Η όψη της σύγχρονης Αθήνας

 
Όπως είπαμε - όπως θα σας είναι γνωστό προφανώς, δεν περιμένατε εμένα άλλωστε - η Αθήνα έχει δύο ξεχωριστές και σαφώς διακριτές σεκάνς αστικοποίησης: την αρχαία, την αφήγηση μου περί της οποίας έκλεισα στο προ δύο εβδομάδων post μου, και τη νεότερη, την αφήγηση της οποίας θα αποπειραθώ να ξεκινήσω στις αμέσως επόμενες παραγράφους…
 
  Είναι προφανές ότι η αναβίωση της πόλης των Αθηνών ξεκίνησε κατά τα μέσα του 19ου αιώνα, δύο χιλιετηρίδες μετά τον οριστικό ξεπεσμό του αρχαίου της κλέους, όταν οι νέοι Έλληνες αποφάσισαν να την κάνουν πρωτεύουσα του νεοσύστατου τότε κράτους τους, το οποίο να θυμίσω ότι εκείνη την εποχή περιελάμβανε στην επικράτειά του μόνο την Πελοπόννησο, τη Στερεά Ελλάδα και τις Κυκλάδες. Μοναδικός γείτονας ήταν τότε η Οθωμανική αυτοκρατορία, η οποία, αν και πλέον είχε σαφώς εισέλθει σε φάση παρακμής, δεν έπαυε ωστόσο να είναι ένα φόβητρο και σαφώς υπέρτερη της Ελλάδος στρατιωτικά, οικονομικά και σε κάθε σύγκριση, ενδεχομένως.
  Έγινε, τέλος πάντων, η Αθήνα πρωτεύουσα της χώρας μας εκεί στις αρχές προς τα μέσα του 19ου αιώνα. Ήρθε ο Όθωνας και οι Βαυαροί από τας Ευρώπας ̇ μια μορφή αριστοκρατίας τρόπον τινά για την οποία μπορεί να πει κανείς ότι ως ένα βαθμό ρίζωσε στη χώρα μας ακόμα και μετά την αποχώρηση της βασιλείας του Όθωνα, αφού, ακόμα και σήμερα βλέπουμε οικογένειες, απόλυτα ελληνικές πια, με ξενικά ονόματα που αναγράφονται πλέον με ελληνικούς και όχι λατινικούς χαρακτήρες, να διατηρούν κύρος και να έχουν προγόνους, ή μπορεί μέλη τους να είναι σε σημαντικές κρατικές θέσεις μέχρι και σήμερα. Σε μια περίπτωση, μάλιστα, τέτοιας οικογένειας μέχρι που κόντεψε να γίνει πρωθυπουργός ο συμπαθής πολιτικός ανήρ Έβερτ. Κάνω την αναφορά μου στις οικογένειες αυτές χωρίς ίχνος ρατσισμού, φυλετισμού ή εμπάθειας οποιασδήποτε μορφής. Απλά παραθέτω για να γίνω περισσότερο αντιληπτός.
 
 Ήρθε, όπως είπαμε, ο Όθωνας και έγιναν τα Ανάκτορα και ο Βασιλικός κήπος. Θεωρητικά, η εξέλιξη αυτή πρέπει να ήταν η απαρχή της δημιουργίας της όποιας μεγαλοαστικής τάξης της σύγχρονης πόλης των Αθηνών, αφού στους δρόμους πάνω από τα Ανάκτορα – νυν Κοινοβούλιο – και γύρω από τον Βασιλικό (τότε) Κήπο έκτισαν τις κατοικίες τους οι άνθρωποι της αυλής και της κυβέρνησης. Σημειωτέο πως μάλλον η τάξη αυτή, μισή ξενόφερτη μισή αυτόχθονες, ήταν η αρχική αστική τάξη που δημιουργήθηκε εντός του γεωγραφικού χώρου που καταλάμβανε τότε το νεοελληνικό κράτος, με χρονική υστέρηση αιώνων εν συγκρίσει με άλλες πόλεις άλλων χωρών. 
 
