάλη γιορτή, το ‘Samhrad’, λάβαινε χώρα κάπου στο τέλος του καλοκαιριού, κατά τον καιρό που ξεκινούσαν οι μέρες να μικραίνουν, λίγο πριν ξεκινήσουν τα πρωτοβρόχια του φθινοπώρου. Πάνω στην κορύφωση του κύκλου της Φύσης δηλαδή, τότε που η γη είναι καρπισμένη και περιμένει τους ανθρώπους να δρέψουν τους καρπούς της και να την ευχαριστήσουν. Στην πόλη των βασιλιάδων η γιορτή αυτή, εκτός από τη γιορτή της Κορύφωσης της Φύσης, ήταν και η γιορτή του Διχασμού. Μια γιορτή που θα καθόριζε ποιοι θα λάβουν τους περισσότερους από τους καρπούς της γης.
Έτσι, σε μια αλάνα έξω από την πόλη, οι δυνατότεροι νέοι από τις έξι γειτονιές της πόλης έπαιζαν ένα αγώνισμα που έμοιαζε με το rugby μόνο που ήταν περισσότερο βρώμικο και πιο βίαιο. Πόσα κεφάλια δεν ανοίγανε κατά τη διάρκεια εκείνων των βίαιων αναμετρήσεων, πόσες μύτες ματωμένες και κορμιά μωλωπισμένα… Ακόμα, για να ολοκληρωθεί το δελτίο συμβάντων θα έπρεπε να προσθέσει κανείς κάμποσα χέρια σπασμένα, δάχτυλα γυρισμένα και εξαρθρωμένους καρπούς και αστράγαλους.
Οι νικητές παραλάμβαναν το έπαθλό τους από – !!!τυμπανοκρουσίες παρακαλώ!!! – τα χέρια του ίδιου του βασιλιά! Κουτσαίνοντας με υπερηφάνεια, με σπασμένα μούτρα και αγέρωχα βλέμματα συνήθως κυκλωμένα από μωβ κύκλους πρησμένης σάρκας, έκαναν μια σειρά και περίμεναν το βασιλιά να τους σφίξει το χέρι και να τους απονείμει το μετάλλιο τους. Πόση τιμή μπορεί να αντέξει κανείς πια…!
Οι κάτοικοι της συνοικίας με τη νικήτρια ομάδα, έχοντας εν τω μεταξύ γίνει τύφλα στο μεθύσι παρακολουθώντας το πολύωρο παιχνίδι όπως άλλωστε συνηθίζεται στην πόλη των βασιλιάδων σε τέτοιες περιπτώσεις, με χαρά μεγάλη και ενθουσιασμό σήκωναν τους σακατεμένους από το ξύλο νικητές στους ώμους τους.
Η νίκη ήταν πολύ σημαντική για αυτούς αφού καθ’όλη τη διάρκεια του έτους και μέχρι το επόμενο Samhrad είχαν το δικαίωμα να ειρωνεύονται και να κάνουν καζούρα στους κατοίκους των υπόλοιπων συνοικιών ενώ είχαν προτεραιότητα στις δημόσιες υπηρεσίες, στις παροχές του δημάρχου –  τις όσες, τέλος πάντων, υπήρχαν – και διάφορα τέτοια μικροπρονόμια, τα οποία οι άρχοντες της πόλης διαφήμιζαν υπέρ του δέοντος και τους παρότρυναν διακριτικά και τεχνηέντως να τα ασκούν με τον πλέον επιδεικτικό τρόπο ώστε να μπαίνουν στο μάτι των συμπολιτών τους από τις άλλες συνοικίες για να συντηρείται έτσι μια κατάσταση ανταγωνιστικότητας, αντιπαλότητας και λανθάνουσας αντιπάθειας ανάμεσα στους κατοίκους της πόλης ώστε η προσοχή τους να αποσπάται από τα πραγματικά δεινά τους και από αυτούς που είναι οι αίτιοι των δεινών αυτών και να είναι στραμμένη σε βλακώδεις τοπικιστικούς  μικροεγωισμούς.
 
