Το ταξίδι της Ελένης : οι μηχανισμοί καταστολής των βασιλιάδων

  Επανέρχομαι στην πόλη των βασιλιάδων. Φοβάμαι πολύ ότι το προηγούμενο μου ήταν ιδιαιτέρως μακροσκελές και μπορεί να κούρασε. Αρκετοί ίσως "δεν φτάσατε μέχρι κάτω"! Για αυτό, επαναποστάρω το μεσσαίο μέρος του προηγούμενου και την επόμενη θα ανεβάσω το τελευταίο.

  Πολύ κακές λοιπόν οι συνθήκες της ζωής πίσω και από τα δύο πεζοδρόμια του βουλεβάρτου…

  Τα λεφτά δύσκολα, οι δουλειές σκληρές και οι φόροι σκληρότεροι. Θα μου πείτε, ο κόσμος πως και δε μιλούσε? Γιατί δεν αντιδρούσε?
Ε, αυτό πια οφείλονταν στην πονηριά των βασιλιάδων που, αν και παρέμεναν σε όλα τους άξεστοι βλάχοι στον αιώνα τον άπαντα, διέθεταν ένα απαράμιλλο ένστικτο στο να ποδηγετούν, να εκφοβίζουν και να κοροϊδεύουν το λαό επί του οποίου βασίλευαν. Η χαλιναγώγηση των φόβων, των προσδοκιών και των συναισθημάτων ενός λαού απαιτεί μαεστρία και η μαεστρία των βασιλιάδων σε αυτό ήταν απαράμιλλη…
 
  Ακούστε λοιπόν: είχαν ένα μαντρόσκυλο – το σερίφη, ένα τοτέμ που απειλούσε με κόλαση και υποσχόταν παράδεισο – τον αρχιεπίσκοπο, και έναν clown, έναν καραγκιόζη – το δήμαρχο. Α, και δύο – τρείς άλλους για να βοηθάνε, υποτίθεται, τους τρεις παραπάνω φανερά αλλά βασικά για να τους σπιουνεύουν στα κρυφά, μη χάνεται και ο έλεγχος. Ο κάθε ένας από αυτούς τους τρείς είχε τους δικούς του ρουφιάνους, οι οποίοι του έδιναν πληροφορίες για τους γείτονες τους. Πάντα βρίσκονταν οι πρόθυμοι για να κάνουν αυτή τη δουλειά. Άλλοι πήγαιναν από ανάγκη για τα λεφτά˙ φτωχοί γαρ. Άλλοι – οι περισσότεροι δυστυχώς –  από μια διεστραμμένη ευχαρίστηση που δίνει σε πολλούς ανθρώπους το δόσιμο. Έτσι, όποτε κάποιος καψερός εμφάνιζε τάσεις για ρεμπελιό˙ αν μιλούσε άσχημα για το βασιλιά, λόγου χάριν, τον έβρισκε κάποιο ατύχημα. Και αν κάποιου το στόμα παράπαιρνε φόρα παρά το ατύχημα υπήρχαν τα μπουντρούμια προς περαιτέρω συνετισμό και στο τέλος υπήρχε για τους αμετανόητους και η κρεμάλα, πάντα στημένη σε μια γωνιά τη κεντρικής πλατείας.
 