  Εκείνη την περίοδο καταρτίστηκε και το πρώτο πολεοδομικό σχέδιο της πόλης των Αθηνών. Το σχεδίασαν ο Κλεάνθης και ένας Γερμανός αρχιτέκτονας του οποίου το όνομα δεν θυμάμαι. Στα όρια εκείνου του πρώτου πολεοδομικού σχεδίου περιλαμβάνονταν οι οδοί Σταδίου, Πειραιώς και Ερμού – τόσο μικρά ήταν – σχηματίζοντας ένα τριγωνικό σχήμα με ρομβοειδή βάση που μέσα του περιέκλειε, εκτός της Ακρόπολης αναπόφευκτα, περιοχές που σήμερα είναι οι κεντρικότερες της Αθήνας, άφηνε όμως εκτός του διάφορες περιοχές όπως τα Εξάρχεια, την Κυψέλη, το Παγκράτι, οι οποίες, αν και τότε μπορεί ακόμα και να μην υπήρχαν καν, σήμερα όμως θεωρούνται κεντρικότατες και φυσικά είναι αμιγώς αστικές πλέον. Προφανώς, βέβαια, η Αθήνα, ακόμα και τότε, δεν περιορίζονταν απολύτως στις περιοχές που περικλείονταν από το πολεοδομικό σχέδιο, το οποίο, όπως έχω διαβάσει τουλάχιστον, κατά τον αρχικό του σχεδιασμό περιλάμβανε μεγάλες πλατείες και φαρδιά βουλεβάρτα, δυστυχώς όμως ακολούθως νοθεύτηκε η προβλεπόμενη αρχική μορφή του και μετριάστηκε σημαντικά η πρόβλεψη για βουλεβάρτα και τα τοιαύτα αφού κάτι τέτοιο θα απαιτούσε την κατεδάφιση πολλών κτισμάτων και τη δήμευση κτημάτων χωρίς μάλιστα να αποζημιώνει ιδιαίτερα ικανοποιητικά. Φυσικά, για μεγαλύτερη λεπτομέρεια με ιστορικά στοιχεία, αναλύσεις, εμβαδά και πληθυσμούς, μπορεί κανείς να ψάξει και είναι βέβαιο πως θα βρει πάρα πολλά και πολύ ενδιαφέροντα άρθρα, μελέτες και συγγράμματα που τα αναφέρουν αυτά πολύ καλύτερα, αναλυτικότερα και ακριβέστερα από όσο τα περιγράφω εγώ σε αυτό μου το αφήγημα. Εγώ, άλλωστε, δεν παραθέτω παρά τη δική μου κατάθεση περί της πόλεως των Αθηνών ̇ της πόλης στην οποία γεννήθηκα, μεγάλωσα και έχω ζήσει μακράν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου, την οποία, ωστόσο, προσπαθώ να μην εκλαμβάνω ως μια απόλυτη σταθερά και ως μέτρο πάντων.
 
  Διάφοροι συγγραφείς και αρθρογράφοι του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ου αιώνα με τα έργα τους που εκτυλίσσονταν στην Αθήνα της εποχής εκείνης μας έχουν χαρίσει εικόνες της πόλης, εκφάνσεις της και το κλίμα που επικρατούσε τότε. Θεμελιώδης στη συνείδηση μου ως προς την προσωπική μου διαμόρφωση περί της εικόνας του πώς πιθανώς να ήταν η Αθήνα κατά την εποχή εκείνη είναι ο Ξενόπουλος̇ ο μεγάλος και πολυσχιδής αυτός συγγραφέας και άνθρωπος των γραμμάτων από τη Ζάκυνθο – τη ‘Ζάκυθο’, όπως την έγραφε εκείνος ενίοτε. Σε όσα από τα έργα του εκτυλίσσονται στην Αθήνα αποτυπώνει το κλίμα της πόλης και αποδίδει την εικόνα διαφόρων περιοχών της όπως αυτές ήταν στα τέλη του 19oυ και στις αρχές του 20ου. Χαρακτηριστικά, φέρνω στο νου μου την αναφορά του στο Χαλάνδρι ως τόπο αναψυχής ενός χαρακτήρα κάποιου βιβλίου του και άρα ως ένα μέρος απομακρυσμένο, ίσως δύσκολα προσβάσιμο και πρακτικά ένα χωριό εκτός πόλεως. Ακόμα, αναφέρει την Ομόνοια ως μια πλατεία με αριστοκρατικά ζαχαροπλαστεία και μπυραρίες, τη Δεξαμενή Κολωνακίου ως ένα σχετικά απόμερο μέρος κάπου στα ριζά του Λυκαβηττού και στις παρυφές της πόλης, τα Ιλίσσια - Βατραχονήσι ως ένα προάστιο δασωμένο με τα θέατρα και τα κέντρα του κοντά στις όχθες του ποταμού Ηριδανού που τότε κυλούσε ακάλυπτος, τα Πατησιά ως περιοχή αγροτική όπου είχε το κτήμα του ένας γαλατάς – χαρακτήρας ενός άλλου βιβλίου του – με μπόλικα μποστάνια και αγροικίες αλλά και με απόμερα κέντρα σε κάποιο σημείο όπου πήγαινε κανείς όταν ήθελε να βρεθεί σε ένα απομονωμένο και διακριτικό περιβάλλον έξω από την κίνηση της πόλης και μακριά από αδιάκριτα και ανεπιθύμητα βλέμματα. Προσδιόριζε, επίσης, ονομασίες περιοχών όπως ‘Πευκάκια’, αναφερόμενος ωστόσο σε μια γειτονιά που ήταν κάτω από το Λυκαβηττό ̇ τοπωνύμιο άσχετο με το όνομα της γειτονιάς που υπάρχει σήμερα στη Νέα Ιωνία. Ακόμα, δίνει περιγραφή των Πετραλώνων ως απόμερο μέρος με μικρά εργαστήρια και βιοτεχνίες ενώ περιγράφει την Ιπποκράτους ως δρόμο με νεόδμητα κτίρια.
 
