Απογείωση – Προσγείωση


  Πόσοι και πόσες από εμάς δεν έχουμε πάει σε κάποιο προορισμό ταξιδεύοντας με το αεροπλάνο! Αφού ολοκληρωθούν οι άχαρες, βαρετές και κάπως αγχωτικές διαδικασίες του check in, της παράδοσης αποσκευών και της ουράς για να περάσουμε από το αναπόφευκτο σκάνερ – ξεζωσμένοι πάντα και κρατώντας τα παντελόνια μας να μην μας πέσουν και μείνουμε με τα σώβρακα – και αφού πια έχει περάσει και η βαρετή αναμονή μέχρι την παραλαβή των επιβατών από την πύλη προς το αεροπλάνο, έρχεται επιτέλους εκείνη η ευλογημένη ώρα που μπαίνουμε σε αυτό για να πάμε ο καθένας μας στη δουλειά του. Ή στις διακοπές του. Στον προορισμό του, τέλος πάντων…

  Για μένα, όταν έχω την ευκαιρία να κάτσω στο παράθυρο είναι η καλύτερη μου.

Δεν είναι λίγες οι φορές που έχω δει την Αττική – κυρίως – αλλά φυσικά και πολλούς άλλους τόπους από ψηλά όσες φορές έχω ταξιδεύσει μέσα στα χρόνια για διάφορους λόγους.

  Σε γενικές γραμμές, θα μπορούσα να ισχυριστώ ότι έχω δει από ψηλά τη μισή ευρωπαϊκή ήπειρο κατά τη διάρκεια όλων αυτών των πτήσεων…

  Αλλά, ας τα πάρουμε με τη σειρά ̇ την απογείωση από την Αττική πρώτα από όλα: Ίσως και να είναι η ομορφότερη στιγμή ενός ταξιδιού για μένα η στιγμή εκείνη που αντιλαμβάνομαι ότι το αεροπλάνο έχει μόλις σηκωθεί από τη γη και ξεκινά να ανυψώνεται. Φαίνεται τότε σαν να μικραίνει η γη από κάτω. Προοδευτικά, τα οχήματα και τα κτίρια μοιάζουν ολοένα περισσότερο με σπιρτόκουτα και πλέον το μάτι προσδιορίζει μεγαλύτερα οπτικά ορόσημα και σχηματισμούς. Είναι τόσο όμορφο να βλέπεις την ανατολική Αττική από ψηλά ένα πρωινό του χειμώνα με λιακάδα! Τη θάλασσα να έχει ένα υπέροχα καθάριο γαλάζιο χρώμα και να ασπρίζει αφρίζοντας όταν έρχεται σε επαφή με τη στεριά, τον αστικό – ή ημιαστικό – ιστό που φαντάζει τόσο γοητευτικά άναρχος από εκεί επάνω όπου όλα φαίνονται ξεκάθαρα και δεν υπάρχει πιθανότητα να χαθεί κανείς μπλεγμένος στο χαοτικό λαβύρινθο των μονοδρομήσεων και των αδιεξόδων που καταλήγουν ‘άδοξα’ στην παραλία ή σε αλάνες.

  Εδώ και εκεί χαμηλοί λόφοι, υπερυψωμένα ημικύκλια αραιού πευκοδάσους που στην κορυφή τους συνήθως υπάρχει ένα εκκλησάκι, διακόπτουν αυτόν τον γοητευτικά άναρχο οικιστικό ιστό μια και το αεροπλάνο είναι ακόμα σε χαμηλή πτήση, ή άλλες φορές ο συρφετός των εξοχικών διακόπτεται από μεγάλα ορθογώνια μπαλώματα που σχηματίζουν χωράφια πράσινα από τις βροχές ̇ τις όσες έχει κάνει κάθε χρόνο, αλλιώς καφεκίτρινα όταν είναι καλοκαίρι ή φθινόπωρο και στο βάθος, εκεί που τελειώνει πλέον η χαοτική ρυμοτομία των κοντινών στην πόλη εξοχικών – των νέων αυτών περιοχών σχετικά πρόσφατης οικιστικής επέκτασης όπου έχουν τα εξοχικά τους πολλοί κάτοικοι της Αθήνας και που όλοι οι υπόλοιποι θα θέλαμε και εμείς να είχαμε – να σου η Πεντέλη̇ αρχινάει να υψώνεται επιδεικνύοντας καμαρωτή τον όγκο της. Δασωμένα τα πλευρά της, κάπου με πευκοδάση καμένα και αλλού με αναγεννημένα μέσα στα χρόνια και καραφλή στην κορυφή της όπου σε κάποιο σημείο της οι πληγές που της κατόρθωσαν οι αρχαίοι Αθηναίοι για να λατομεύσουν από τα σπλάχνα της το περίφημο της μάρμαρο παραμένουν ακόμη ανοικτές.

