Λαμπριάτικο γλέντι

 
  Για πότε έφτασε το 2025, για πότε πέρασε το Πάσχα, ούτε που το κατάλαβα…
  Χριστός Ανέστη, λοιπόν! Χρόνια πολλά σε όλους σας, αγαπητοί μου αναγνώστες!
  Πλέον, αναμένουμε το θέρος με τις άδειες. Ενόσω το περιμένουμε, θα ήθελα να σας παραθέσω μια ανάμνηση μου από ένα λαμπριάτικο γλέντι που μου είχε κάνει ζωηρή εντύπωση κάποια φορά που ήμουν καλεσμένος σε ένα παραθαλάσσιο εξοχικό.
   Αν και θα έχουν περάσει ίσως και δώδεκα χρόνια από τότε, διατηρώ αρκετά φρέσκια και έντονη την ανάμνηση, θυμάμαι πολύ καλά εκείνη την ηλιόλουστη λαμπριάτικη μέρα˙ την γλυκιά ανοιξιάτικη ζέστη με τον ήλιο να καίει λαμπρός και το αεράκι να μας δροσίζει ευχάριστα. Ο ουρανός ανέφελος, ντυμένος ένα ελκυστικό γαλάζιο χρώμα και η θάλασσα γαλήνια, σχεδόν ακύμαντη, αφού το απαλό αεράκι, αν και αρκούσε για να μας φέρνει λίγη από την ψύχρα που είχε απομείνει από το χειμώνα δροσίζοντας μας, δεν ήταν αρκετό για να ταράξει τη γαλήνη της θάλασσας.
 
  Είχαμε περάσει όμορφα εκείνη τη μέρα! Ωραία παρέα! Το γλεντήσαμε και εμείς˙ με τις μουσικές μας, με τα κρασιά μας και με τα γέλια μας να συνοδεύουν ευχάριστα το πλούσιο εορταστικό τραπέζι. Όμως, όταν πότε-πότε έπεφτε το μάτι μου σε ένα άλλο εξοχικό απέναντι μας στην απόσταση, έβλεπα εκείνους τους άλλους να γλεντούν και μπορώ να πω ότι ζήλεψα λίγο… Αλήθεια! Πως γλεντούσαν έτσι εκείνοι οι άνθρωποι!
  Όπως ήταν αναμενόμενο, το δικό μας γλέντι ατόνησε πιο γρήγορα από των απέναντι και κάποια στιγμή ξεφούσκωσε. Περάσαμε τότε στα δωμάτια μας για να χωνέψουμε την κραιπάλη του γιορτινού τραπεζιού, o κάθε ένας μας με την ησυχία του, ποιος ξέρει μη δεν αγκάλιαζε κάποιους ο Μορφέας σε έναν γλυκό μεσημεριανό υπνάκο.
 
  Εκεί ήταν που ξεκίνησα να παρατηρώ περισσότερο τους γλεντοκόπους από απέναντι όπως γλεντούσαν έξαλα, μια και το δωμάτιο μου είχε θέα την αντικρινή μας πλαγιά που κατέληγε στη θάλασσα. Μια πλαγιά αρκετά κοφτή, σε απόσταση μπορεί και διακοσίων μέτρων στην ευθεία, επί της οποίας είχαν χτιστεί κάμποσα εξοχικά δημιουργώντας έναν άτυπο μικρό οικισμό. Ορισμένα θα τα έλεγε κανείς και βίλλες. Σε μια από εκείνες τις βίλλες ήταν που είχε στηθεί το μνημειώδες, ξέφρενο γλέντι που μου είχε κάνει τότε τόση εντύπωση. Κτισμένη στο ψηλότερο σημείο της πλαγιάς, ήταν επενδεδυμένη όλο με πέτρα˙ ανοικτόχρωμη γκρίζα κατά βάση αλλά κατά τόπους ξανοιγμένη σε τόνους του εκρού και του πορτοκαλί της σκουριάς, κατηφόριζε την πλαγιά σε διάφορα επίπεδα κατά αυθάδικα ιταμό τρόπο -  ακόμα ίσως να έφτανε να θεωρείται ως και προκλητικός από κάποιους.
  Το γλέντι ελάμβανε χώρα σε ένα μεγάλο επίπεδο – είτε βεράντα, είτε ταράτσα – στο ψηλότερο σημείο της βίλλας, κοντά στην κορυφή της χαράδρας. Τι μουσικές στη διαπασών, τι φωνές ξεφαντώματος έξαλλες, τι γέλια ξέφρενα από την ευδαιμονία του οινοπνεύματος δε μετέφερε το ευχάριστα δροσερό αεράκι στο δωμάτιο μου, πότε σε λίγο σιγανότερη και πότε σε λίγο δυνατότερη ένταση, σαν παλιό σαραβαλιασμένο τρανζίστορ…  και πόσο πολλοί χαροκόποι φαίνεται πως γλεντούσαν πάνω σε εκείνη την ταράτσα… τι γλέντι ήταν εκείνο, πως γλεντούσαν έτσι!
 