  Ένας άλλος που μας μεταφέρει λίγο στο κλίμα παλιότερων δεκαετιών της Αθήνας,
κάπου στο μεσοπόλεμο αυτός, είναι ο Δημήτρης Ψαθάς. Στο έργο του ‘Μαντάμ Σουσού’ μας χαρίζει εικόνες από δύο περιοχές της Αθήνας του μεσοπόλεμου. Μια από αυτές είναι ο φτωχικός ‘Mπούθουλας’ θεωρώ κάπου στα σημερινά Σεπόλια, αν όντως υπήρξε πράγματι ως τοπωνύμιο, αφού η μαντάμ Σουσού ήθελε να τον γκρεμίσει ώστε να αποκαλυφθεί η Ακαδημία Πλάτωνος. Με τις αυλές του μέσα από τα παλιά χαμηλά του κτίρια, στις ταράτσες των οποίων κρέμονταν οι μπουγάδες των απλών και φτωχών ανθρώπων «με τα μικρά τους κουσούρια και τις μικρές τους καλοσύνες», όπως έτσι κάπως το θέτει  στο έργο του ο Ψαθάς, ανθρώπους του μεροκάματου που το χούι τους ήταν να κουτσομπολεύουν και που το βραδάκι τα κουτσοέπιναν στα ταβερνάκια της γειτονιάς τους. Ο Ψαθάς κάνει αναφορά και στο Κολωνάκι όπου πήγε η μαντάμ Σουσού αφού πλούτισε, για το οποίο θεωρώ πως δεν χρειάζονται οι δικές μου συστάσεις ή ο σχολιασμός μου σχετικά με το ότι αντικειμενικά αποτελεί τον ορισμό της πλούσιας μεγαλοαστικής συνοικίας στη συνείδηση του μέσου Αθηναίου, είτε ταυτίζεται κανείς με αυτό είτε το απεχθάνεται. Σχολιάζω μόνο ότι η Πατριάρχου Ιωακείμ όπου το διαμέρισμα που πήγε να μείνει Μαντάμ Σουσού, εκείνη την εποχή πρέπει να είχε μόλις ασφαλτοστρωθεί με τις υπόλοιπες οδούς χωματόδρομους. Ακόμα, ο Ψαθάς στο βιβλίο του αυτό κάνει αναφορά και στο Χολαργό ως ένα μέρος σαφώς εκτός πόλεως όπου έλαβαν χώρα κάποιοι ιππικοί αγώνες του τότε ‘καλού κόσμου’. Δεν γνωρίζω αν υπήρχε όντως κάποιος ιππόδρομος στο Χολαργό, υποθέτω, ωστόσο, ότι την εποχή εκείνη, δηλαδή κατά τη δεκαετία του ’30, θα πρέπει να ήταν πρακτικά ακατοίκητος με λίγες μόνο αγροικίες και ενδεχομένως δασωμένος όντας στους πρόποδες του Υμηττού.
 
  Τη δεκαετία του ‘30 ξεκίνησαν να κτίζονται και οι πρώτες αστικές επεκτάσεις̇ συνοικίες με πολεοδομικό σχέδιο εκτός των τότε ορίων της πόλεως. Περιοχές όπως η Ηλιούπολη και το Ψυχικό. Το πολεοδομικό τους σχέδιο παραμένει, αρκεί να δείτε το χάρτη!
 