  Τέλος, για να ολοκληρωθεί ο μηχανισμός καταστολής και αποπροσανατολισμού των ανθρώπων, δουλειά έπιανε ο αρχιεπίσκοπος. Έτσι, κάθε Κυριακή πρωί, έβαζε τους ιερείς του να γανώνουν τα κεφάλια του κόσμου για τον έκκλητο βίο που ακολουθούσε μοιχεύοντας, χαρτοπαίζοντας, μαστουρώνοντας και μεθοκοπώντας κάθε που ο καλός βασιλιάς έβαζε το δήμαρχο να διοργανώσει κάποια γιορτή για την ψυχαγωγία τους και για την πνευματική τους ανύψωση – πνευματική ανύψωση ο τρόπος του λέγειν, όπως είδαμε...
  Και δώσ’του να τους βάζουν κάτω από τη μύτη τις φλόγες από τα θειάφια της Κολάσεως, που σίγουρα τους περίμεναν στο τέλος της πορείας του δρόμου που επέλεξαν να ακολουθούν.
Και, ήθελαν να μην καταλήξουν εκεί, στο αιώνιο μαρτύριο της Κολάσεως? Ναι? Ήθελαν? Να τότε τι θα έπρεπε να κάνουν: Να είναι στωικοί και υπομονετικοί με τις αντιξοότητες της ζωής τους γιατί τους στωικούς τους περιμένει ο Παράδεισος. Να σέβονται και να αγαπούν το βασιλιά τους γιατί αυτούς που σέβονται το βασιλιά τους περιμένει ο Παράδεισος. Να μετανοούν για όλες τις αμαρτίες που έχουν κάνει και να συγχωρούν όσους τους έχουν αδικήσει γιατί αυτούς που συγχωρούν και δεν εκδικούνται τους περιμένει ο Παράδεισος. Να μην θέλουν πλούτη και όμορφα ρούχα και πολλά φαγιά γιατί αυτούς που είναι ολιγαρκείς τους περιμένει ο Παράδεισος.
  Φυσικά, όσο περισσότερες φοροαπαλλαγές έκανε η αυλή στον αρχιεπίσκοπο τόσο περισσότερο δασκάλευε τους ιερείς του να λένε στον κόσμο να αγαπά και να σέβεται τη βασιλική οικογένεια που είναι Θεού θέλημα να βασιλεύει επί των ανθρώπων τούτης της χώρας νυν και αεί και εις στον αιώνα τον άπαντα. 
  Κάθε τόσο έβγαινε και ο ίδιος ο αρχιεπίσκοπος για κήρυγμα, συχνότερα όταν του χαρίζανε πολλούς φόρους, λίγο αραιότερα όταν σκλήραινε τη στάση της η αυλή.
Στις περιστάσεις αυτές, με φωνή στεντόρεια, τρεμάμενη από ρίγη συγκίνησης και αγάπης προς τον πλησίον του, εξηγούσε με φλογερά λόγια στους συγκεντρωμένους ότι ζούμε στον καλύτερο δυνατό κόσμο και ότι ο βασιλιάς μας, που επιλέχθηκε από το θεό να βασιλεύει στη γη αυτή για να κάνει το θέλημα Του, κάνει τον κόσμο αυτό ακόμα καλύτερο. Όσο πιο πολλά και ακριβά τα δώρα του βασιλιά, τόσο πιο φλογερά τα λόγια του αρχιεπίσκοπου. Σε κάθε τέτοια περίσταση έβαζε ο αρχιεπίσκοπος τον διάκονο να βγάλει δίσκο και τσακίζονταν οι φουκαράδες οι πιστοί να τον γεμίσουν με κέρματα…
 
  Έτσι λοιπόν, με αυτό τον αριστοτεχνικό τρόπο, κουλάντριζαν οι βασιλιάδες το λαό τους εδώ και αιώνες τώρα. Πότε με το καλό, πότε με το άγριο, πότε με φιλότιμο και τις ενοχές, πότε με έχθρες και διχόνοιες και πότε με το φόβο της αιώνιας Κόλασης και την προσδοκία του μεταθανάτιου Παράδεισου, κάθε ένα από τα συστατικά αυτά σερβιρισμένο την κατάλληλη στιγμή και στην κατάλληλη δόση…

  Προφανώς όλα αυτά είναι αδιανόητο να μπορούσαν να συμβούν στη δική μας κοινωνία, αλλά, ευτυχώς, εμείς είμαστε τυχεροί αφού ζούμε σε έναν κόσμο που έχει επικρατήσει η Δημοκρατία αλλά και το φώς της Γνώσης! 

  Στο επόμενο θα δούμε αν τελικά η Ελένη επισκέφτηκε την πόλη των Βασιλιάδων!
  

Comments

Popular posts from this blog

Ευγενίου Καραβία

Οι γάτες της Ψερίμυθου

Μπριάμ από αυτοκρατορική γενιά