   …και, να! Στην επόμενη στροφή μια πρώτη γεύση από την Αθήνα, την αττική μεγαλούπολη, πνιγμένη πια όχι στο μάρμαρο αλλά στο τσιμέντο, κάτι που είναι περισσότερο έντονο και γίνεται ακόμα πιο εμφανές όσο πάει το μάτι νοτιότερα και δυτικότερα… και πόσο χαρακτηριστικά ξεχωρίζουν τα γνώριμα ορόσημα!  Το άλσος Συγγρού, το ΟΑΚΑ με τις αψίδες του, η λεωφόρος Κηφισίας πνιγμένη στην κίνηση όπως πάντα, αλλά και περιοχές ολόκληρες διακρίνονται, είτε λόγω της τοπικά αραιότερης τους δόμησης είτε λόγω της ιδιαίτερης ρυμοτομίας τους.

   Στα ταξίδια που έχω κάνει κατά καιρούς, συνήθως η ρότα είναι προς βόρεια και δυτικά οπότε δυστυχώς το περιθώριο παρατήρησης της Αθήνας είναι κάπως περιορισμένο. Πάντως, η θέα παραμένει ενδιαφέρουσα και εξακολουθεί να μου δίνει διαφορετικά ερεθίσματα. Θυμάμαι χαρακτηριστικά τα Γεράνια όρη πριν τα κάψουν̇ καταπράσινα. Έμοιαζε από ψηλά η γη εκεί κάτω να είναι ακατοίκητη, όπως άλλωστε μοιάζει να είναι σχεδόν ακατοίκητη ολόκληρη η Στερεά Ελλάδα καθώς ξεπροβάλλει η ρουμελιώτικη γη ενόσω το αεροπλάνο ταξιδεύει προς τα δυτικά ̇ η γη από την μια και από την άλλη το αυστηρό μπλε του Κορινθιακού κόλπου όπου, εδώ και εκεί παρεισφρέουν μέσα του βραχώδεις γλώσσες γης σα δαντέλες με πιο χαρακτηριστική από αυτές, τουλάχιστον στα μάτια μου, εκείνη της Δεσφίνας. Λίγο μετά ξεχωρίζουν οι λίμνες της Αιτωλοακαρνανίας – τεχνητές και φυσικές – με τα θολά γαλαζοπράσινα νερά τους ενώ δεν παύει να μου κάνει μεγάλη εντύπωση η, φαινομενικά έστω, μεγάλη έλλειψη οικισμών.

  …να σου, όμως! Μετά από λίγο προβάλλει το Ιόνιο! Κατευθυνόμενος κανείς προς βόρεια και δυτικά, προς Ιταλία, του φανερώνονται ξάφνου τα μικρά νησάκια βορείως της Κέρκυρας ̇ η Ερεικούσσα, το Μαθράκι και οι Οθωνοί, το κάθε ένα σκεπασμένο με το δικό του μικρό τοπικό συννεφάκι έτσι όπως φαίνεται από το αεροπλάνο στα χαμηλά ενός ανέφελου κατά τα άλλα ουρανού, λες και κάποιος μικρός θεός μαθαίνει να ορίζει τα καιρικά φαινόμενα στην ράχη τους.

   Μετά, η μετάβαση πλέον στην Αδριατική και ακολούθως στην Ιταλία, την χερσόνησο αυτή που θυμίζει μπότα, κάτι που δεν διακρίνεται βέβαια από το ύψος που πετάει το αεροπλάνο. 

Εκεί, ολόκληρη η ακτογραμμή είναι κτισμένη από αλλεπάλληλους μικρούς οικισμούς που δείχνουν να έχουν ενωθεί σε μια τεράστια λουτρόπολη η οποία εκτείνεται από τη βόρεια Απουλία ως και το Πέζαρο, μέχρι που τα μεγάλα σύννεφα του θυσανοστρώματος – της παχιάς ψηλής νεφοσκέπωσης που συχνά σκεπάζει την κεντρική και βόρειο Ευρώπη κατά τους χειμερινούς μήνες – απλώνουν το πέπλο τους, μας κόβουν τη θέα και πια δεν φαίνεται τίποτα.

   Κάποια άλλη φορά – ήμουν τότε πολύ νεότερος – οι κορυφές της Στερεάς Ελλάδας με προϋπάντησαν ντυμένες στα λευκά! Και πόσο όμορφες εμφανίζονταν στα μάτια μου, σαν άσπιλες νυφούλες που αποχαιρετούσαν τα ξενιτεμένα μου νιάτα!