  Όπως φαίνεται, όπως αντιλαμβάνομαι τουλάχιστον, η πόλη γνώρισε ουσιαστική ανάπτυξη και επεκτάθηκε σημαντικά κατά τον αιώνα που μεσολάβησε μεταξύ του 1850 και του 1950, αλλά η ανάπτυξη αυτή υπήρξε σχετικά ήπια και θα ήταν μάλλον ακόμα ηπιότερη αν δεν είχε επέλθει η Μικρασιατική καταστροφή, που για την Αθήνα – και για την υπόλοιπη Ελλάδα φυσικά – είχε ως αποτέλεσμα την εισαγωγή Ελλήνων Μικρασιατών, ανθρώπων που εκτός του ότι ήταν και αυτοί Έλληνες, ουδέν άλλο κοινό είχαν με τους ντόπιους Αθηναίους που τους υποδέχτηκαν, και την ανέγερση συνοικισμών υποδοχής των προσφύγων αυτών, όπως η Νέα Φιλαδέλφεια, η Nέα Ιωνία, η Nέα Ερυθραία και η Nέα Χαλκηδόνα.
 
  Bonus fact! Μου είχε δημιουργήσει ξεχωριστή εντύπωση η απόπειρα της ίδρυσης της Ριζούπολης κατά τις αρχές του 20ου αιώνα ̇ ενός οικισμού στα όρια της τότε πόλεως ή ίσως λίγο έξω από αυτά, με πολεοδομικό σχέδιο, ηλεκτροδότηση – που εικάζω πως τότε ήταν μεγάλη δουλειά και σπάνια παρεχόμενη ομολογουμένως – κάτι που παραπέμπει στην ίδρυση του πρώτου ‘urban hub’ εκατό χρόνια και βάλε πριν την εποχή μας, αν και όχι υπό το glamourous πρίσμα που η παραπάνω φράση ενέχει στις μέρες μας.
 
  Τέλος, δεν θα μπορούσα να μην σχολιάσω το γεγονός ότι, γύρω στη δεκαετία του ’30, κατεδαφίστηκε το Βρυσάκι, μια ολόκληρη συνοικία στα ριζά του λόφου της Ακροπόλεως ώστε να αναδειχτεί ο αρχαιολογικός χώρος. Το Βρυσάκι πιθανότατα θα πρέπει να έμοιαζε με την υπόλοιπη Πλάκα, σήμερα όμως δεν γνωρίζουμε για την περιοχή αυτή παρά μόνο από φωτογραφίες της εποχής̇ λιγοστές προφανώς, ίσως από κάποιες περιγραφές που μπορεί να έχουν διασωθεί και ενδεχομένως να σώζεται το σχέδιο της ρυμοτομίας της συνοικίας αυτής και ονόματα οδών από παλιούς χάρτες.
 
  Την εποχή πριν από το 2ο Παγκόσμιο πόλεμο και ίσως μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’50 ή τις αρχές του ’60, ανεξαρτήτως ρυμοτομίας, σχεδίου πόλεως, ποιότητας παρεχόμενων υπηρεσιών ή οποιουδήποτε άλλου δείκτη συγκρισιμότητας με άλλες πόλεις, η πόλη των Αθηνών πρέπει να είχε όμορφα κτίρια και να παρουσίαζε μια θελκτική μάλλον εικόνα εν γένει. Ακόμα και σήμερα σώζονται και έχουν αναστηλωθεί κτίρια της εποχής εκείνης κτισμένα σε ελκυστικούς αρχιτεκτονικούς ρυθμούς, όπως τα νεοκλασικά, που ορισμένα έχουν ανακαινισθεί και στέκουν ως τις μέρες μας, αλλά και κάποια λίγα εργοστάσια των αρχών του αιώνα που πλέον έχουν αναστηλωθεί, ανακαινιστεί και έχουν μετατραπεί σε malls ή πολυχώρους δείχνουν όμορφα στο μάτι εν συγκρίσει με τα κτίρια των μετέπειτα δεκαετιών του ’60, ‘70 και ‘80 ή ακόμα και εν συγκρίσει με αυτά που έχουν κτιστεί κατά τις τελευταίες πρόσφατες δεκαετίες.
 
  Επίσης, οι παλιότερες ελληνικές ταινίες, και ειδικά όσες έχουν πολλά υπαίθρια γυρίσματα, αποδίδουν μια εικόνα της πόλης κατά τα χρόνια αμέσως μετά τον εμφύλιο αλλά και κατά τις επερχόμενες δεκαετίες.
 
