Αθήνα, τα αρχαία χρόνια
Προηγουμένως σας έδωσα μια προσωπική νότα για το πως αντιλαμβάνομαι την Αθήνα, ας ξεκινήσω όμως το
αφήγημά μου περί της Αθήνας. Αυτή τη φορά θα καταπιαστώ με τα αρχαία χρόνια…
Κάποτε, ο μύθος τουλάχιστον έτσι το έχει, η Αθηνά και ο Ποσειδώνας είδαν την πόλη που είχαν χτίσει οι θνητοί στην αττική γη και τη λιμπίστηκαν. Είπαν, λοιπόν, ο καθένας τους να πείσει ή να δελεάσει τους θνητούς να ονοματίσουν την πόλη κατά το δικό του όνομα.
Πρώτος αρχίζει ο Ποσειδώνας αμολώντας κάτι
αγέρωχα άτια, γρήγορα, υπερήφανα και γεροδεμένα, να ροβολάνε την πεδιάδα των
Πετραλώνων με καλπασμό γοργό. Έπειτα, χτυπώντας την τρίαινα του κάτω από τον
ιερό βράχο της Ακροπόλεως έκανε να ξεπηδήσει ένας πίδακας με νερό και
υποσχέθηκε στους Αθηναίους ότι, αν τον επέλεγαν, η πόλη τους θα γινόταν μια
θαλασσοκράτειρα δύναμη.
Μετά ήρθε η Αθηνά. Πολύ απλά φύτεψε μια ελιά στο βράχο. Οι Αθηναίοι, που τότε βέβαια ακόμα δεν λέγονταν επισήμως ‘Αθηναίοι’, έπιασαν εύκολα το υπονοούμενο και προτίμησαν να τιμήσουν το δικό της δώρο, οπότε ο Κέκροπας, ο θρυλούμενος και ως πρώτος βασιλιάς της πόλης των Αθηνών αφού η πόλη πήρε το όνομά της από την Αθηνά, ο οποίος οργάνωσε τις διάφορες φυλές που κατοικούσαν εκεί δώθε και τους έμαθε να καλλιεργούν τη γη και να γράφουν, έμεινε γνωστός ως ο πρώτος βασιλιάς μιας πόλης ενωμένης και ισχυρής που πήρε το όνομα Αθήνα. Η Αθήνα όντως έγινε και θαλασσοκράτειρα, παρά το γεγονός ότι δεν προτίμησε τα δώρα του Ποσειδώνα ούτε και ονομάστηκε «Ποσειδωνία». Θα έρθω και εκεί αλλά στην ώρα του. Ακόμα είμαστε στην αρχή˙ στο σημείο εκείνο που η πόλη ενοποιήθηκε, πήρε το όνομα Αθήνα και βασιλιάς της ήταν ο Κέκροπας. Θρυλείται, δε, ότι ο Κέκροπας είχε στο σώμα του φολίδες σαν του φιδιού. Κάποιοι αποδίδουν αυτή την αναφορά, η οποία ομολογουμένως είναι κάπως παράδοξη και οπωσδήποτε ανατριχιαστική, στο γεγονός ότι διέθετε μεγάλη σοφία και γνώση, οπότε ίσως τα περί ‘όφεως’ να έχουν να κάνουν ακριβώς με αυτό, είναι δηλαδή η μεταφορά μιας αρχαϊκής παρομοίωσης για να περιγράψουν τη γνώση και τη σοφία ενός ανθρώπου, η οποία επέζησε έως και τις μέρες μας έστω και αποκομμένη από την αρχαϊκή της έννοια. Ενδεχομένως, βέβαια, ο Κέκροπας πράγματι να είχε φολίδες σαν του φιδιού είτε λόγω κάποιας δερματικής ασθένειας είτε επειδή ήταν χθόνιος κατά τας γραφάς˙ περί μυθολογίας πρόκειται άλλωστε, αλλά ας όψεται και το πρωτοχριστιανικό ιερατείο που διαστρέβλωσε την προγενέστερη αρχαιοελληνική παράδοση ώστε πάνω στα συντρίμμια της να βρει πρόσφορο έδαφος και να ανθίσει ο Χριστιανισμός. Θα μιλήσουμε και για αυτό, όπως και για τη θαλασσοκρατορία της Αθήνας. Κάθε πράγμα με τη σειρά του όμως. Η ιστορία της Αθήνας, άλλωστε, είναι πλούσια, μακροσκελής και διαθέτει άφθονα πρίσματα για όποιον ενδιαφέρεται να τα μελετήσει.
