Η όψη της σύγχρονης Αθήνας
Όπως είπαμε - όπως θα σας είναι γνωστό προφανώς, δεν περιμένατε εμένα άλλωστε - η Αθήνα έχει δύο ξεχωριστές και σαφώς διακριτές σεκάνς αστικοποίησης: την αρχαία, την αφήγηση μου περί της οποίας έκλεισα στο προ δύο εβδομάδων post μου, και τη νεότερη, την αφήγηση της οποίας θα αποπειραθώ να ξεκινήσω στις αμέσως επόμενες παραγράφους…
Έγινε, τέλος πάντων, η Αθήνα πρωτεύουσα της χώρας μας εκεί στις αρχές προς τα μέσα του 19ου αιώνα. Ήρθε ο Όθωνας και οι Βαυαροί από τας Ευρώπας ̇ μια μορφή αριστοκρατίας τρόπον τινά για την οποία μπορεί να πει κανείς ότι ως ένα βαθμό ρίζωσε στη χώρα μας ακόμα και μετά την αποχώρηση της βασιλείας του Όθωνα, αφού, ακόμα και σήμερα βλέπουμε οικογένειες, απόλυτα ελληνικές πια, με ξενικά ονόματα που αναγράφονται πλέον με ελληνικούς και όχι λατινικούς χαρακτήρες, να διατηρούν κύρος και να έχουν προγόνους, ή μπορεί μέλη τους να είναι σε σημαντικές κρατικές θέσεις μέχρι και σήμερα. Σε μια περίπτωση, μάλιστα, τέτοιας οικογένειας μέχρι που κόντεψε να γίνει πρωθυπουργός ο συμπαθής πολιτικός ανήρ Έβερτ. Κάνω την αναφορά μου στις οικογένειες αυτές χωρίς ίχνος ρατσισμού, φυλετισμού ή εμπάθειας οποιασδήποτε μορφής. Απλά παραθέτω για να γίνω περισσότερο αντιληπτός.
Ήρθε, όπως είπαμε, ο Όθωνας και έγιναν τα Ανάκτορα και ο Βασιλικός κήπος. Θεωρητικά, η εξέλιξη αυτή πρέπει να ήταν η απαρχή της δημιουργίας της όποιας μεγαλοαστικής τάξης της σύγχρονης πόλης των Αθηνών, αφού στους δρόμους πάνω από τα Ανάκτορα – νυν Κοινοβούλιο – και γύρω από τον Βασιλικό (τότε) Κήπο έκτισαν τις κατοικίες τους οι άνθρωποι της αυλής και της κυβέρνησης. Σημειωτέο πως μάλλον η τάξη αυτή, μισή ξενόφερτη μισή αυτόχθονες, ήταν η αρχική αστική τάξη που δημιουργήθηκε εντός του γεωγραφικού χώρου που καταλάμβανε τότε το νεοελληνικό κράτος, με χρονική υστέρηση αιώνων εν συγκρίσει με άλλες πόλεις άλλων χωρών.