  Μπορώ να πω ότι οι πιο πολλές από τις παλαιότερες πολυκατοικίες, μεσοπολεμικές ή μεταπολεμικές, είναι και αυτές όμορφες. Χτισμένες σε ενδιαφέροντες αρχιτεκτονικούς ρυθμούς, αφού τότε απευθύνονταν σε εύπορους αγοραστές ή ένοικους, οι περισσότερες παραμένουν σε χρήση ακόμα και σήμερα. Κάποιοι από εσάς μπορεί να μένετε σε κάποιες από αυτές. Χαρακτηριστικά παραδείγματα που μου έρχονται στο μυαλό είναι εκείνες επί της οδού Μαυροματαίων απέναντι από την είσοδο του Πεδίου του Άρεως, αλλά και επί των οδών που απαρτίζουν την περιοχή των Ανακτόρων πέριξ της Ρηγίλλης, όπως η  Στησιχόρου, η Μουρούζη και η Λυκείου.
  Όσοι από εσάς μπορεί να περνάτε από το Πεδίον του Άρεως, θα σας πρότεινα να παρατηρήσετε καλύτερα μια πολυκατοικία που είναι κτισμένη επί των οδών Μαυροματαίων  και Δεριγνύ. Διαθέτει turrets και ενδεχομένως να είναι η μόνη πολυκατοικία στην Αθήνα που παραπέμπει σε μεσαιωνικό πύργο γοτθικού ρυθμού. Ένα άλλο ενώ ιδιαιτέρως ιδιάζον – εμβληματικό θα έλεγα – κτίριο, είναι εκείνο που στέγαζε το θέατρο Ποταμίτη στα Ιλίσσια, με τον τρούλο του, τα ιδιάζοντα του erkers˙ τους κοφτούς εξώστες, και τα βιτρώ του. Όσες φορές έχει τύχει να πέρασω απέξω μου έφερνε στο μυαλό εικόνες από διηγήματα του Lovecraft. Δεν ξέρω αν στέκει ακόμα ή αν το συμπαρέσυρε και αυτό στη λήθη ο ορμητικός χείμαρρος της εκτεταμένης ανοικοδόμησης των τελευταίων λίγων ετών που έχει συνεπάρει ολόκληρη την πόλη.  
  …και σίγουρα θα υπάρχουν και άλλα τέτοια χαρακτηριστικά κτίρια και σε άλλες περιοχές που όμως δυστυχώς δεν γνωρίζω την ύπαρξή τους.
 
  Από τα τέλη της δεκαετίας του ‘50 ξεκίνησε μια τάση αστυφιλίας η οποία εντάθηκε κατά τις δεκαετίες του ‘60 και ’70 όταν η πόλη μεγάλωσε σημαντικά. Εκείνη ήταν μια εποχή που η πόλη ξεκίνησε να χάνει την παλιά της ομορφιά αφού πολλά νεοκλασικά και γενικά παλαιότερα κτίρια κατεδαφίστηκαν και στη θέση τους ξεφύτρωσαν γυάλινα τετράγωνα κτίρια αμφιβόλου καλαισθησίας, στο πνεύμα όμως εκείνης της εποχής που θεωρούσε τα κτίρια αυτά καλαίσθητα και φουτουριστικά. Ακόμα και οι πολυκατοικίες είναι αρκετά διαφορετικής νοοτροπίας από εκείνης που προσδιόρισα λίγο προηγουμένως αφού αυτές που ανεγέρθηκαν κατά τις δεκαετίες του ’60 και του ’70, ειδικά μάλιστα από τα τέλη του ’60 έως τα μέσα του ’70, προορίζονταν για τη στέγαση όχι των εύπορων αστικών και μεγαλοαστικών οικογενειών της Αθήνας αλλά για τη στέγαση φτωχώτερων οικογενειών καθώς και των εσωτερικών μεταναστών από άλλες περιοχές της χώρας που άφησαν τους τόπους τους και πήγαν στην Αθήνα προς αναζήτηση καλύτερων συνθηκών διαβίωσης και ενός καλύτερου μέλλοντος, οι οποίοι θα απάρτιζαν πλέον την πλειοψηφία του μικροαστικού κοινωνικού πλέγματος.
 Κατά την αντίληψή μου τουλάχιστον, η τυπική πολυκατοικία της εποχής εκείνης, με τα ημιυπόγεια, τα πέντε ή έξι στριμωγμένα διαμερίσματα ανά όροφο και τα ρετιρέ στους δύο τελευταίους ορόφους, ξεκάθαρα αντανακλούσε και την κοινωνική διαστρωμάτωση.
 