   Πολύ συχνά είχα την τύχη να μου φανερωθούν μεγάλα τμήματα της ευρωπαϊκής ηπείρου ταξιδεύοντας βόρεια - βορειοδυτικά προς τη Μεγάλη Βρετανία ή τη Σκανδιναβία. Πόλεις ολόκληρες άγνωστες μου που δεν μπορώ να τις προσδιορίσω παρά μόνο ίσως να εικάσω ξεπρόβαλλαν από το παράθυρο. Φαίνονταν από εκεί πάνω που ήμουν μικροσκοπικοί δρόμοι με τοσοδούλια αυτοκίνητα που έτρεχαν προς όλες τις κατευθύνσεις στο αέναο κυνήγι μιας καθημερινότητας από την οποία εγώ είχα γλιτώσει, είχα καταφέρει να αποδράσω, έστω προσωρινά, έστω και για εκείνη μόνο τη μέρα!

Αισθάνεται κανείς σαν ένας μικρός θεός βλέποντας από ψηλά αυτές τις άγνωστες του ξένες πόλεις, σαν να είναι μυρμηγκοφωλιές που όμως δεν έχουν χτιστεί μέσα στη γη αλλά στην επιφάνεια της...  και τι πλάκα που έχουν τα μυρμήγκια όπως τρέχουν με φούρια για να προλάβουν τις δουλειές τους!

  Κάποια άλλη φορά, εκεί που διέσχιζα τη βορειοανατολική Ευρώπη πηγαίνοντας προς Στοκχόλμη, μου είχε φανερωθεί το πανόραμα μιας απέραντης καταπράσινης πεδιάδας από εύφορα χωράφια, με λίγα δάση περιορισμένα εδώ και εκεί και με μικρές πόλεις να προβάλλουν συνεχώς από κάτω μας. Φεγγοβολούσε εκτυφλωτικά το λαμπρό φως του μεσημεριάτικου ήλιου στα νερά μικρών λιμνών που εκτείνονταν ολοένα από το νότο προς το βορρά σαν ένα ατέλειωτο κομπολόι από λαμπυριστές πέρλες.

   Ενδιαφέρουσα είναι και η προσγείωση στον εκάστοτε προορισμό.

  Ιδιαιτέρως μου αρέσει η προσγείωση στο Λονδίνο. Πάντοτε έχει διάσπαρτα σύννεφα που μοιάζουν σαν μεγάλες τούφες από βαμβάκι σκορπισμένες εδώ και εκεί στον ουρανό λες και επίτηδες, μόνο και μόνο για να μου κρύβουν σημαντικό μέρος της μεγάλης και ένδοξης αυτής πόλης. Δίνουν, ωστόσο, και την ευκαιρία για κλεφτές ματιές σε μια πόλη που την γνωρίζω μεν αλλά όχι και τόσο καλά, έτσι πάντοτε υπάρχει το suspense του τι ενδιαφέρον θέαμα από την πόλη θα μου αποκαλυφθεί ετούτη τη φορά. Αναρωτιέμαι κάθε φορά τι κλεφτές ματιές της πόλης αυτής θα μου επιτρέψει η συγκυρία μέσα από τα σύννεφα. Αν θα δω άραγε τον Τάμεση με τα καφέ του νερά να φιδογυρίζει σε εκείνον τον χαρακτηριστικό του μαιανδρισμό, το London Eye ή εκείνους τους απαίσιους ουρανοξύστες που έχουν ξεφυτρώσει προσφάτως με περίσιο arrogance στο City, τόσο παράταιροι με το υπόλοιπο Λονδίνο αν με ρωτάτε, ή το συνονθύλευμα από τα γκρίζα κτίρια ποιος ξέρει ποιου οικιστικού αναπτυξιακού προγράμματος της δεκαετίας του ‘30 ή του ’50 ρυμοτομημένα σε διάφορα ευκρινή σχέδια που διακόπτονται κάθε τόσο από μπαλώματα πράσινου! Ακόμα λίγο βορειότερα, στις παρυφές της μεγάλης πόλης, καταπράσινα χωράφια ̇ κάποια μάλιστα κουρεμένα έτσι ώστε να σχηματίζουν συγκεκριμένα σύμβολα για όσους τύχει να κοιτάζουν κάτω από το παράθυρο.

 

  Οι επιστροφές δεν μπορώ να πω ότι μου αρέσουν όσο οι αναχωρήσεις…

  Δικαιολογημένα φαντάζομαι αφού συνεπάγονται το τέλος του ταξιδιού, αν και κατά τη διάρκεια τους είχα κατά καιρούς την ευκαιρία να χαζέψω απόψεις της Αθήνας από ψηλά περισσότερο από όσο στις αναχωρήσεις, μάλλον επειδή τα αεροπλάνα που εισέρχονται προς τον αερολιμένα τείνουν να προσεγγίζουν από κατεύθυνση νότια - νοτιοδυτική ενώ όσα εξέρχονται αυτού να το κάνουν κατευθυνόμενα προς βορρά.

