Το ταξίδι της Ελένης : η Ελένη και ο γέρος
Την προηγούμενη φορά σας παρέθεσα το 1ο μέρος του μικρού μου αυτού αφηγήματος. Είδαμε την ζωή της Ελένης, ή οποιασδήποτε αλληγορίας μπορεί να συμβολίζει για κάθε ένα από εμάς, να αργοκυλάει σε μια ήπια αλλά συνεχή επιδείνωση των συνθηκών της προς ένα θλιβερό και βαρετό τέλμα. Η Ελένη τότε αποφάσισε να ταξιδεύσει, αλλά, αν και έκανε ενδιαφέροντα ταξίδια, δυστυχώς δεν βρήκε τη λύση - τη γιατρειά - στα προβλήματα της. Απλά, επέστρεψε στην προηγούμενη της ρουτίνα, με τη μιζέρια, με τους χαμηλωμένους ορίζοντες.
'Ετσι, αναπόφευκτα και όπως γίνεται πάντα, κάποια στιγμή το ταξίδι τελείωσε και η Ελένη επέστρεψε πάλι στην ίδια καθημερινότητα που είχε η ζωή της και πριν από αυτό, αφού ένα ταξίδι, όσο και αν ξελαμπικάρει το νου δεν είναι δυνατό να μεταβάλλει τις συνθήκες της ζωής ενός ανθρώπου. Ίσως μόνο τον πρώτο καιρό που επέστρεψε μπορεί όσοι τη γνώριζαν να διέκριναν στο βλέμμα της μια φευγαλέα μελαγχολία, μια αναπόληση για τόπους που γνώρισε και ίσως να μην ξαναδεί ποτέ ξανά.
Αν κάτι έψαχνε η Ελένη, δεν το βρήκε στο ταξίδι. Πως θα μπορούσε άλλωστε?
Κάτι θα πρέπει να της έκανε εντύπωση σε εκείνο το γεράκο γιατί τα πόδια της, ασυναίσθητα, την οδήγησαν προς το μέρος του. Πράγματι, ο γέρος, αν και σαφώς καταβεβλημένος γύρευε από τι άσχημες συνθήκες ζωής, είχε κάτι το απροσδιόριστα ελκυστικό και ενδιαφέρον στο άτομο του, φερμένο λες από άλλους κόσμους, από μέρη μαγικά και τόσο ξένα από τον κόσμο μας. Στο βλέμμα του μια λάμψη σαν από έναν ήλιο άλλο από το δικό μας. Τα ρούχα του, πολύπαθοι ταξιδιώτες μέσα στο χωροχρόνο, σαν από το Λονδίνο του Charles Dickens, αν και ρεταλιασμένα σε μεγάλο βαθμό έφεραν τη φινέτσα μιας άλλης, γοητευτικότερης εποχής.
Ίσως και η Ελένη να είχε κάνει εντύπωση στο γέρο, ίσως και ο γέρος να αναζητούσε κάποιον άνθρωπο σαν την Ελένη… ένα άτομο το οποίο να έχει καμφθεί από τις συνθήκες της ζωής του ώστε να αποζητά μια αλλαγή, κάτι νέο να του συμβεί, και συνάμα με το δυναμικό χαρακτήρα και τον άγριο ρομαντισμό που απαιτείται ώστε να μπορεί να αρπάξει την ευκαιρία για αλλαγή που είναι ζήτημα αν δίνεται έστω και μια φορά κατά τη διάρκεια μιας ζωής…
…και η Ελένη έπιασε κουβέντα με το γέρο...
Του είπε τον πόνο της και αυτός της διηγήθηκε μια ιστορία σαν παραμύθι από έναν κόσμο άλλο από αυτόν που ζούμε. Μια ιστορία ενός κόσμου ξένου από το δικό μας, η όποια γνώση περί του οποίου πέρασε στον κόσμο μας μέσα από τις περιπλανήσεις του γέροντα σε μυστικά μονοπάτια κρυμμένα πίσω από τις πολύβουες λεωφόρους του κόσμου μας. Μονοπάτια καλά κρυμμένα, που ξεκινούν από διάφορα σημεία του κόσμου που ξέρουμε και, διασχίζοντας σκοτεινά δάση, ανήλιαγες σπηλιές, φαράγγια, ή άσπιλα, φωτεινά, αφράτα σαν βαμβάκι σύννεφα, καταλήγουν σε σημεία άλλων κόσμων. Κάποια από αυτά φυλάσσονται από δράκους, από κέρβερους ή από trolls πάνω σε γκρίζα άλογα, αλλά τα περισσότερα είναι αφύλακτα μια και οι καιροί αλλάζουν – εκσυγχρονίζονται – και όλα αυτά τα πλάσματα, όντα κάποιας αλλοτινής, παρωχημένης πλέον εποχής, δεν μπορούν παρά να αργοπεθαίνουν και αυτά μαζί με την εποχή τους. Αλλά και τα ίδια τα μονοπάτια αρχίζουν με τον καιρό να γίνονται όλο και περισσότερο αδιάβατα. Πως αλλιώς θα μπορούσε να είναι άλλωστε, αφού οι άνθρωποι έχουν αντικαταστήσει το ρομαντικό μούχρωμα της Μαγείας που έπεφτε γύρω από το σύμπαν σαν ένα γοητευτικά μυστηριακό πέπλο με το παγερό, αποστειρωμένο φως της Επιστήμης και εννοούν να φωτίσουν με αυτό το εκτυφλωτικό φως τα πάντα γύρω τους, διαλύοντας με την απάνθρωπα έντονη λάμψη του το μυστηριακό αρχέγονο πέπλο?
Στα μέρη που είμαστε τώρα, της είπε ο παππούλης, εκεί που άλλοτε υπήρχαν πέντε – έξι μυστικά μονοπάτια, τώρα έχει μείνει ένα και αυτό σε κακό χάλι, αφού πια σε μερικά σημεία στις άκρες του χάσκουν κάτι τρύπες μαύρες, απαίσια και επικίνδυνα μπαλώματα στην πλέξη της πραγματικότητας σαν άβυσσοι, που, αν σκοντάψεις και πέσεις μέσα τους, καταλήγεις να κατρακυλάς αιώνια στο λαρύγγι του Τίποτα.
Κάτι τέτοια έλεγε ο
γέροντας στην Ελένη… Τώρα θα μου πείτε, τον πίστευε η Ελένη που τον άκουγε τόση
ώρα ή απλά έκανε κέφι τα αλλόκοτα πράγματα που της έλεγε? Μόνο η Ελένη το
γνωρίζει αυτό. Ίσως κάτι και από τα δύο, γιατί, αν και τα λεγόμενα του ήταν
απίστευτα, κάτι στο ύφος του γέροντα μαρτυρούσε ότι όλα αυτά δεν ήταν
δημιουργήματα της φαντασίας του αλλά αφήγηση περιστατικών της ζωής του. Το
σίγουρο είναι πως η Ελένη άκουγε το γέροντα με μεγάλη προσήλωση.
Στο επόμενο μου post θα δούμε τι ακριβώς είπε ο γέρος στην Ελένη, τι θαυμαστό - ή φρικιαστικό - Κόσμο της περιέγραψε, με τα θαύματα και τα εγκλήματα του!
Comments
Post a Comment