  Εκείνη την εποχή, οι περιοχές γύρω από τις πλατείες Βικτωρίας και Κολιάτσου αλλά και το Παγκράτι μαζί με την Κυψέλη και το Κολωνάκι, που ήδη θεωρούνταν καλές περιοχές, πρέπει να ήσαν οι ακριβότερες περιοχές της Αθήνας η οποία τότε ακόμα δεν είχε εξαπλωθεί όσο και σήμερα. Έτσι, εκτός από τις περιοχές εντός του δήμου Αθηναίων και τους κοντινούς του δήμους που ήδη πρέπει να είχαν πάρει σημαντική ανάπτυξη αρκετά χρόνια πριν τη δεκαετία του ’70, οι πιο μακρινοί δήμοι μάλλον παρέμεναν ακόμα αρκετά πιο αραιοκατοικημένοι συγκριτικά με το σήμερα.
  Ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ‘70, όταν το κέντρο είχε πυκνοκατοικηθεί πλέον, η όψη του μάλλον πρέπει να είχε χαλάσει πολύ από την ανέγερση πληθώρας κτιρίων που πρώτο τους μέλημα ήταν η εξοικονόμηση χώρων παρά η αισθητική. Υπενθυμίζω κιόλας ότι πρέπει να είχε και τρομερή ρύπανση – το περιβόητο νέφος, αν θυμάσαι καλέ μου αναγνώστη – αφού ο στόλος των Ι.Χ. είχε πλέον αυξηθεί κατά πολύ αλλά ακόμα δεν υπήρχαν οι μεταγενέστερες τεχνολογίες που εξασφαλίζουν σημαντικά χαμηλότερες εκπομπές ρύπων ενώ παράλληλα έκανε δειλά - δειλά την εμφάνισή της στο κοινωνικό και οικονομικό προσκήνιο μια αρκετά πιο εύρωστη οικονομικά μεσαία τάξη, πάντοτε σε σύγκριση με το τότε πρόσφατο παρελθόν. Αυτοί λοιπόν, εκτός από το να αγοράζουν περισσότερα αυτοκίνητα Ι.Χ., ξεκίνησαν να μετακομίζουν προς τα προάστια της Αθήνας, εκεί που οι πολυκατοικίες ήταν πιο καινούργιες, πιο κομψές, καλύτερης ποιότητας κατασκευής, με κήπους, με parking και με λιγότερα διαμερίσματα, ενώ και το πράσινο ήταν περισσότερο από όσο στο κέντρο έστω και υπό μορφή αδιαμόρφωτων αλάνων ή δασυλλίων.  Η τάση αυτή συνεχίστηκε με εντατικούς ρυθμούς έως και τα τέλη της δεκαετίας του ‘90 ή ακόμα και τις αρχές του 2000. Ταυτόχρονα, αν και η εσωτερική μετανάστευση ίσως να είχε μετριαστεί συγκριτικά με τις προηγούμενες δεκαετίες, ξεκίνησε από τις αρχές του ‘90 η αθρόα προσέλευση οικονομικών μεταναστών ̇ από την Αλβανία αρχικά και σταδιακά από όλες τις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ αλλά και από Ασία και Αφρική.
  Η προσέλευση αυτή έγινε – και εξακολουθεί να γίνεται – χωρίς κανέναν έλεγχο είτε σε ποσοτικά κριτήρια είτε σε ποιότητες και δεξιότητες που μπορεί να είναι προτιμητέες. Οι δύο αυτές τάσεις, δηλαδή η προοδευτική μετακίνηση των πιο εύπορων Αθηναίων στα προάστια και παράλληλα η εισροή οικονομικών μεταναστών στο κέντρο της πόλης, είχαν ως αποτέλεσμα περιοχές του κέντρου που άλλοτε θεωρούνταν καλοβαλμένες και ήταν ακριβές, ή έστω θεωρούνταν μιας κάποιας αξιολόγησης, αφενός να χάσουν σημαντικό μέρος της αξίας τους και αφετέρου να υποβαθμιστούν πληθυσμιακά, αφού αρκετοί οικονομικοί μετανάστες έφεραν μαζί τους διάφορες κοινωνικές συμπεριφορές που θα μπορούσαν να θεωρηθούν αποκλίνουσες, ακόμα και αυτοί που ήρθαν από την Ανατολική Ευρώπη παρά το ότι αρκετοί από τους τελευταίους διέθεταν υψηλό μορφωτικό και ακαδημαϊκό επίπεδο. Έτσι, οι περιοχές του κέντρου είτε έχασαν μέρος της πρότερης αίγλης τους στην καλύτερη περίπτωση, όπως π.