  Στην αρχή μπορώ να πω ότι λίγο με ενόχλησαν˙ όλο αυτό το πανδαιμόνιο εκεί που έχεις ξαπλώσει για να χαλαρώσεις μπορεί να γίνει εκνευριστικό, όπως και να το κάνουμε. Μετά όμως χαλάρωσα και το είδα στωϊκότερα. Λαμπρή ήταν, άλλωστε…
  Έμεινα, λοιπόν, πιο ήρεμος, να παρατηρώ καλύτερα τη βίλλα των χαροκόπων όπως την φώτιζε το λαμπερό φως του ήλιου να λούζει τους τρυγητές των απολαύσεων του λαμπριάτικου τραπεζιού και της ηδονικής ευδαιμονίας εκεί που γλεντοκοπούσαν έξαλλα.
 
  Δες, έλεγα, τι γλέντι είναι εκείνο που κάνουν. Μα πως γλεντούσαν έτσι εκείνοι οι άνθρωποι! Μάλιστα, αντί να κοπάζει το ξεφάντωμα, έδειχνε να δυναμώνει. Σκεφτόμουν χασκογελώντας ότι στο τέλος θα ζηλέψουν οι Νηρηίδες της θάλασσας και θα ανέβουν για να συμμετάσχουν στο γλέντι και εκείνες! Λίγο μετά, όπως είχα ξεκινήσει να χαλαρώνω, σα να μου φάνηκε ότι απόκοσμες χερουβικές μελωδίες άρχισαν να πλαισιώνουν διακριτικά τις μουσικές και τα γέλια με τις φωνές των γλεντζέδων. Εκεί που σκεφτόμουν και άκουγα αυτά που σας παραθέτω, σε μια κατάσταση γαλήνιας νωχελικότητας πλέον - μάτια πότε ανοικτά και πότε μισόκλειστα - εισέβαλε ένα εκτυφλωτικό φως ξάφνου˙ σαν να άνοιξε μια στιγμή ένα τζάμι φέρνοντας μου τη λάμψη του ήλιου ή λες και ζήλεψε το ξέφρενο εκείνο γλέντι ο Προφήτης Ηλίας και κατέβηκε αστραπιαία με το γοργό πύρινο του άρμα που είναι από φως καμωμένο για να γλεντήσει και εκείνος μαζί με τους χαροκόπους της απέναντι βίλλας.
  Είμαι απόλυτα βέβαιος μέχρι και σήμερα μετά από τόσα χρόνια ότι κάποια στιγμή κατέβηκαν και οι Αρχάγγελοι από τον ουρανό και έστησαν χορό απάνω στο πεζούλι στην άκρη της βεράντας που στέκονταν στην κορυφή της χαράδρας. Ήμουν, βέβαια, κάπως βυθισμένος στο γλυκό λήθαργο της μεσημεριάτικης χώνεψης, αλλά όμως εμπιστεύομαι απόλυτα τα μάτια μου που είδαν ένα μέρος του πεζουλιού εκείνου να φαντάζει από την απόσταση κατά τρόπο πιο ευκρινές - πιο αληθινό - από ότι άλλο υπήρχε γύρω του, σαν ένα πρόσκαιρο σημείο σμίξης του γήινου με το επουράνιο, και εκεί ακριβώς ήταν που χόρευαν˙ λαμπερές και πανώριες μορφές σφιχταγγαλιασμένες σε έναν έξαλα γρήγορο και τόσο περίτεχνο χορό που θα ήταν αδύνατο να τον χορεύουν άνθρωποι.
 
  Στο τέλος, αν και μπορεί να είχα αποκοιμηθεί για λίγο, είμαι ωστόσο σίγουρος πως στο πλήθος των χαρωπών γλεντοκόπων προστέθηκαν ο Βάκχος με την κουστωδία του από Σειληνούς και Μαινάδες και μαζί και ο Ποσειδώνας - η τρίαινά του ανά χείρας, να ξεφαντώνουν και εκείνοι ξέφρενα πλάι πλάι με τους θνητούς χαροκόπους της απέναντι βίλλας σε μια ονειρική αποθέωση όλων των γλεντιών που έχουν γίνει και που έχουν να γίνουν και μάλιστα τη Λαμπρή, τον κολοφώνα των γιορτινών ημερών. Όλοι μαζί, θεοί και θνητοί, λουσμένοι από το έξοχο φως του Παντοκράτορα Ήλιου!

Comments

  1. Η αλήθεια είναι ότι η αναγέννηση της φύσης γιορταζόταν πάντα με όλους τους θεούς 👍

    ReplyDelete
  2. Ναι, αυτο πιστεύω και εγω! Οι παλαιότερες ευθαρσώς και με το διαβα των χιλιετηριδων όλο και πιο προσχηματικα

    ReplyDelete

Post a Comment

Popular posts from this blog

Ευγενίου Καραβία

Οι γάτες της Ψερίμυθου

Μπριάμ από αυτοκρατορική γενιά