  Ο σερίφης, λοιπόν, ήταν μια μορφή που τρομοκρατούσε αδιάκοπα τους κάτοικους της πόλης των βασιλιάδων. Και βούρδουλα κράταγε στα χέρια του και πιστόλα τράβαγε, τη μόνη πιστόλα στην πόλη – τώρα αν ήξερε πως λειτουργεί αυτό είναι άλλο ζήτημα – ενώ είχε υπό τας διαταγάς του στρατιά ολόκληρη από τραμπούκους με δυνατά χέρια και αδύναμα μυαλά.
Επειδή όμως η τρομοκρατία του σερίφη δεν θα ήταν ποτέ ικανή από μόνη της να καταστέλλει και να καταπιέζει τους ανθρώπους μιας ολόκληρης πόλης επ’άπειρον, έπιανε δουλειά και ο δήμαρχος.
Έτσι, πέντε – έξι  φορές το χρόνο, ο δήμαρχος διοργάνωνε εκτεταμένους εορτασμούς με πρόφαση θρησκευτικές περιστάσεις ή δραστηριότητες της αγροτικής ζωής. Οι εορτασμοί αυτοί ήταν στην ουσία οργιαστικά ξεφαντώματα που λειτουργούσαν όπως η βαλβίδα ασφαλείας σε μια χύτρα. Η βαλβίδα της χύτρας αποδεσμεύει τον πλεονάζοντα ατμό ώστε να μη βρεθεί το καπάκι της χύτρας στο φεγγάρι. Σε όλες αυτές τις γιορτές ο δήμαρχος φρόντιζε ώστε όλα να είναι στην εντέλεια, πάντα υπενθυμίζοντας ότι είναι προσφορά του βασιλιά προς το λαό του.

  Οι γιορτές αυτές ήταν ζωντανές και έδιναν στον κόσμο την ευκαιρία να ζήσει έντονες διασκεδάσεις, αν μη τι άλλο. Η κεντρική πλατεία και το κεντρικό βουλεβάρτο έβαζαν στις περιστάσεις αυτές τα γιορτινά τους στολίδια και με ένα μεγάλο χαμόγελο υποδέχονταν τον κόσμο που πήγαινε να διασκεδάσει… ή να παρεκτραπεί…
Ένα χαμόγελο σίγουρα σαγηνευτικό, με μεγάλη δόση πονηριάς όμως…
 