Εκείνη την περίοδο καταρτίστηκε και το πρώτο πολεοδομικό σχέδιο της πόλης των Αθηνών. Το σχεδίασαν ο Κλεάνθης και ένας Γερμανός αρχιτέκτονας του οποίου το όνομα δεν θυμάμαι. Στα όρια εκείνου του πρώτου πολεοδομικού σχεδίου περιλαμβάνονταν οι οδοί Σταδίου, Πειραιώς και Ερμού – τόσο μικρά ήταν – σχηματίζοντας ένα τριγωνικό σχήμα με ρομβοειδή βάση που μέσα του περιέκλειε, εκτός της Ακρόπολης αναπόφευκτα, περιοχές που σήμερα είναι οι κεντρικότερες της Αθήνας, άφηνε όμως εκτός του διάφορες περιοχές όπως τα Εξάρχεια, την Κυψέλη, το Παγκράτι, οι οποίες, αν και τότε μπορεί ακόμα και να μην υπήρχαν καν, σήμερα όμως θεωρούνται κεντρικότατες και φυσικά είναι αμιγώς αστικές πλέον. Προφανώς, βέβαια, η Αθήνα, ακόμα και τότε, δεν περιορίζονταν απολύτως στις περιοχές που περικλείονταν από το πολεοδομικό σχέδιο, το οποίο, όπως έχω διαβάσει τουλάχιστον, κατά τον αρχικό του σχεδιασμό περιλάμβανε μεγάλες πλατείες και φαρδιά βουλεβάρτα, δυστυχώς όμως ακολούθως νοθεύτηκε η προβλεπόμενη αρχική μορφή του και μετριάστηκε σημαντικά η πρόβλεψη για βουλεβάρτα και τα τοιαύτα αφού κάτι τέτοιο θα απαιτούσε την κατεδάφιση πολλών κτισμάτων και τη δήμευση κτημάτων χωρίς μάλιστα να αποζημιώνει ιδιαίτερα ικανοποιητικά. Φυσικά, για μεγαλύτερη λεπτομέρεια με ιστορικά στοιχεία, αναλύσεις, εμβαδά και πληθυσμούς, μπορεί κανείς να ψάξει και είναι βέβαιο πως θα βρει πάρα πολλά και πολύ ενδιαφέροντα άρθρα, μελέτες και συγγράμματα που τα αναφέρουν αυτά πολύ καλύτερα, αναλυτικότερα και ακριβέστερα από όσο τα περιγράφω εγώ σε αυτό μου το αφήγημα. Εγώ, άλλωστε, δεν παραθέτω παρά τη δική μου κατάθεση περί της πόλεως των Αθηνών ̇ της πόλης στην οποία γεννήθηκα, μεγάλωσα και έχω ζήσει μακράν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου, την οποία, ωστόσο, προσπαθώ να μην εκλαμβάνω ως μια απόλυτη σταθερά και ως μέτρο πάντων.
κάπου στο μεσοπόλεμο αυτός, είναι ο Δημήτρης Ψαθάς. Στο έργο του ‘Μαντάμ Σουσού’ μας χαρίζει εικόνες από δύο περιοχές της Αθήνας του μεσοπόλεμου. Μια από αυτές είναι ο φτωχικός ‘Mπούθουλας’ θεωρώ κάπου στα σημερινά Σεπόλια, αν όντως υπήρξε πράγματι ως τοπωνύμιο, αφού η μαντάμ Σουσού ήθελε να τον γκρεμίσει ώστε να αποκαλυφθεί η Ακαδημία Πλάτωνος. Με τις αυλές του μέσα από τα παλιά χαμηλά του κτίρια, στις ταράτσες των οποίων κρέμονταν οι μπουγάδες των απλών και φτωχών ανθρώπων «με τα μικρά τους κουσούρια και τις μικρές τους καλοσύνες», όπως έτσι κάπως το θέτει στο έργο του ο Ψαθάς, ανθρώπους του μεροκάματου που το χούι τους ήταν να κουτσομπολεύουν και που το βραδάκι τα κουτσοέπιναν στα ταβερνάκια της γειτονιάς τους. Ο Ψαθάς κάνει αναφορά και στο Κολωνάκι όπου πήγε η μαντάμ Σουσού αφού πλούτισε, για το οποίο θεωρώ πως δεν χρειάζονται οι δικές μου συστάσεις ή ο σχολιασμός μου σχετικά με το ότι αντικειμενικά αποτελεί τον ορισμό της πλούσιας μεγαλοαστικής συνοικίας στη συνείδηση του μέσου Αθηναίου, είτε ταυτίζεται κανείς με αυτό είτε το απεχθάνεται. Σχολιάζω μόνο ότι η Πατριάρχου Ιωακείμ όπου το διαμέρισμα που πήγε να μείνει Μαντάμ Σουσού, εκείνη την εποχή πρέπει να είχε μόλις ασφαλτοστρωθεί με τις υπόλοιπες οδούς χωματόδρομους. Ακόμα, ο Ψαθάς στο βιβλίο του αυτό κάνει αναφορά και στο Χολαργό ως ένα μέρος σαφώς εκτός πόλεως όπου έλαβαν χώρα κάποιοι ιππικοί αγώνες του τότε ‘καλού κόσμου’. Δεν γνωρίζω αν υπήρχε όντως κάποιος ιππόδρομος στο Χολαργό, υποθέτω, ωστόσο, ότι την εποχή εκείνη, δηλαδή κατά τη δεκαετία του ’30, θα πρέπει να ήταν πρακτικά ακατοίκητος με λίγες μόνο αγροικίες και ενδεχομένως δασωμένος όντας στους πρόποδες του Υμηττού.