Ας το πάρουμε όμως για λίγο κάπως ευρύτερα και γενικότερα. Όπως ίσως γνωρίζετε, οι αρχαίοι Έλληνες χωρίζονταν σε τρία ξεχωριστά φύλλα: τους Δωριείς, τους Αιολείς, και τους Ίωνες. Πολυπληθέστερο φύλο ήταν οι Δωριείς, με προεξάρχοντες τους Σπαρτιάτες και λίγο αργότερα τους Μακεδόνες. Γενικά μιλώντας, οι περισσότεροι αρχαίοι Πελοποννήσιοι ήσαν Δωριείς, εκτός από κάποιους στα βόρεια - βορειοδυτικά που είχαν μείνει στη μυκηναϊκή περίοδο και ήταν Αχαιοί - εξ ού και η ονομασία «Αχαΐα» που υπάρχει ως τις μέρες μας και προσδιορίζει το νομό στα βορειοδυτικά της Πελοποννήσου όπου η Πάτρα καί από τους Αρκάδες. Αναφορικά με τους Αιολείς, τα πράγματα είναι κάπως ασαφή. Ας πούμε κάπως αυθαίρετα πως ονομαστότεροι Αιολείς ήταν οι Θεσσαλοί αλλά και οι Λέσβιοι, διατρέχοντας βέβαια τον κίνδυνο να φάω ξύλο από τους ιστορικούς και τους γλωσσολόγους. Όσο δε για τους Ίωνες, μαντέψτε ποιοι ήταν οι πιο ισχυροί… ναι, οι Αθηναίοι! Οι αρχαίοι Αθηναίοι ήταν Ίωνες.
Στην απέναντι όχθη του Αιγαίου, τα τρία αυτά
φύλλα είχαν επεκταθεί κατά μήκος των ακτών της Μικράς Ασίας. Χονδρικά, οι
Αιολείς στα βόρεια, οι Ίωνες στο μέσο και οι Δωριείς νότια. Το αναφέρω αυτό μια
και οι απώτεροι μας πρόγονοι είχαν εδραιώσει παρουσία χιλιετηρίδων στη Μικρά
Ασία και με σημαντικά ως και αξιοθαύμαστα επιστημονικά και πολιτιστικά
επιτεύγματα. Τόσο αξιοσημείωτα και λαμπρά που θα έλεγα ότι ακόμα και σήμερα
επισκιάζουν την παρουσία των μεταγενέστερων κατοίκων, είτε επρόκειτο για
Ρωμαίους, είτε για τους Βυζαντινούς τους απογόνους, είτε για Οθωμανούς, είτε
για Τούρκους. Κατά την αντίληψη μου, η Μικρά Ασία άνθισε με τους αρχαίους
Έλληνες και ιδίως με τους Ίωνες. Κλείνω αυτή την παρένθεση.
Οι Ίωνες Αθηναίοι είχαν, άλλωστε, τον δικό
τους ήρωα ̇ τον Θησέα.