  Μικρές μπάντες μουσικών έπαιζαν κεφάτους ρυθμούς με σκαμπρόζικα λόγια περιπλανώμενες πάνω κάτω στο στολισμένο βουλεβάρτο ενώ στην κεντρική πλατεία, που στη μέση της έκαιγε κάθε βράδυ μια μεγαλειώδης φωτιά, ήταν στημένη η μεγάλη βασιλική μπάντα, αυτή με κάπως περισσότερο έντεχνο ρεπερτόριο… Και σε κάθε γωνιά όλο γελωτοποιοί και clowns με φαιδρά κοστούμια να κάνουν τα κωμικά τους σκέρτσα ή ακροβάτες και jugglers με καπέλα παράξενα κωνικά σαν των Pet Shop Boys να παρουσιάζουν σε πλήθη ανθρώπων συγκεντρωμένα γύρω τους σε ημικύκλια εντυπωσιακά θεάματα με φωτιές, με ποδήλατα σε τεντωμένα σκοινιά και με επιδείξεις δύναμης.
Επίσης, σε κάθε τετράγωνο ήταν όλο κιόσκια που μοίραζαν στον κόσμο δωρεάν φαγητά – συνήθως λουκάνικα από κάτι παλιοκρέατα σάπια μέσα σε ψωμί, πασαλειμμένα πάντα με καυτερή μουστάρδα ώστε να σκεπάζεται όσο γίνεται καλύτερα η σαπίλα του κρέατος, αλλά κάθε εορτασμός είχε και τα δικά του ιδιαίτερα φαγητά, δωρεάν ποτά – μπύρες, κρασί, τζιν, ουίσκι, τσίπουρο – σερβιρισμένα επίτηδες σε απίθανα μεγάλες ποσότητες για να μεθάει ο κόσμος μια ώρα αρχύτερα, και δωρεάν τσιγάρα και πρέζα. Από τις εκδηλώσεις αυτές δεν θα μπορούσαν να λείπουν οι αγοραίες, τις οποίες πλήρωνε χρυσές ο δήμαρχος με τα λεφτά των βασιλιάδων (του λαού, δηλαδή, αλλά αυτό δεν το λέμε) για να παίρνουν δωρεάν ή σχεδόν δωρεάν όσους ζητούσαν τις υπηρεσίες τους, ώστε να μπορεί μετά να έχει να λέει ο δήμαρχος για την καλοσύνη του βασιλιά, που τόσο ενδελεχώς φροντίζει για την ψυχαγωγία των υπηκόων του…
  Αλλά και διάφορα άλλα άγρια πλην συναρπαστικά θεάματα ήταν διαθέσιμα στους φτωχούς κατοίκους της πόλης των βασιλιάδων. Στις περιπτώσεις εκείνες μπορούσε κανείς να ψυχαγωγηθεί με κοκορομαχίες, κυνομαχίες ή μάχες αρκούδων με μικρές αγέλες σκύλων. Μάχες γεμάτες γρυλίσματα και αδρεναλίνη, με γυμνωμένα μυτερά δόντια να γυαλίζουν πριν μπηχτούν στις σάρκες του αντιπάλου και μετά ξαναβγούν μέσα στο αίμα, νύχια έτοιμα να ξεσκίσουν ότι εμφανιστεί μπροστά τους, εντυπωσιακά σάλτα που να μην τα προλαβαίνει καλά - καλά το μάτι του θεατή και στο τέλος η αρχέγονη μπόχα από σωθικά πεταμένα στο ματωμένο χώμα που πάντοτε στο τέλος κάποιας μάχης τυλίγει νικητές και ηττημένους αδιακρίτως.
  Πολύ άρεσαν αυτά στους κατοίκους της πόλης των βασιλιάδων και μάλιστα είχαν συνήθειο να στοιχηματίζουν χοντρά πάνω στα κτήνη που θα πάλευαν. Μέσα σε ένα όργιο φαγοποσίας και κεφάτων μουσικών, αν όχι μισομαστουρωμένοι, οι περισσότεροι σίγουρα τύφλα στο μεθύσι, ακούμπαγαν χοντρά ποσά πάνω στα κτήνη τα καψερά. Βεβαίως, για τους «αγνούς» τζογαδόρους που δεν ήθελαν να διακόπτουν το τζογάρισμα περιμένοντας δύο ζώα μέχρι να τελειώσουν να ξεκοιλιάζονται υπήρχε και το μπαρμπούτι˙ παιχνίδι άμεσο και απλό. Αυτό όμως διακριτικά, δήθεν, στα στενάκια λίγο παραμέσα από το βουλεβάρτο.
Αυτό ακριβώς ήταν και το βούτυρο για το ψωμί των τοκογλύφων, οι οποίοι «δάνειζαν» λεφτά στον κόσμο και μετά του έπαιρναν το σπίτι και την αξιοπρέπεια κραδαίνοντας σε αίθουσες δικαστηρίων χαρτιά αμαρτωλά από αναθυμιάσεις αλκοόλ και δάκρυα γυναικόπαιδων αφού πρώτα είχαν φροντίσει να πάρουν αυτό το στραβωμένο, μαλακισμένο ύφος θιγμένης ψευδευλάβειας.
 
  Οι αυλικοί των βασιλιάδων τους είχαν από κοντά τους τοκογλύφους. Ήξεραν καλά πόσα λεφτά έβγαζαν. Μετά την επιβολή των φόρων ήταν να τους λυπάται κανείς τους τοκογλύφους…
Ναι! Όπως το διαβάζετε! Να τους λυπάται, παρόλη την υαινώδη τους αθλιότητα …
Τόσο σκληροί ήταν οι φόροι του βασιλιά…

