Καλοκαίρι στο σπίτι της γιαγιάς στο χωριό

  Ο μεγάλος κήπος με τη λευκή ασβεστωμένη στέρνα, άδεια όμως από νερό μη τυχόν πέσει το παιδί μέσα και πνιγεί. Άλλωστε, το καινούργιο σπίτι έχει ύδρευση κανονικά εντός του. Πλαισιωμένος ολόγυρα με μεγάλες πεζούλες γεμάτες από τα πολυποίκιλα και όμορφα άνθη της εύφορης, ευλογημένης Μεσσηνιακής γης, σκεπάζεται από ένα τεράστιο κλήμα που χαρίζει απλόχερα τον πυκνό του ίσκιο σε όσους κάθονται από κάτω του, ανακουφίζοντας τους από την καρκαμπίλα του ήλιου που το καλοκαίρι στη Μεσσηνία καίει ανελέητα.  

  Πίσω και πλάγια πάλι κήπος αλλά λιγότερο καλλιεργημένος εκεί, μάλλον αδιαμόρφωτος. Σε κάποιο σημείο μια μεγάλη στοίβα από κάτι μπάζα που ίσως να είχαν ξεμείνει από το παλιό σπίτι ή που μπορεί και να περίσσεψαν από το καινούργιο. Εδώ και εκεί, στις γωνιές του οικοπέδου, δύο - τρείς μεγάλες ελιές με κορμούς γέρικους, χοντρούς και ροζιασμένους.

   Όπως είναι χτισμένο το σπίτι στα χαμηλά ενός ήμερου γήλοφου διαγράφεται στο βάθος η θέα της πεδιάδας που είναι γεμάτη από χωράφια κατάβλαστα με λιόδενδρα ενώ σε κάποια σημεία ξεχωρίζουν χαρακτηριστικά από μακριά κάτι ψηλά και μεγάλα δέντρα, μάλλον ευκάλυπτοι, μεμονωμένα ή και σε συστάδες. Στο τέλος της θέας η απέραντη θάλασσα που χάνεται στο βάθος του ορίζοντα όπως την καταπίνει η δύση.

  Απέναντι, στην άλλη πλευρά, ανηφορίζει ο λόγγος. Από εκεί, φαίνεται σε απόσταση από το σπίτι της γιαγιάς ένα κτίσμα˙ ένα αγροτόσπιτο ίσως. Παλιό, καφετί, με παράθυρα ασύμμετρα και σκοτεινά, στέκει μυστηριώδες εκεί κάπου στο βάθος… βέβαια, μπορεί τα δύο ανοίγματα που ξεχωρίζουν να είναι μια μικρή πόρτα και ένα μεγάλο παράθυρο, από τόσο μακριά όμως πως να τα διακρίνει κανείς?

   Στο κάτω μέρος του οικοπέδου είναι το περιβόλι με τα μεγάλα καρποφόρα δέντρα επί των οποίων δεσπόζουν η μεγάλη συκιά επάνω αριστερά αλλά και η καστανιά στο κάτω δεξιά όριο. Από εκεί, μια στις τόσες μας φίλευε ξεροτήγανα η κυρά Μαρία, η γειτόνισσα. Όλα τα δέντρα στο περιβόλι έχουν γύρω τους αρδευτικό αυλάκι, και τι όμορφα που μυρίζει όταν ποτίζονται, όταν το χώμα σκουραίνει και μοσχοβολάει!

  Στην άκρη του κήπου με τα πεζούλια η αποθήκη̇ ένα κτίσμα από τσιμεντόλιθους, μικρό και παμπάλαιο, με μια καφέ ξύλινη σαρακοφαγωμένη πόρτα που μόνο μισοκλείνει, παρατημένο στην τύχη του τώρα πια αλλά με τη δική του μυστηριώδη αύρα, όπως κάθε τι που είναι εκτός ορίων για ένα παιδί. Όπως χάσκει μισάνοικτη η ξεχαρβαλωμένη πόρτα δεν φαίνονται παρά κάτι παλιά παρατημένα εργαλεία μέσα στο σκοτάδι. Μυρωδιά από θειάφι. Για όλα αυτά και με την υποψία ότι μπορεί να έχει φίδια, αποπνέει μυστήριο αλλά και λίγο φόβο.