Τη δεκαετία του ‘30 ξεκίνησαν να κτίζονται και οι πρώτες αστικές επεκτάσεις̇ συνοικίες με πολεοδομικό σχέδιο εκτός των τότε ορίων της πόλεως. Περιοχές όπως η Ηλιούπολη και το Ψυχικό. Το πολεοδομικό τους σχέδιο παραμένει, αρκεί να δείτε το χάρτη!
Όσοι από εσάς μπορεί να περνάτε από το Πεδίον του Άρεως, θα σας πρότεινα να παρατηρήσετε καλύτερα μια πολυκατοικία που είναι κτισμένη επί των οδών Μαυροματαίων και Δεριγνύ. Διαθέτει turrets και ενδεχομένως να είναι η μόνη πολυκατοικία στην Αθήνα που παραπέμπει σε μεσαιωνικό πύργο γοτθικού ρυθμού. Ένα άλλο ενώ ιδιαιτέρως ιδιάζον – εμβληματικό θα έλεγα – κτίριο, είναι εκείνο που στέγαζε το θέατρο Ποταμίτη στα Ιλίσσια, με τον τρούλο του, τα ιδιάζοντα του erkers˙ τους κοφτούς εξώστες, και τα βιτρώ του. Όσες φορές έχει τύχει να πέρασω απέξω μου έφερνε στο μυαλό εικόνες από διηγήματα του Lovecraft. Δεν ξέρω αν στέκει ακόμα ή αν το συμπαρέσυρε και αυτό στη λήθη ο ορμητικός χείμαρρος της εκτεταμένης ανοικοδόμησης των τελευταίων λίγων ετών που έχει συνεπάρει ολόκληρη την πόλη.
…και σίγουρα θα υπάρχουν και άλλα τέτοια χαρακτηριστικά κτίρια και σε άλλες περιοχές που όμως δυστυχώς δεν γνωρίζω την ύπαρξή τους.
Κατά την αντίληψή μου τουλάχιστον, η τυπική πολυκατοικία της εποχής εκείνης, με τα ημιυπόγεια, τα πέντε ή έξι στριμωγμένα διαμερίσματα ανά όροφο και τα ρετιρέ στους δύο τελευταίους ορόφους, ξεκάθαρα αντανακλούσε και την κοινωνική διαστρωμάτωση.
Ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ‘70, όταν το κέντρο είχε πυκνοκατοικηθεί πλέον, η όψη του μάλλον πρέπει να είχε χαλάσει πολύ από την ανέγερση πληθώρας κτιρίων που πρώτο τους μέλημα ήταν η εξοικονόμηση χώρων παρά η αισθητική. Υπενθυμίζω κιόλας ότι πρέπει να είχε και τρομερή ρύπανση – το περιβόητο νέφος, αν θυμάσαι καλέ μου αναγνώστη – αφού ο στόλος των Ι.Χ. είχε πλέον αυξηθεί κατά πολύ αλλά ακόμα δεν υπήρχαν οι μεταγενέστερες τεχνολογίες που εξασφαλίζουν σημαντικά χαμηλότερες εκπομπές ρύπων ενώ παράλληλα έκανε δειλά - δειλά την εμφάνισή της στο κοινωνικό και οικονομικό προσκήνιο μια αρκετά πιο εύρωστη οικονομικά μεσαία τάξη, πάντοτε σε σύγκριση με το τότε πρόσφατο παρελθόν. Αυτοί λοιπόν, εκτός από το να αγοράζουν περισσότερα αυτοκίνητα Ι.Χ., ξεκίνησαν να μετακομίζουν προς τα προάστια της Αθήνας, εκεί που οι πολυκατοικίες ήταν πιο καινούργιες, πιο κομψές, καλύτερης ποιότητας κατασκευής, με κήπους, με parking και με λιγότερα διαμερίσματα, ενώ και το πράσινο ήταν περισσότερο από όσο στο κέντρο έστω και υπό μορφή αδιαμόρφωτων αλάνων ή δασυλλίων. Η τάση αυτή συνεχίστηκε με εντατικούς ρυθμούς έως και τα τέλη της δεκαετίας του ‘90 ή ακόμα και τις αρχές του 2000. Ταυτόχρονα, αν και η εσωτερική μετανάστευση ίσως να είχε μετριαστεί συγκριτικά με τις προηγούμενες δεκαετίες, ξεκίνησε από τις αρχές του ‘90 η αθρόα προσέλευση οικονομικών μεταναστών ̇ από την Αλβανία αρχικά και σταδιακά από όλες τις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ αλλά και από Ασία και Αφρική.
Η προσέλευση αυτή έγινε – και εξακολουθεί να γίνεται – χωρίς κανέναν έλεγχο είτε σε ποσοτικά κριτήρια είτε σε ποιότητες και δεξιότητες που μπορεί να είναι προτιμητέες. Οι δύο αυτές τάσεις, δηλαδή η προοδευτική μετακίνηση των πιο εύπορων Αθηναίων στα προάστια και παράλληλα η εισροή οικονομικών μεταναστών στο κέντρο της πόλης, είχαν ως αποτέλεσμα περιοχές του κέντρου που άλλοτε θεωρούνταν καλοβαλμένες και ήταν ακριβές, ή έστω θεωρούνταν μιας κάποιας αξιολόγησης, αφενός να χάσουν σημαντικό μέρος της αξίας τους και αφετέρου να υποβαθμιστούν πληθυσμιακά, αφού αρκετοί οικονομικοί μετανάστες έφεραν μαζί τους διάφορες κοινωνικές συμπεριφορές που θα μπορούσαν να θεωρηθούν αποκλίνουσες, ακόμα και αυτοί που ήρθαν από την Ανατολική Ευρώπη παρά το ότι αρκετοί από τους τελευταίους διέθεταν υψηλό μορφωτικό και ακαδημαϊκό επίπεδο. Έτσι, οι περιοχές του κέντρου είτε έχασαν μέρος της πρότερης αίγλης τους στην καλύτερη περίπτωση, όπως π.χ. το Κολωνάκι, ή στη χειρότερη περίπτωση μετατράπηκαν σε άτυπα γκέτο, όπως η περιοχή κοντά στην πλατεία Βικτωρίας και στον Άγιο Παντελεήμονα, ως αποτέλεσμα μιας κατάστασης που ήταν απόρροια παραβατικών ή και κατάφορα εγκληματικών πράξεων που αποδόθηκαν σε, ή όντως έγιναν από, οικονομικούς μετανάστες. Αυτό, σε συνδυασμό με την έμφυτη ξενοφοβία που ενυπήρχε σε μια κοινωνία η οποία έως τότε δεν είχε συνηθίσει να συνυπάρχει με αλλοδαπούς και με τα μέσα μαζικής ενημέρωσης να τρέφονται από αυτή την τάση και να την υποδαυλίζουν, εστιάζοντας περισσότερο στα κακώς κείμενα μιας ούτως ή άλλως δύσκολης κατάστασης αφού – και λόγω της παντελούς έλλειψης ελέγχου – μέρος των μεταναστών είτε επιδόθηκαν σε σωρεία μικροεγκλημάτων είτε παρείσφρησαν στον υπόκοσμο γιγαντώνοντας τη μαφία στην Ελλάδα, είχε ως αποτέλεσμα περιοχές του κέντρου να γίνουν πρακτικά αδιάβατες.