Ο Θησέας, λοιπόν, αφού
ξεκαθάρισε από κακούργους και ληστές το τόξο του Σαρωνικού από Τροιζήνα μέχρι
Αθήνα – έχοντας πρώτα κατορθώσει να σπρώξει τον τεράστιο βράχο κάτω από τον
οποίο είχε αποθέσει ο πατέρας του τα σανδάλια του και το ξίφος του σε μια
παραβολή με την οποία μοιάζει κάπως και εκείνη του βασιλιά Αρθούρου, ο οποίος
κατόρθωσε να τραβήξει το ξίφος Excalibur από έναν άλλο βράχο, κάπου στα όρια
Αγγλίας και Ουαλίας εκείνος – μπήκε θριαμβευτικά στην Αθήνα ως ο
πολυαναμενόμενος πρίγκιπας, ο γιος του βασιλιά Αιγέα. Κατάφερε, μάλιστα, να την
απαλλάξει από τα δεινά της Μινωικής κατοχής στα πλαίσια της οποίας κάθε τόσο οι
Αθηναίοι έπρεπε να στέλνουν στην Κρήτη τον ανθό της αθηναϊκής νεολαίας για να
τους καταβροχθίσει ο Μινώταυρος, ένα τερατούργημα μισός ταύρος και μισός
άνθρωπος γύρευε τι θεϊκής παρτούζας γέννημα. Τέλος πάντων, ο Θησέας κατάφερε να
καταβάλλει τον Μινώταυρο και να τον σκοτώσει, απαλλάσσοντας έτσι την πόλη του
από τη μακάβρια εκείνη υποχρέωση και σηματοδοτώντας τη μετάβαση του
αρχαιοελληνικού κόσμου προς την κλασική αρχαιότητα, η οποία βεβαίως έχει πολλά
ψωμιά ακόμα για να κάνει την εμφάνισή της, οπωσδήποτε όμως η έκβαση αυτή υπήρξε
καθοριστική για την έλευσή της διαφορετικά δεν αποκλείεται να είχαμε μείνει στο
να στέλνουν οι Αθηναίοι τον ανθό της νεολαίας τους προς τους Μινωίτες μέχρι και
τις μέρες μας, προς ατέρμονη γαστριμαργική τέρψη του Μινώταυρου.
Έζησαν, λοιπόν, καλά οι Αθηναίοι μετά από τα χρόνια του Θησέα. Κάποια στιγμή όμως διαπίστωσαν πως δεν έχουν νόμους, ή μάλλον γραπτούς νόμους, για να γίνω πιο σαφής. Ανέλαβε τότε να καλύψει αυτό το κενό ο Δράκοντας, ο πρώτος νομοθέτης που έγραψε τους νόμους της πόλης των Αθηνών. Έγραψε όμως κάτι νόμους τόσο αυστηρούς και απάνθρωπους που θα έλεγε κανείς καλύτερα να μην τους έγραφε, τόσο άτεγκτοι και σκληροί που ήταν. Ως από μηχανής θεός ανέλαβε τότε ο Σόλωνας, που ήταν σοφός άλλωστε, να εκλογικεύσει και να βελτιώσει τους νόμους του Δράκοντα κάνοντας τους βιώσιμους και λειτουργικούς, δημιουργώντας ένα σημείο αναφοράς το οποίο εύκολα όλοι θα μπορούσαν να αποδεχτούν και να το υπακούσουν οικειοθελώς. Κατέστησε έτσι την Αθήνα την πρώτη νομοταγή πόλη - κράτος της αρχαίας Ελλάδας και ενδεχομένως της Ευρώπης ολόκληρης, άρα και του δυτικού πολιτισμού του οποίου θέλουμε να λεγόμαστε πατερούληδες και που, εφόσον και στο βαθμό που αυτό είναι αληθές και ορθό, στα πλαίσια της επιρροής του από τους αρχαίους Έλληνες, η Αθήνα έχει πρωτοστατήσει στη δημιουργία του μακράν από κάθε άλλη αρχαία ελληνική πόλη-κράτος.