   Το μεσημέρι, σε εκείνη την παραλία που πήγαινε τότε όλο το χωριό, μετά από το κολύμπι στη θάλασσα με τους παφλασμούς από τις βουτιές που ρίχναμε από το ποράκι που είχαν τοποθετήσει στα βράχια που βγαίνουν από τη θάλασσα και συνεχίζουν να προεξέχουν και στην παραλία μέσα από την άμμο, αφού τελειώσει το παιχνίδι όλο με χαχανητά παιδικής ευδαιμονίας παρέα με τα ξαδέρφια, είναι η ώρα του φαγητού στο σπίτι της γιαγιάς. Εκεί, στο τραπέζι με τα φερ φορζε στην μπροστινή βεράντα με τον μεγάλο ιβίσκο και τη βουκαμβίλια, τότε που ακόμη όλοι ήταν ζωντανοί και που ήμασταν όλοι εκεί. 

  Πόσα και πόσα μεσημεριανά γεύματα δεν έγιναν σε εκείνο το τραπέζι! Να σου, ένα λεμονάτο στο φούρνο, της γιαγιάς, που όμως ποτέ δεν το χαρήκαμε επειδή αφού το έψησε, είχε την απρονοησία να αφήσει το ταψί σε ένα τραπέζι έξω από το σπίτι κοντά στο παράθυρο και τελικά το έφαγαν οι γάτες! Και να κλαίει η γιαγιά απαρηγόρητη… Έκαναν τελικά πατάτες με αυγά τηγανητά εκείνη τη μέρα. Ή, ακόμα, εκείνη την αλανιάρα την κότα που πάτησε κατά λάθος (?) ο μπαμπάς με το αμάξι και την έκαναν κοκκινιστή! Ή και εκείνο το νουά με πιλάφι της θείας, τότε που η μαμά, όπως κάθονταν στην άκρη της υπερυψωμένης βεράντας έπεσε με την καρέκλα της και έσκασε με την πλάτη κάτω στον κήπο, ευτυχώς όμως δεν έπαθε τίποτα. Πως να πάθαινε άλλωστε, θα μου πει κάποιος… αφού τότε ήμασταν όλοι νέοι, χαρούμενοι και ακόμα δεν έχει πεθάνει κανείς… Πόσο γελάσαμε όλοι με εκείνη την τούμπα, και μαζί και η μαμά!

   Απομεσήμερο μετά το φαγητό στο μεγάλο κρεβάτι της γιαγιάς με τη γιαγιά να αφηγείται ιστορίες από τα παλιά της τα χρόνια και να περνούν έτσι ώρες ατελείωτες, αυτή λέγοντας και το παιδί σκοτώνοντας μύγες με την μυγοσκοτώστρα.

  Ήταν και κάποια άλλη φορά, όταν το παιδί – ένα παιδί λίγο παράξενο, αρκετά σκανδαλιάρικο, αλλά και κάπως φοβικό ίσως, ακόμα και αν δεν του φαινόταν – αφού έφαγε το καρπούζι του στο τραπέζι με τους υπόλοιπους, τους την έσκασε και πήγε στο πίσω μέρος του σπιτιού, εκεί που ήταν το βαθύ μαύρο καζάνι γεμάτο με νερό ζεσταμένο από τον ήλιο και, αφού τσιτσιδόθηκε, πασαλείφτηκε ολόκληρο με καρπουζόφλουδες, μπήκε στο καζάνι με το ζεστό νερό και το βρήκαν έτσι μετά από λίγη ώρα. Παρά την αναπόφευκτη κατσάδα, όλοι έσκασαν στα γέλια χαρούμενοι!

   Αυτή είναι λοιπόν ολόκληρη η πρώιμη παιδική ηλικία, μια τρυφερή παιδικότητα λίγων μόνο χρόνων συμπυκνωμένη σε ένα ανέμελο καλοκαιρινό μεσημέρι και όλα αυτά κάτω από την αστραφτερή φεγγοβολιά εκείνου του λαμπρού και γλυκού ήλιου των παιδικών χρόνων.

 

Comments

Popular posts from this blog

Ευγενίου Καραβία

Οι γάτες της Ψερίμυθου

Μπριάμ από αυτοκρατορική γενιά