χ. το Κολωνάκι, ή στη χειρότερη περίπτωση μετατράπηκαν σε άτυπα γκέτο, όπως η περιοχή κοντά στην πλατεία Βικτωρίας και στον Άγιο Παντελεήμονα, ως αποτέλεσμα μιας κατάστασης που ήταν απόρροια παραβατικών ή και κατάφορα εγκληματικών πράξεων που αποδόθηκαν σε, ή όντως έγιναν από, οικονομικούς μετανάστες. Αυτό, σε συνδυασμό με την έμφυτη ξενοφοβία που ενυπήρχε σε μια κοινωνία η οποία έως τότε δεν είχε συνηθίσει να συνυπάρχει με αλλοδαπούς και με τα μέσα μαζικής ενημέρωσης να τρέφονται από αυτή την τάση και να την υποδαυλίζουν, εστιάζοντας περισσότερο στα κακώς κείμενα μιας ούτως ή άλλως δύσκολης κατάστασης αφού – και λόγω της παντελούς έλλειψης ελέγχου – μέρος των μεταναστών είτε επιδόθηκαν σε σωρεία μικροεγκλημάτων είτε παρείσφρησαν στον υπόκοσμο γιγαντώνοντας τη μαφία στην Ελλάδα, είχε ως αποτέλεσμα περιοχές του κέντρου να γίνουν πρακτικά αδιάβατες.
  Ναι μεν υποβαθμίστηκε λοιπόν το κέντρο αλλά, ειδικά από τις αρχές της δεκαετίας του ’80, ξεπήδησαν ως γεωγραφική αλλά και κοινωνική / ταξική έννοια τα ‘προάστια’. Μάλιστα, στο συλλογικό υποσυνείδητο του μέσου Αθηναίου μεγάλο κύρος και αξία πήρε τότε η έννοια ‘Βόρεια Προάστια’, μια ευρύτερη περιοχή του λεκανοπεδίου από το Ψυχικό ως την Εκάλη ή και τον Άγιο Στέφανο - εκτός του λεκανοπεδίου πλέον. Εκεί ανεγέρθηκαν και τα πρώτα εμπορικά κέντρα, τα οποία όμως μάλλον δεν δικαίωσαν τις προσδοκίες των ιδιοκτητών τους αφού η λογική του ‘ανεβαίνω στον πάνω όροφο να χαζέψω και να ψωνίσω’ δεν φαίνεται να ευδοκίμησε ιδιαίτερα στη χώρα μας, και δεν αναφέρομαι στα καινούργια (Τhe Mall, Golden Hall και λοιπά) αλλά σε κάτι παλαιότερα που σηκώθηκαν κάπου στη δεκαετία του ’80 ή και του ’70 στο Χαλάνδρι, στο Μαρούσι και στην Κηφισιά, με χαρακτηριστικότερο εκείνο στην Κηφισιά με το Bowling στο υπόγειο! Τα αναφέρω όχι για άλλο λόγο παρά επειδή θεωρώ πως δένουν με την εικόνα και το κλίμα της πόλης κατά τη δεκαετία του ‘80. Στα βόρεια προάστια και το πρώτο μεγάλο super-market Βασιλόπουλος που υπάρχει και σήμερα στο ονομαστό σημείο ‘Φάρος Ψυχικού’. Επίσης, πολλές σάτιρες και επιθεωρήσεις της δεκαετίας του ‘90 σχολίασαν είτε με θετική είτε με αρνητική χρειά την άνοδο των βορείων προαστίων στη συνείδηση του μέσου Αθηναίου παρουσιάζοντας την, υπό ένα κωμικό ή ακόμα και σκωπτικό πρίσμα, ως περιοχή που κατοικούσαν πλούσιοι και σνομπ. 
 