Όπως όλοι γνωρίζουμε, η Αθήνα έγινε
θαλασσοκράτειρα δύναμη ούτως ή άλλως και παρά το ότι δεν έκανε αποδεκτά τα δώρα
του Ποσειδώνα ούτε και πήρε το όνομα του. Θαλασσοκράτειρα λοιπόν, όπως ίσως
ήταν το κισμέτ της, έστω και περιορισμένη στη θάλασσα του Αιγαίου Πελάγους,
κάτι που πάντως της έδωσε το δικαίωμα και την αβάντα να θεωρείται ως η πιο
ισχυρή πόλη - κράτος των κλασικών αρχαιοελληνικών χρόνων. Το πολίτευμα της ήταν
δημοκρατικό ̇ βασιλευόμενη δημοκρατία. Μια δημοκρατία που όμως αφορούσε μόνο
τους άνδρες Αθηναίους και όχι τις γυναίκες Αθηναίες, οι οποίες ήταν
βέβαια καλύτερα από σκυλιά οπωσδήποτε όμως όχι άξιες να μορφώνονται, να
ψηφίζουν και να επηρεάζουν. Επίσης, εφ’όσον αφορούσε μόνο τους άνδρες Αθηναίους,
άφηνε το περιθώριο ώστε να υπάρχουν κάτοικοι δεύτερης κατηγορίας. Αυτοί ήταν οι
κάθε λογής μετανάστες, που ήταν μεν άνδρες όχι όμως Αθηναίοι και άρα δεν ήταν
πολίτες και άρα δεν είχαν δικαίωμα ψήφου, ενώ φυσικά επέτρεπε την ύπαρξη των
σκλάβων. Παρά τους περιορισμούς και τις ατέλειες, δεν παύει να είναι το πρώτο
δημοκρατικό πολίτευμα που περιελάμβανε την έννοια των εκλογών και μετρίαζε την
εξουσία των αρχόντων πολλούς αιώνες πριν το επόμενο τέτοιο πολίτευμα. Ήταν, δε,
τόσο καινοτόμο για την εποχή του που έμεινε στην ιστορία ως η πρώτη δημοκρατία
που εμφανίστηκε επί γης.
Επίσης, στους Σπαρτιάτες
οφείλεται η ηρωική πράξη αυτοθυσίας στις Θερμοπύλες, μια πράξη που – εκτός της
αμιγώς επιχειρησιακής της ωφελιμότητας, αφού καθυστέρησε και έφθειρε τον
Περσικό στρατό – είχε τεράστια ηθικά και ψυχολογικά οφέλη επειδή έβαλε τους υπόλοιπους
Έλληνες ‘στο φιλότιμο’ και επίσης αναπτέρωσε τις ελπίδες τους ενώ από την άλλη
πλευρά σίγουρα θα πρέπει να στοίχισε ψυχολογικά, εκτός από επιχειρησιακά, στους
Πέρσες. Παρά ταύτα, η Αθήνα ήταν η πόλη που θέλησαν διακαώς να καταλάβουν οι
Πέρσες, εκστρατεύοντας μάλιστα δις εναντίον της, θεωρώντας, και ορθώς μάλλον,
ότι αν καταλάμβαναν την Αθήνα θα είχαν σχεδόν επιτύχει στο να κυριεύσουν και
τις υπόλοιπες ελληνικές πόλεις - κράτη. Εδώ να σχολιάσω ότι, από όσα έχω
διαβάσει και αντιληφθεί, η Αθηναϊκή επιχειρησιακή νοοτροπία επί των πεδίων των
μαχών αποτελεί σεμινάριο για τις επόμενες γενιές. Γνωρίζοντας την αριθμητική
τους υστέρηση σε στρατό και στόλο, οι
Αθηναίοι πόνταραν στην εκτίμησή τους ότι το στράτευμα τους θα είναι
περισσότερο αξιόμαχο από αυτό των Περσών, αφού άλλωστε μάχονταν για να φυλάξει
τον τόπο του και όχι για να κατακτήσει έναν άλλο τόπο, και επιπλέον βασίστηκαν
στην καλύτερη γνώση τους περί της τοπικής γεωγραφίας. Εκτός αυτών, που είναι
ενδεχομένως και προφανή, οι Αθηναίοι πρέπει να πόνταραν και σε παράγοντες – σε
τεχνάσματα – που ίσως άλλοι στρατοί, ιδίως εκείνα τα αρχαία χρόνια, δεν
λάμβαναν συνήθως υπόψη τους ή δεν τα έβαζαν καν με το νου τους, όπως το ότι ο
ήλιος θα είναι πάνω στις ασπίδες τους κατά την εκτιμώμενη ώρα που θα ξεκινούσε
η απόβαση των Περσών στο Μαραθώνα και για αυτό είχαν κρεμάσει σε αυτές
αντικείμενα που ακτινοβολούσαν το φως του ώστε να τυφλώνουν τους αντιπάλους
τους, ή έτσι τουλάχιστον αναφέρεται και αν όντως είναι αληθές είναι κάτι που
μου έχει κάνει πολύ μεγάλη εντύπωση.