Ναι μεν υποβαθμίστηκε λοιπόν το κέντρο αλλά, ειδικά από τις αρχές της δεκαετίας του ’80, ξεπήδησαν ως γεωγραφική αλλά και κοινωνική / ταξική έννοια τα ‘προάστια’. Μάλιστα, στο συλλογικό υποσυνείδητο του μέσου Αθηναίου μεγάλο κύρος και αξία πήρε τότε η έννοια ‘Βόρεια Προάστια’, μια ευρύτερη περιοχή του λεκανοπεδίου από το Ψυχικό ως την Εκάλη ή και τον Άγιο Στέφανο - εκτός του λεκανοπεδίου πλέον. Εκεί ανεγέρθηκαν και τα πρώτα εμπορικά κέντρα, τα οποία όμως μάλλον δεν δικαίωσαν τις προσδοκίες των ιδιοκτητών τους αφού η λογική του ‘ανεβαίνω στον πάνω όροφο να χαζέψω και να ψωνίσω’ δεν φαίνεται να ευδοκίμησε ιδιαίτερα στη χώρα μας, και δεν αναφέρομαι στα καινούργια (Τhe Mall, Golden Hall και λοιπά) αλλά σε κάτι παλαιότερα που σηκώθηκαν κάπου στη δεκαετία του ’80 ή και του ’70 στο Χαλάνδρι, στο Μαρούσι και στην Κηφισιά, με χαρακτηριστικότερο εκείνο στην Κηφισιά με το Bowling στο υπόγειο! Τα αναφέρω όχι για άλλο λόγο παρά επειδή θεωρώ πως δένουν με την εικόνα και το κλίμα της πόλης κατά τη δεκαετία του ‘80. Στα βόρεια προάστια και το πρώτο μεγάλο super-market Βασιλόπουλος που υπάρχει και σήμερα στο ονομαστό σημείο ‘Φάρος Ψυχικού’. Επίσης, πολλές σάτιρες και επιθεωρήσεις της δεκαετίας του ‘90 σχολίασαν είτε με θετική είτε με αρνητική χρειά την άνοδο των βορείων προαστίων στη συνείδηση του μέσου Αθηναίου παρουσιάζοντας την, υπό ένα κωμικό ή ακόμα και σκωπτικό πρίσμα, ως περιοχή που κατοικούσαν πλούσιοι και σνομπ.
Δεν ξέρω αν είμαι ο μόνος που το παρατηρεί, αλλά σε κάθε γειτονιά, σχεδόν σε κάθε δρόμο, διαγράφεται μια έντονα ανισοτική εικόνα. Διαπιστώνω μια εικόνα αντίθεσης η οποία μου δημιουργείται παρατηρώντας τις νέες αστραφτερές κατασκευές και παραβάλλοντας τες με τα παλιότερα κτίρια που στέκουν άβαφα, απεριποίητα και παραμελημένα, αν όμως κάποιος τα καλοπαρατηρήσει θα του μαρτυρήσουν ότι και αυτά έχουν ζήσει καλύτερα χρόνια, ότι είχαν στεγάσει και αυτά όμορφες οικογενειακές στιγμές σε προηγούμενες δεκαετίες.
Επίσης, οι ένοικοί τους, που φαντάζομαι ότι θα είναι κάποιοι ηλικιωμένοι που θα έχουν ξεμείνει εκεί, θα πρέπει να αγναντεύουν τις καινούργιες πολυκατοικίες και να αναρωτιούνται ποιος αγοράζει διαμερίσματα και ειδικά νεόδμητα σε μια εποχή που τα χρήματα είναι δύσκολα και τα δάνεια ακόμα δυσκολότερα.
Comments
Post a Comment