  Φθάνουμε πλέον στη σύγχρονη εποχή ̇ μια εποχή με νέες ανατροπές όπου τα νότια προάστια παίρνουν την άτυπη ρεβάνς από τα βόρεια με κορωνίδα τη δημιουργία ‘αστικού-πάρκου-με-ουρανοξύστη-κατοικιών’ στον χώρο του πρώην αεροδρομίου του Ελληνικού. Επιπλέον, εδώ και πάνω από είκοσι χρόνια, η Αθήνα έχει αποκτήσει το τυπικό προσόν των περισσότερων σύγχρονων μητροπόλεων που σέβονται τον εαυτό τους: το μετρό. Με δύο γραμμές να πλαισιώνουν την παλαιότερη υπέργεια και ακόμα δύο άλλες υπό κατασκευή, καθώς επίσης και το τραμ από το κέντρο προς το παραλιακό μέτωπο για το οποίο όλο και περισσότερο τείνει να καθιερωθεί η άτυπη μεν, γκλαμουρίστικη δε, ονομασία «Αθηναϊκή Riviera». Το αφήνω αυτό εδώ ως έχει, με την ελπίδα ότι δεν μπερδεύουμε τη riviera με τη γραβιέρα…
 
  Διαπιστώνεται, επίσης, μια αναζωογόνηση κάποιων περιοχών του κέντρου, τουλάχιστον ως προς τις τιμές, οι οποίες πλέον επανακτούν την πρότερή τους αξία αν και υπό διαφορετικό πρίσμα, εκείνο των rbnb όπου γειτονιές και συνοικίες ολόκληρες έχουν μετατραπεί σε ένα απέραντο πανδοχείο υποδοχής τουριστών με αποτέλεσμα στις περιοχές αυτές οι τιμές σε μαγαζιά εστίασης κυρίως αλλά και στα super markets να παραπέμπουν μάλλον σε πόλεις άλλων, πλουσιότερων, Ευρωπαϊκών χωρών με πολίτες υψηλότερων εισοδημάτων παρά σε τιμές Αθήνας, πλήττοντας σημαντικά τους αυτόχθονες κατοίκους των περιοχών αυτών της Ψαροκώσταινας που είναι με τη βούλα η δεύτερη πιο φτωχή χώρα της Ε.Ε. μπροστά μόνο από τη Βουλγαρία.
 
  Κάτι άλλο που παρατηρώ τα τελευταία χρόνια, την ‘post covid εποχή’, είναι ότι διάγουμε μια περίοδο έντονης ανοικοδόμησης σε όλα σχεδόν τα μήκη και τα πλάτη της πόλης μας. Όπου υπάρχει διαθέσιμος χώρος ανεγείρεται πολυκατοικία.
  Δεν ξέρω αν είμαι ο μόνος που το παρατηρεί, αλλά σε κάθε γειτονιά, σχεδόν σε κάθε δρόμο, διαγράφεται μια έντονα ανισοτική εικόνα. Διαπιστώνω μια εικόνα αντίθεσης η οποία μου δημιουργείται παρατηρώντας τις νέες αστραφτερές κατασκευές και παραβάλλοντας τες με τα παλιότερα κτίρια που στέκουν άβαφα, απεριποίητα και παραμελημένα, αν όμως κάποιος τα καλοπαρατηρήσει θα του μαρτυρήσουν ότι και αυτά έχουν ζήσει καλύτερα χρόνια, ότι είχαν στεγάσει και αυτά όμορφες οικογενειακές στιγμές σε προηγούμενες δεκαετίες.
  Επίσης, οι ένοικοί τους, που φαντάζομαι ότι θα είναι κάποιοι ηλικιωμένοι που θα έχουν ξεμείνει εκεί, θα πρέπει να αγναντεύουν τις καινούργιες πολυκατοικίες και να αναρωτιούνται ποιος αγοράζει διαμερίσματα και ειδικά νεόδμητα σε μια εποχή που τα χρήματα είναι δύσκολα και τα δάνεια ακόμα δυσκολότερα.
 
  Κλείνοντας αυτή μου την αφήγηση, δεν μπορώ να μην σχολιάσω το γεγονός ότι, στον γενναίο νέο κόσμο που ζούμε, η πόλη μας, όπως ίσως και πολλές άλλες πόλεις ανά τον κόσμο, δυστυχώς έχει μετατραπεί σε ένα μαζικό τουριστικό προϊόν προσανατολισμένο μάλλον να εξυπηρετεί τους τουρίστες κατά την εφήμερη παραμονή τους σε αυτή και κυρίως όσους εισπράττουν από τον τουρισμό, παρά σε μια πόλη ικανή να εξασφαλίζει ένα βιώσιμο και ανθρώπινο περιβάλλον με ποιότητα ζωής στους μόνιμους κατοίκους της.
 

Comments

Popular posts from this blog

Ευγενίου Καραβία

Οι γάτες της Ψερίμυθου

Μπριάμ από αυτοκρατορική γενιά