Σε κάθε περίπτωση, η Αθήνα, έχοντας ήδη βάλει
το θεμέλιο του Δυτικού Πολιτισμού, ήταν εκείνη που το υπερασπίστηκε την πρώτη
φορά που αυτό απειλήθηκε.
Είχα πάει κάποτε σε μια μπιενάλε όπου ένα έκθεμα έδειχνε δύο χάρτες της Αθήνας ̇ ο ένας του 2ου π.Χ. αιώνα και ο άλλος κάπου τον 5ο ή 6ο μ.Χ. αιώνα, δεν θυμάμαι ακριβώς. Με μια πρώτη ματιά, αυτό που μπορούσε να διαπιστώσει κανείς κατόπιν της παραβολής των δύο αυτών χαρτών είναι ότι η πόλη δεν αναπτύχθηκε καθόλου κατά το διάστημα οκτώ περίπου αιώνων. Η έκταση της παρέμεινε σταθερή, μη δε και μειούμενη, τα σημεία αναφοράς παρέμειναν ίδια και το μόνο που είχε αλλάξει ήταν τα ονόματα των ναών, τα οποία από αρχαιοελληνικά - Δωδεκαθεϊκά είχαν μετατραπεί σε Χριστιανικά. Πόσες και πόσες εκκλησίες, άλλωστε, ανά τη νότιο Ευρώπη και τον ευρύτερο Μεσογειακό χώρο δεν πατούν σε προγενέστερα κτίσματα που αρχικά ήταν ναοί άλλων θρησκειών… Έμεινε λοιπόν η Αθήνα να είναι απλά μια ασήμαντη επαρχιακή πόλη στην καλύτερη περίπτωση ή στη χειρότερη ένα μεγάλο χωριό με κάτι παλιά κτίρια απάνω σε ένα χαμηλό λόφο που τα αφιέρωσαν οι Χριστιανοί στη Χάρη Της, βοήθειά μας.
Με αυτά και με αυτά, η Αθήνα δυστυχώς
απεμπόλησε την αστική της διαχρονικότητα, ένα χαρακτηριστικό που διατήρησαν
αρκετές άλλες πόλεις έστω και νεότερες από αυτή. Πόλεις όπως η Ρώμη, η
Αλεξάνδρεια, το Παρίσι, το Λονδίνο και φυσικά δεν θα μπορούσα να παραλείψω από
την σχετική αναφορά την Κωνσταντινούπολη, σχολιάζοντας, ωστόσο, ότι η
τελευταία, παρά το ότι διατήρησε την αστική της συνέχιση και διαχρονικότητα,
έχασε τη διαχρονικότητα του ονόματος της αφού από τον 15ο αιώνα οι Οθωμανοί της
έχουν δώσει το κακόηχο όνομα ‘Istanbul’, ένα όνομα που δεν αιτιολογείται πάρα
μάλλον αποτελεί παραφθορά του «εις την πόλιν», ενώ ούτε οι μοντέρνοι Τούρκοι
θεώρησαν σκόπιμο να αποκαταστήσουν αυτή την ιστορική ‘ανορθογραφία’
ξαναδίνοντας στην Πόλη το κανονικό της όνομα, ακόμα και εκλατινισμένο ή και
εκτουρκισμένο, ενδεχομένως στο πλαίσιο της δικής τους συμπλεγματικής θεώρησης
ορισμένων πτυχών της ιστορίας, όπως έχουν όλοι οι λαοί άλλωστε, δίχως ημών
εξαιρουμένων.
Η Αθήνα λοιπόν μπορεί να ξεθώριασε, όμως ο πολιτισμός που δημιούργησε κατά την κλασσική ελληνική αρχαιότητα απλά μπήκε σε μια χειμερία νάρκη και άνθησε εκ νέου όταν ήρθε η ώρα, μεταλαμπαδεύοντας το αρχαιοελληνικό πνέυμα σε όλη την Ευρώπη κατά την περίοδο της Αναγέννησης.
Comments
Post a Comment