  Μη μου πείτε ότι δεν είναι όμορφη η εικόνα του Σαρωνικού με τη χερσόνησο της Τροιζηνίας και την Αίγινα από κάτω και πέρα μακριά να διαγράφεται ακαθόριστα η νότια Αθήνα, ένας μεγάλος όγκος συμπαγούς τσιμέντου που ανηφορίζει προς βορρά στην ήπια ανωφέρεια του λεκανοπέδιου, και, καθώς πια έχουμε προσεγγίσει την πόλη, να η λεωφόρος Συγγρού – μια μεγάλη ευθεία που γίνεται ακόμα ευκρινέστερη μέσα στο αχανές της πυκνής τσιμεντούπολης – ενώ παραπέρα στο βάθος η Ακρόπολη και ο Λυκαβηττός, σημεία εστίασης γνώριμα και οικεία όλων των Αθηναίων!

   Άλλες φορές, αν η επιστροφή είναι νύχτα, τα φώτα – πορτοκαλί, με μικρή ένταση στα μεσόγεια και λαμπερά όσο είμαστε πάνω από την κυρίως πόλη – επίσης δίνουν στίγμα περιοχών, κάπως σαν φάροι… επίσης, θυμάμαι παλιότερα, τότε που το αεροδρόμιο ήταν ακόμα στο Ελληνικό, πόση εντύπωση μου έκανε όταν κατά τα τελευταία λίγα λεπτά ή και δευτερόλεπτα πριν προσγειωθούμε έβλεπα βίλες ̇ τις βίλες της Γλυφάδας με τους κουρεμένους τους κήπους και τις πισίνες τους και τους δρόμους με τους φοίνικες να μεγαλώνουν ολοένα μέχρι να περάσουμε τον φράχτη του αεροδρομίου και να προσγειωθούμε.

 Κλείνοντας τη μικρή μου αυτή αφήγηση, θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σου αγαπητέ μου αναγνώστη μια τελευταία όμορφη εικόνα που αποκόμισα από όσα έχω δει κατά καιρούς κοιτάζοντας το χάος κάτω από τα παράθυρα διάφορων αεροπλάνων. Συγκεκριμένα, είναι από μια επιστροφή μου από το Μόναχο το φθινόπωρο του 2007, όταν, κατά τη διάρκεια μιας ανέφελης και ηλιόλουστης μέρας είχα την ευκαιρία να δω από ψηλά τη Χαλκιδική με τα τρία της πόδια να εκτείνονται προς το νότο θέλοντας να φέρουν τη Μακεδονική γη πιο κοντά στο φως του Αιγαίου, τον Όλυμπο με τα μεγάλα, γυμνά από ψηλή βλάστηση λιβάδια που έχει στην κορυφή του μέχρι να την καλύψουν τα χειμωνιάτικα χιόνια, να λες τώρα θα προβάλουν ο Ερμής και ο Δίας με την Ήρα, ή το παιχνίδισμα – οι εναλλαγές – μεταξύ στεριάς και θάλασσας, όταν ξεδιπλώνονταν κάτω από τα πόδια μου διαδοχικά ο Παγασητικός, το Πήλιο, ο Μαλιακός, το Τελέθριο και κατόπιν ο βόρειος Ευβοϊκός να χωρίζει τη Στερεά από την Εύβοια και παντού στον νότο να σηκώνονται ολόγυρα οι καπνοί από μικρές-μικρές φωτιές βαλμένες εδώ και εκεί από αγρότες που έκαιγαν τα κλαδεμένα τους ενώ στο τέλος του ορίζοντα να σμίγουν το γαλάζιο του ουρανού - ζωντανό και καθάριο ψηλά και ξεθωριασμένο όσο χαμηλώνει ο ουρανός προς τη γη - με το σκούρο μπλε της θάλασσας!

   Στο τέλος, αφού έχει μπει το αεροπλάνο στο αεροδρόμιο, ο χαρακτηριστικός ήχος των τροχών που βγαίνουν από τις καταπακτές τους και λίγο μετά το τράνταγμα της επαφής τους με το έδαφος, είτε μαλακό είτε ατσούμπαλο, σε μια άδοξη αποκλιμάκωση που σηματοδοτεί το τέλος του ταξιδιού και την επιστροφή στη ρουτίνα και στο μαγγανοπήγαδο...

Comments

Popular posts from this blog

Ευγενίου Καραβία

Οι γάτες της Ψερίμυθου

Μπριάμ από αυτοκρατορική γενιά