 Τέλος, για να ολοκληρωθεί ο μηχανισμός καταστολής και αποπροσανατολισμού των ανθρώπων, δουλειά έπιανε ο αρχιεπίσκοπος. Έτσι, κάθε Κυριακή πρωί, έβαζε τους ιερείς του να γανώνουν τα κεφάλια του κόσμου για τον έκκλητο βίο που ακολουθούσε μοιχεύοντας, χαρτοπαίζοντας, μαστουρώνοντας και μεθοκοπώντας κάθε που ο καλός βασιλιάς έβαζε το δήμαρχο να διοργανώσει κάποια γιορτή για την ψυχαγωγία τους και για την πνευματική τους ανύψωση – πνευματική ανύψωση ο τρόπος του λέγειν, όπως είδαμε...
  Και δώσ’του να τους βάζουν κάτω από τη μύτη τις φλόγες από τα θειάφια της Κολάσεως, που σίγουρα τους περίμεναν στο τέλος της πορείας του δρόμου που επέλεξαν να ακολουθούν.
Και, ήθελαν να μην καταλήξουν εκεί, στο αιώνιο μαρτύριο της Κολάσεως? Ναι? Ήθελαν? Να τότε τι θα έπρεπε να κάνουν: Να είναι στωικοί και υπομονετικοί με τις αντιξοότητες της ζωής τους γιατί τους στωικούς τους περιμένει ο Παράδεισος. Να σέβονται και να αγαπούν το βασιλιά τους γιατί αυτούς που σέβονται το βασιλιά τους περιμένει ο Παράδεισος. Να μετανοούν για όλες τις αμαρτίες που έχουν κάνει και να συγχωρούν όσους τους έχουν αδικήσει γιατί αυτούς που συγχωρούν και δεν εκδικούνται τους περιμένει ο Παράδεισος. Να μην θέλουν πλούτη και όμορφα ρούχα και πολλά φαγιά γιατί αυτούς που είναι ολιγαρκείς τους περιμένει ο Παράδεισος.
  Φυσικά, όσο περισσότερες φοροαπαλλαγές έκανε η αυλή στον αρχιεπίσκοπο τόσο περισσότερο δασκάλευε τους ιερείς του να λένε στον κόσμο να αγαπά και να σέβεται τη βασιλική οικογένεια που είναι Θεού θέλημα να βασιλεύει επί των ανθρώπων τούτης της χώρας νυν και αεί και εις στον αιώνα τον άπαντα. 
  Κάθε τόσο έβγαινε και ο ίδιος ο αρχιεπίσκοπος για κήρυγμα, συχνότερα όταν του χαρίζανε πολλούς φόρους, λίγο αραιότερα όταν σκλήραινε τη στάση της η αυλή.
Στις περιστάσεις αυτές, με φωνή στεντόρεια, τρεμάμενη από ρίγη συγκίνησης και αγάπης προς τον πλησίον του, εξηγούσε με φλογερά λόγια στους συγκεντρωμένους ότι ζούμε στον καλύτερο δυνατό κόσμο και ότι ο βασιλιάς μας, που επιλέχθηκε από το θεό να βασιλεύει στη γη αυτή για να κάνει το θέλημα Του, κάνει τον κόσμο αυτό ακόμα καλύτερο. Όσο πιο πολλά και ακριβά τα δώρα του βασιλιά, τόσο πιο φλογερά τα λόγια του αρχιεπίσκοπου. Σε κάθε τέτοια περίσταση έβαζε ο αρχιεπίσκοπος τον διάκονο να βγάλει δίσκο και τσακίζονταν οι φουκαράδες οι πιστοί να τον γεμίσουν με κέρματα…
 
  Έτσι λοιπόν, με αυτό τον αριστοτεχνικό τρόπο, κουλάντριζαν οι βασιλιάδες το λαό τους εδώ και αιώνες τώρα. Πότε με το καλό, πότε με το άγριο, πότε με φιλότιμο και τις ενοχές, πότε με έχθρες και διχόνοιες και πότε με το φόβο της αιώνιας Κόλασης και την προσδοκία του μεταθανάτιου Παράδεισου, κάθε ένα από τα συστατικά αυτά σερβιρισμένο την κατάλληλη στιγμή και στην κατάλληλη δόση…

Comments

Popular posts from this blog

Ευγενίου Καραβία

Οι γάτες της Ψερίμυθου

Μπριάμ από αυτοκρατορική γενιά